Σεξ για επιβίωση: δημοσιογραφία της εξομολόγησης και ηθικός πανικός

Σεξ για επιβίωση: δημοσιογραφία της εξομολόγησης και ηθικός πανικός

Υπήρξε αντικείμενο έρευνας του Χάρβαρντ -που κατέληγε σε μάλλον ασαφή συμπεράσματα και κατέγραφε περισσότερο ένα ενδεχόμενο παρά μια πραγματικότητα-, το είχαν κάνει θέμα το Al Jazeera και το CNN, το επανέφερε πρόσφατα το NBC, παρουσιάστηκε και σε αρκετά εγχώρια ΜΜΕ: νεαροί πρόσφυγες και μετανάστες εκδίδονται στην Ομόνοια, στην πλατεία Βικτωρίας, στο Πεδίον του Αρεως και άλλα κεντρικά σημεία της Αθήνας, προκειμένου να επιβιώσουν, για ευτελές ποσό – 5 ευρώ ανέφεραν κάποιοι, λιγότερα άλλοι, αντίτιμο που φλερτάρει περισσότερο με τον εντυπωσιασμό παρά ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Θοδωρής Αντωνόπουλος

«Survival sex» το είπαν οι ρεπόρτερ, όρος που αναφέρεται στην καταφυγή στο αρχαιότερο επάγγελμα ως μέσο επιβίωσης σε ακραίες συνθήκες, συχνά για να εξασφαλίσει κάποιος-α απλώς ένα πιάτο φαΐ, ένα κατάλυμα ή τη δόση του αν είναι εξαρτημένος-η.

Το σεξ για επιβίωση είναι μια θλιβερή πραγματικότητα που συμβαίνει κυρίως σε περιοχές που μαστίζονται από πολεμικές συγκρούσεις, λιμούς κ.λπ., σε μεγάλα προσφυγικά καμπ –ενίοτε με τη συμμετοχή στρατιωτικών ξένων ειρηνευτικών δυνάμεων, ακόμα και μελών ανθρωπιστικών οργανώσεων, όπως έχει κατά καιρούς καταγγελθεί–, αλλά και στις μητροπόλεις των ανεπτυγμένων χωρών, κυρίως από εξαρτημένους-ες ή/και άστεγους-ες.

Είναι όμως αυτή η περίπτωση στις ευκαιριακές πιάτσες της Αθήνας ή βρισκόμαστε μπροστά σε μια προσπάθεια των ΜΜΕ να δημιουργήσουν κλίμα ηθικού πανικού με αφορμή την παρουσία προσφύγων και μεταναστών στη χώρα μας και τα υπαρκτά προβλήματα που αντιμετωπίζουν;

Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ, οι νεαροί πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης από καθωσπρέπει κυρίους. Παρουσιάζονταν μάλιστα μπροστά στην κάμερα έφηβοι ή λίγο μεγαλύτεροι άνδρες να λένε ότι δεν είναι γκέι, ότι δεν τους αρέσει καθόλου αυτή η δραστηριότητα, ότι ντρέπονται γι’ αυτήν, αλλά το κάνουν από ανάγκη.

Υπάρχει εδώ ένα παράδοξο που γεννά ερωτήματα για τις μεθόδους και τον στόχο αυτών των ρεπορτάζ: από τη μια εμφανίζονται να ντρέπονται γι’ αυτήν τους τη δραστηριότητα, από την άλλη βγαίνουν και μιλούν ανοιχτά γι’ αυτήν μπροστά στις κάμερες.

Η παρουσία της τηλεοπτικής κάμερας δημιουργεί μια συνθήκη ειλικρινούς εξομολόγησης ή αντιθέτως μια συνθήκη για να ακουστεί ένα αφήγημα λίγο-πολύ προκατασκευασμένο, που προσαρμόζεται στις προσδοκίες των δημοσιογράφων και του τηλεοπτικού κοινού, πιθανόν έναντι μικρής αμοιβής;

Θα τους έβγαζαν αν τυχόν λέγανε κάτι διαφορετικό; Και πόσο αλλιώτικα να τα έλεγαν, ακόμα κι αν ήθελαν; Τι θα πουν οι φίλοι τους, οι γνωστοί τους, η οικογένεια πίσω στην πατρίδα;

Παρόμοιες στερεοτυπικές απαντήσεις έδιναν, θυμάμαι, νεαροί Ελληνες σε ρεπορτάζ με θέμα την πορνεία αγοριών αρκετά χρόνια πριν – ούτε εκείνοι φυσικά μπορούσαν να πουν κάτι διαφορετικό κι ας βρίσκονταν, αντικειμενικά, σε μικρότερη ανάγκη από τους σημερινούς πρόσφυγες.

Σε κάθε περίπτωση, δεν πρόκειται ούτε για καινούργιο ούτε για γενικευμένο φαινόμενο. Eπαρχιώτες, εσωτερικοί μετανάστες, φαντάροι, φοιτητές ή απλώς περίεργοι σύχναζαν σε προηγούμενες δεκαετίες στην Ομόνοια αναζητώντας γρήγορο κι εύκολο χαρτζιλίκι αφενός, αφετέρου μια διαφορετική εμπειρία, μια ευκαιρία διερεύνησης των ορίων της σεξουαλικότητάς τους.

Είχαν πέσει πράγματι θύμα εκβιασμού και εκμετάλλευσης ή μήπως συνέβαινε κάποιες φορές το αντίθετο;

Σε τέτοιες περιπτώσεις, τότε ιδίως, αλλά και σήμερα, ο φερόμενος θύτης βρίσκεται συχνά σε μειονεκτικότερη θέση από το φερόμενο θύμα, όντας πιο ευάλωτος στη βία, τον εκβιασμό, τη στοχοποίηση και το στίγμα.

Τα ‘χουνε πει και γράψει ο Κώστας Ταχτσής, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Ηλίας Πετρόπουλος, η Πάολα και άλλοι. Αντίστοιχες «αμαρτωλές» πλατείες υπάρχουν, εννοείται, στις περισσότερες ευρωπαϊκές και αμερικανικές μητροπόλεις, ορισμένες πολύ πιο χαρντκόρ.

Δεν εθελοτυφλεί κανείς μπροστά στο γεγονός ότι ένας αριθμός νεαρών μεταναστών και προσφύγων, όντας εγκλωβισμένοι, μπερδεμένοι και δίχως ικανούς πόρους, αναμενόμενο είναι να στραφούν σε παραβατικές ή άλλες μορφές επιβίωσης.

Και φυσικά εδώ μιλάμε για σεξουαλική επαφή μεταξύ συναινούντων ενηλίκων, όχι για «άγρα» ανηλίκων και κυκλώματα εκμετάλλευσης, πρακτικές σαφώς καταδικαστέες, αλλά που πάντως δεν φαίνεται να αποτελούν τον κανόνα, ούτε και έχουν αποτελέσει αντικείμενο σοβαρής δημοσιογραφικής διερεύνησης.

Αντιθέτως, τα ρεπορτάζ φαίνεται να εξαντλούν το όποιο ενδιαφέρον τους για το θέμα στην αυτόματη ταύτιση της εργασίας προσφύγων και μεταναστών στον χώρο του σεξ με τη συνθήκη της εκμετάλλευσης και της ενοχής.

Αυτή η ευκολία του δημοσιογραφικού λόγου να μιλά απλουστευτικά και μονοδιάστατα για ένα θέμα σύνθετο και πολυδιάστατο ενέχει διπλό κίνδυνο: αφενός υποβιβάζει τους ίδιους τους πρόσφυγες και μετανάστες σε άβουλα πρόσωπα, αφετέρου στοχοποιεί για άλλη μια φορά την γκέι κοινότητα και ιδίως τους μεγαλύτερους σε ηλικία, εφόσον λίγο-πολύ τους παρουσιάζει σαν αδίστακτα αρπακτικά που μόνο τους μέλημα είναι να ικανοποιήσουν τις ορέξεις τους, εκμεταλλευόμενοι νεαρούς.

Η ανούσια ηθικολογία, οι βαρύγδουποι αφορισμοί, η υπεραπλούστευση συσκοτίζουν την πραγματικότητα και τη διαστρεβλώνουν.

Γνωρίζουμε ποιες κοινωνικές και πολιτικές πρακτικές εξυπηρετούν ο στιγματισμός και η διαπόμπευση ανθρώπων και κοινωνικών ομάδων, και μάλιστα των πιο ευάλωτων.

Για να αντιμετωπίσεις ένα πρόβλημα, πρέπει να μπορείς να το διακρίνεις καθαρά εκεί όπου πραγματικά υπάρχει. Διαφορετικά, οι όποιες λύσεις κινδυνεύουν να γίνουν μέρος του προβλήματος.

efsyn.gr