Ρέστα και ταπί! \\του Ηρακλή Λογοθέτη

Ρέστα και ταπί! \\του Ηρακλή Λογοθέτη

  • |

Κάθε μεγάλη ήττα στον Ναό της Τύχης είναι πτώση σε βαθύ γκρεμό, κατρακύλα συνοδευόμενη από αβάσταχτη, συντριπτική ντροπή. Ο χαμένος αιφνιδιάζεται, σφαδάζει, κυλιέται στο πάτωμα, μουγκρίζει. Ύστερα συνέρχεται κάπως˙ έρμαιο ανεξιλέωτων ενοχών και πικρής μεταμέλειας, γλείφει τις πληγές του στα σκοτάδια.

Κάνει σχέδια, λογαριάζει, ελπίζει πάλι στα κρυφά αλλά κρατιέται μακριά — ωσότου αποφασίζει να ξαναπαίξει για μια τελευταία φορά που αποδεικνύεται πάντα η προτελευταία. Προσδοκώντας μάταια να πάρει πίσω τα χαμένα, θα χάσει ότι έχει και δεν έχει. Τότε αναγκαστικά θα αποσυρθεί. Τσακισμένος. Αλλά ο χορός των σιαγόνων δεν σταματά.

Έρχονται καινούργιοι και ευέλπιδες παίχτες. Συνωστίζονται γύρω από τις φτηνές ρουλέτες, ποντάρουν διστακτικά, ιδρωκοπούν ανέλπιδα κι ύστερα αγριεύουν. Οι πιο φουριόζοι φωνάζουν με πάθος και βρίζουν ασταμάτητα, χάνουν ποταμηδόν και ελπίζουν σε σταγόνες. Πιο άτυχοι αποδεικνύονται όσοι τις πρώτες φορές φεύγουν από το καζίνο κερδισμένοι.

Αυτοί δαγκώνουν το αγκίστρι πιο γερά. Παρά τις κατραπακιές, επανέρχονται γητεμένοι από την απατηλή θεά. Μαγνητισμένοι από την ανάμνηση της αρχικής ευφορίας και ξαναμμένοι ακόμα από την υπόσχεσή της, γυρίζουν τη γλώσσα στο πονεμένο δόντι και παίζουν με λύσσα έως εσχάτων, με το γινάτι που βγάζει μάτι. Μετά από μερικούς μήνες μια ωχράδα στο μούτρο, ένας επίπλαστος κυνισμός, κάποιες ρυτίδες που βαθαίνουν ανεπαισθήτως, δείχνουν ότι η κατάρρευση έχει αρχίσει και οι προοπτικές αναστροφής της είναι ελάχιστες.

Γιατί το στραπάτσο εκτραχύνει τον άνθρωπο, αναξέει κρυφές ποταπότητες και φέρνει στην επιφάνεια θαμμένες μνησικακίες. Μαυρίζει τα νύχια των λεπτεπίλεπτων, αποθηριώνει και τις ευγενέστερες ψυχές. Οι πιο ευάλωτοι ξεσπούν στα κοντινά τους πρόσωπα, όσα έχουν την ατυχία να τους συνοδεύουν στον κατήφορο.

Γυρίζουν δεξιά κι αριστερά σαν περιπλανώμενες τύψεις, δανείζονται από φίλους και γνωστούς, πέφτουν στ’ αρπάγια των τοκογλύφων. Ώσπου με την πλάτη στον τοίχο προσφέρουν ως τελευταίο ενέχυρο την αξιοπρέπειά τους και παίζουν σαν τον Ντοστογιέφσκι, παλιάτσοι χωρίς αμοιβή, στο Όνειρο ενός Γελοίου.