Το καθολικό δικαίωμα στο εισόδημα κεφαλαίου

Το καθολικό δικαίωμα στο εισόδημα κεφαλαίου

του Γιάνη Βαρουφάκη για το Project Syndicate

Όταν προτάθηκαν προγράμματα για βασικά άνευ όρων εισοδήματα πριν δεκαετίες, βρέθηκαν αναπόφευκτα απέναντι από οργισμένες αντιδράσεις από οργανώσεις εργοδοτών, συνδικαλιστικές οργανώσεις, οικονομολόγους και πολιτικούς. Πρόσφατα ωστόσο, η ιδέα αυτή επανήλθε, συγκεντρώνοντας εντυπωσιακή υποστήριξη από τη ριζοσπαστική αριστερά, το Πράσινο κίνημα, ακόμα και από τη φιλελεύθερη δεξιά. Ο λόγος είναι ότι η αύξηση των μηχανημάτων, που για πρώτη φορά από την αρχή της βιομηχανοποίησης απειλεί να καταστρέψει πιο πολλές δουλειές από αυτές που η τεχνολογική καινοτομία δημιουργεί και να τραβήξει το χαλί κάτω από τα πόδια των εργαζομένων σε υπαλληλικές θέσεις.

Αλλά όπως η ιδέα για ένα βασικό άνευ όρων εισόδημα έχει επιστρέψει, έτσι έχει επιστρέψει και η αντίσταση από τη Δεξιά και την Αριστερά. Δεξιοί επισημαίνουν την αδυναμία της άντλησης αρκετών εσόδων για τη χρηματοδότηση τέτοιων προγραμμάτων χωρίς τη σύνθλιψη του ιδιωτικού τομέα καθώς και τη μείωση της προσφοράς εργασίας και της παραγωγικότητας, λόγω της απώλειας των κινήτρων για εργασία. Αριστεροί ανησυχούν ότι ένα βασικό άνευ όρων εισόδημα θα αποδυνάμωνε τον αγώνα για τη βελτίωση της επαγγελματικής ζωής των ανθρώπων, θα νομιμοποιούσε τους άεργους πλούσιους, θα υπονόμευε τα δικαιώματα συλλογικής διαπραγμάτευσης που έχουν κερδηθεί σκληρά (με την ενδυνάμωση εταιρειών όπως η Uber και η Deliveroo), θα έθιγε τα θεμέλια του κράτους πρόνοιας, θα ενθάρρυνε μια παθητική στάση των πολιτών και θα προωθούσε τον καταναλωτισμό.

Οι υποστηρικτές τέτοιων προγραμμάτων- και στην Αριστερά και στη Δεξιά- υποστηρίζουν ότι το βασικό άνευ όρων εισόδημα θα στήριζε αυτούς που ήδη προσφέρουν ανεκτίμητη αξία στην κοινωνία, κυρίως στις γυναίκες στον τομέα της παροχής φροντίδας- ή, φυσικά, στους καλλιτέχνες που παράγουν μεγάλα δημόσια έργα χωρίς πληρωμή. Οι φτωχοί θα απελευθερωνόντουσαν από τον έλεγχο του εισοδήματος ενός προβληματικού κράτους πρόνοιας και από ένα δίχτυ προστασίας που μπορεί να παγιδέψει τους ανθρώπους σε διαρκή φτώχια και θα αντικαθιστούταν από ένα πρόγραμμα χάρη στο οποίο θα μπορούσαν να ζήσουν πριν προσπαθήσουν για κάτι καλύτερο. Οι νέοι θα αποκτούσαν την ελευθερία να δοκιμάσουν διαφορετικές καριέρες και να μελετήσουν αντικείμενα που δεν θεωρούνται επικερδή. Επιπλέον, στη σημερινή, όλο και πιο διαδεδομένη οικονομία της περιστασιακής απασχόλησης (gig economy), με τα συνδικάτα να μειώνονται μαζί με την ικανότητά τους να προστατεύουν τους εργάτες, η οικονομική σταθερότητα που οι περισσότεροι άνθρωποι χάνουν, θα αποκαθίστατο.

Το βασικό στοιχείο για την πρόοδο είναι μια νέα προσέγγιση στη σχέση μεταξύ της πηγής της χρηματοδότησης ενός βασικού άνευ όρων εισοδήματος, των επιπτώσεων των ρομπότ και της αντίληψής μας πάνω στο τι σημαίνει να είσαι ελεύθερος. Αυτό συνεπάγεται τον συνδυασμό τριών προτάσεων: οι φόροι δεν μπορούν να είναι μια νόμιμη πηγή χρηματοδότησης τέτοιων προγραμμάτων, η αύξηση των μηχανημάτων πρέπει να υποστηριχθεί και ένα βασικό άνευ όρων εισόδημα είναι η κύρια προϋπόθεση για την ελευθερία.

Η άποψη ότι εσύ θα δουλεύεις σκληρά και θα πληρώνεις τον φόρο εισοδήματός σου, ενώ εγώ θα ζω από την επιβαλλομένη γενναιοδωρία σου, χωρίς να κάνω τίποτα από επιλογή, είναι αβάσιμη. Αν ένα βασικό άνευ όρων εισόδημα πρόκειται να είναι νόμιμο, δεν μπορεί να χρηματοδοτείται από τη φορολόγηση του ενός για την πληρωμή του άλλου. Γι’ αυτό θα πρέπει να χρηματοδοτείται όχι από την φορολόγηση, αλλά από την απόδοση του κεφαλαίου.

Ένας κοινός μύθος, που διαδίδεται από τους πλούσιους, είναι ότι ο πλούτος παράγεται ατομικά πριν κολλεκτιβοποιηθεί από το κράτος μέσω της φορολογίας. Στην πραγματικότητα, ο πλούτος πάντα παραγόταν συλλογικά και ιδιωτικοποιούταν από αυτούς που είχαν τη δύναμη: από την τάξη των ιδιοκτητών.
Η αγροτική γη και οι σπόροι, οι προμοντέρνες μορφές κεφαλαίου, αναπτύχθηκαν συλλογικά μέσω της προσπάθειας γενεών αγροτών που οι γαιοκτήμονες ιδιοποιήθηκαν λαθραία. Σήμερα, κάθε κινητό τηλέφωνο περιλαμβάνει στοιχεία που αναπτύχθηκαν από κάποια κρατική επιχορήγηση ή μέσω της πραγμάτωσης κοινών ιδεών που συνενώθηκαν, για τις οποίες κανένα μερίδιο δεν έχει ποτέ καταβληθεί στην κοινωνία.

Πώς, λοιπόν, θα πρέπει να αποζημιωθεί η κοινωνία; Η φορολογία είναι η λάθος απάντηση. Οι εταιρείες πληρώνουν φόρους σε αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που το κράτος τους παρέχει και όχι για τις εισφορές κεφαλαίου που πρέπει να αποδώσουν μερίσματα. Υπάρχει έτσι ένα ισχυρό επιχείρημα ότι οι απλοί πολίτες δικαιούνται ένα  μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου και των σχετικών μερισμάτων, απεικονίζοντας τις επενδύσεις της κοινωνίας στο κεφάλαιο εταιρειών. Και, επειδή είναι αδύνατο να υπολογιστεί το μέγεθος του κρατικού και του κοινωνικού κεφαλαίου που αποκρυσταλλώνεται σε οποιαδήποτε επιχείρηση, μόνο μέσω ενός πολιτικού μηχανισμού μπορούμε να αποφασίσουμε πόσο θα πρέπει να είναι το μετοχικό κεφάλαιο μιας επιχείρησης που θα πρέπει να κατέχει το κοινό.

Μια απλή πολιτική θα ήταν να θεσπιστεί μια νομοθεσία που απαιτεί ένα ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου (μετοχές) από κάθε αρχική δημόσια προσφορά (IPO) να διοχετεύεται σε ένα αποθετήριο κοινών κεφαλαίων, με τα σχετικά μερίσματα να χρηματοδοτούν ένα βασικό άνευ όρων μέρισμα. Αυτό θα πρέπει, και μπορεί να είναι, εντελώς ανεξάρτητο από πληρωμές κοινωνικής πρόνοιας, από την ασφάλεια ανεργίας και ούτω καθεξής, ανακουφίζοντας έτσι την ανησυχία ότι θα αντικαταστήσει το κράτος πρόνοιας, το οποίο εμπεριέχει την έννοια της αμοιβαιότητας μεταξύ των μισθωτών εργαζομένων και των ανέργων.

Ο φόβος για τα μηχανήματα που μπορούν να μας απελευθερώσουν από την αγγαρεία είναι ένα σύμπτωμα μιας δειλής και διχασμένης κοινωνίας. Οι Λουδίτες είναι από τους πιο παρεξηγημένους ιστορικά κινηματίες. Ο βανδαλισμός των μηχανημάτων ήταν μια διαμαρτυρία τους όχι εναντίον του αυτοματισμού, αλλά και κατά του κοινωνικού καθεστώτος που τους στέρησε τις προοπτικές ζωής εν όψει της τεχνολογικής καινοτομίας. Οι κοινωνίες μας πρέπει να υποστηρίξουν την άνοδο των μηχανημάτων, αλλά να βεβαιωθούν ότι αυτά συμβάλλουν στην κοινή ευημερία, χρηματοδοτώντας το δικαίωμα ιδιοκτησίας του κάθε πολίτη, μέσω ενός αποθετηρίου κοινών κεφαλαίων.

Ένα βασικό άνευ όρων εισόδημα επιτρέπει μια νέα αντίληψη της ελευθερίας και της ισότητας, η οποία γεφυρώνει τη μέχρι τώρα ασυμβίβαστη πολιτική συνασπισμών, ενώ ταυτόχρονα σταθεροποιεί την κοινωνία και δίνει έναν νέο δυναμισμό στην έννοια της κοινής ευημερίας, μπροστά στην κατά τα άλλα αποσταθεροποίηση της τεχνολογικής καινοτομίας. Οι διαφωνίες φυσικά θα συνεχιστούν, αλλά θα είναι σχετικές με ζητήματα όπως το ποσοστό των μετοχών των εταιρειών που θα πρέπει να δοθούν στο αποθετήριο, το πόσο πολύ η κοινωνική πρόνοια και η ασφάλεια ανεργίας θα πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή του αποθετηρίου και το περιεχόμενο των συμβάσεων ανεργίας.

Όποιος ακόμα δεν αποδέχεται την ιδέα του «κάτι για το τίποτα», θα πρέπει να θέσει κάποιες απλές ερωτήσεις: Δεν θα ήθελε τα παιδιά μου να έχουν ένα μικρό καταπιστευματικό ταμείο που θα τα προστατεύει από τον φόβο της ένδειας και τα επιτρέπει να επενδύσουν άφοβα στα πραγματικά τους ταλέντα; Η ψυχική τους ηρεμία θα τα καταστήσει τεμπέλικα και αργόσχολα; Αν όχι, ποια είναι η ηθική βάση για την απόρριψη του δικαιώματος στα ίδια πλεονεκτήματα για όλα τα παιδιά;

.thepressproject.g