Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να είναι για όλους, ούτε μπορεί να είναι «δίκαιη», στον καπιταλισμό

Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να είναι για όλους, ούτε μπορεί να είναι «δίκαιη», στον καπιταλισμό

Η αντίστροφη διανομή κεφαλαίου, ο μύθος της «ανάπτυξης για όλους» ή ακόμα χειρότερα, ο μύθος της «δίκαιης ανάπτυξης» και οι κοινωνικές συμμαχίες είναι από τα βασικά θέματα που αφορούν τη ζωή των εκατομμυρίων ανθρώπων της εργατικής τάξης και γι’ αυτό είναι απαραίτητο να ασχοληθεί το συνδικαλιστικό κίνημα στις μέρες μας.

Κατερίνα Γιαννούλια 

Τα τελευταία χρόνια (ιδιαίτερα τα μνημονιακά) έχει συμβεί μια αντίστροφη οικονομική διανομή: από τον κόσμο της εργασίας προς το κεφάλαιο! Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία στην Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2018), του Ηλ. Ιωακείμογλου από το Κοινωνικό Πολύκεντρο της ΑΔΕΔΥ, από άλλες πηγές του κεφαλαίου (Ναυτεμπορική κλπ) που παρατίθενται στο παράρτημα*, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πλούτος έχει μεταφερθεί και μεταφέρεται ακόμα και στις μέρες μας, από τους εργαζόμενους προς την αστική τάξη, είτε ως άμεσοι οικονομικοί πόροι, με τη φορολογία (άμεση & έμμεση), τη μείωση όλων των μισθών και των συντάξεων, τη μείωση/κατάργηση προνοιακών επιδομάτων, την ιδιωτικοποίηση δημοσίων φορέων και κοινωνικών υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων της υγείας και παιδείας, είτε ως έμμεσα ευνοϊκή αντιμετώπιση του κεφαλαίου με μείωση ή χάρισμα εισφορών, με τις ελαστικές κι ανεξέλεγκτες σχέσεις εργασίας, με τις συλλογικές συμβάσεις, με τη νομοθεσία που κατοχυρώνει την ασυδοσία των εργοδοτών, με την αύξηση της ανεργίας και την επιδότηση των ιδιωτών επιχειρηματιών.

Με το δήθεν «τέλος των μνημονίων», αποκρύπτοντας συνειδητά τη δέσμευση για επιτροπεία μέχρι το 2060, που έχει υπογράψει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και υποστηρίζουν όλα τα υπόλοιπα μνημονιακά κόμματα και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, στήνεται μια νέα παγίδα των μνημονιακών δυνάμεων, η θεωρία της «ανάπτυξης». Σύμφωνα με αυτήν, αν και όταν επέλθει η «ανάπτυξη», πολύ περισσότερο η… «δίκαιη ανάπτυξη», αφήνουν να εννοηθεί ότι σχεδόν «αυτόματα» και χωρίς την οργανωμένη και συνειδητή παρέμβαση του εργατικού κινήματος, θα βελτιωθούν οι όροι ζωής κι εργασίας όλων μας, εργατών κι αφεντικών.

Αυτό δεν έχει συμβεί ποτέ στο παρελθόν. Εξάλλου, είναι κοινή εμπειρία όλων ημών που ανήκουμε στην εργαζόμενη κοινωνία, ότι ακόμα και τα χρόνια της κρίσης, η εργατική τάξη έχασε και χάνει, ενώ οι ιδιωτικές τράπεζες διασώθηκαν, οι εφοπλιστές ποτέ δεν πλήρωσαν φόρους (οι μετανάστες αποδεδειγμένα πληρώνουν περισσότερο), οι βιομήχανοι που έχουν κερδοφόρες επιχειρήσεις δεν διστάζουν να απολύουν, οι σουπερμαρκετάδες τύπου Μαρινόπουλου απολαμβάνουν διαγραφή χρεών.

Δημόσιο χρήμα ρέει ως επιδοτήσεις «ωφελούμενων του ΟΑΕΔ» προς ιδιωτικά ΙΕΚ (βλέπε σχετικές διαφημίσεις αυτό το διάστημα), επενδύσεις βαφτίζονται οι εκχωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών με έτοιμες υποδομές προς τους ιδιώτες, τα ασφαλιστικά ταμεία καταρρέουν μοιράζοντας άφθονο και… ονειρεμένο χρήμα σε ιδιωτικές δομές υγείας, κλινικές, διαγνωστικά κέντρα και διαβόητες φαρμακευτικές εταιρίες.

Για παράδειγμα, η ίδια η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (σε άρθρο της στις 21/5, για την εξαγορά του ομίλου «ΥΓΕΙΑ»), διαπιστώνει κυνικά «Θρυαλλίδα όλων αυτών των εξελίξεων ήταν η αυξανομένη ζήτηση που έχουν οι ασφάλειες υγείας στην ελληνική αγορά, καθώς τα νοικοκυριά διαπιστώνουν την κατάρρευση του δημόσιου τομέα υγείας, η οποία με τη σειρά της έφερε ξένους επενδυτές στις ελληνικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις και ειδικότερα γερμανικών και κινεζικών συμφερόντων στην Αγροτική Ασφαλιστική και την Εθνική Ασφαλιστική αντίστοιχα».

Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα και η πολιτική αριστερά, στους χώρους εργασίας έχει πολλή δουλειά να κάνει.

Να αποκαλύψει, κατ’ αρχάς, ότι η «ανάπτυξη» ΔΕΝ είναι ουδέτερη. Η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν ωφέλιμη για όλους, αλλά για λίγους. Καμιά αυταπάτη δεν χωράει στο γεγονός ότι «λεφτά υπάρχουν ήδη», δεν έχουμε λόγους να περιμένουμε να παραχθούν, αλλά πρέπει να διεκδικήσουμε αναδιανομή υπέρ των εργαζομένων.

Έχουμε, λοιπόν, να οργανώσουμε την αντεπίθεση και αυτή χρειάζεται να είναι η έννοια της συνδικαλιστικής αριστεράς.

Η επικαιρότητα, με τη Γενική Απεργία της 30ής Μάη, που κηρύχθηκε από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ,  στο πλαίσιο μιας «πανεθνικής μέρας δράσης» και επιχειρώντας τη διαταξική  ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΥΜΜΑΧΙΑ εργαζομένων-εργοδοτών, θέτει επιτακτικά τα ερωτήματα για τις συμμαχίες. Μπορεί η εργατική τάξη να νικήσει παλεύοντας από κοινού με τα αφεντικά, με το κεφάλαιο δηλαδή-ακόμα κι αν δεν είναι το πολύ μεγάλο- και να διεκδικήσει το τέλος της «Υπερφορολόγησης- της Λιτότητα και της Ανεργίας»;

Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι ένα ξεκάθαρο ΌΧΙ.

Αν κυριαρχήσουν οι λογικές του «να είμαστε περισσότεροι κι ας μην είμαστε ακριβώς  στην ίδια ταξική πλευρά», ειδικά τώρα που το εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε κρίση, υποχωρώντας στα αιτήματα και συμμαχώντας με τμήματα του κεφαλαίου θα υπάρξει ακόμα χειρότερο αποτέλεσμα.

Η απόρριψη του σεχταρισμού είναι απαραίτητο στοιχείο ανάκαμψης του εργατικού κινήματος, εξίσου ωστόσο, με την απόρριψη της θολούρας του «όλοι μαζί μπορούμε».

Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν ανάγκη της δικής τους, ξεχωριστής οργάνωσης και των συλλογικών τους διεκδικήσεων. Σε αυτές μπορεί να προσχωρήσει τμήμα των μικρο-επαγγελματιών ή μικρομεσαίων αγροτών, αλλά αν αυτό το τμήμα καθορίσει τα αιτήματα, τότε, ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός που είναι συνυφασμένος με την εργασιακή επιβίωση αυτών των στρωμάτων, θα «κονταίνει», ως ντόμινο, τα εργατικά αιτήματα και θα αλλάζει το πλαίσιο διεκδικήσεων.

* Παράρτημα

Η κατάσταση της εργατικής τάξης (στοιχεία)

Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2018)

Το διάστημα Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2017 οι έμμεσοι φόροι αντιστοιχούσαν στο 56,6% των φορολογικών εσόδων του κράτους, έναντι 54% το 2016.

Είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι χρησιμοποιώντας εναλλακτικούς δείκτες για την ανεργία, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τους την ύπαρξη της υποαπασχόλησης, των αποθαρρημένων ανέργων και του εν δυνάμει πρόσθετου εργατικού δυναμικού, το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται υψηλότερο κατά 7 ποσοστιαίες μονάδες (27,5%) από το επίσημο ποσοστό ανεργίας. Το ποσοστό ανεργίας εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερο στις γυναίκες και στους νέους ‒ακόμα και σ’ αυτούς με υψηλή ειδίκευση‒, καθώς και στις Περιφέρειες της Βόρειας και της Δυτικής Ελλάδας, ενώ οι μακροχρόνια άνεργοι ξεπερνούν το 70% του συνόλου των ανέργων.

Εξετάζοντας τις μεταβολές στην απασχόληση παρατηρούμε ότι το ποσοστό των απασχολουμένων στο σύνολο του πληθυσμού εργάσιμης ηλικίας κατά το γ΄ τρίμηνο του 2017 ανήλθε σε 54,6%, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με τις χειρότερες στιγμές του πρόσφατου παρελθόντος, αλλά σημαντικά χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα. Κατ’ αναλογία με τα στοιχεία για την ανεργία παρατηρούμε ότι οι κατηγορίες του πληθυσμού με τα σημαντικότερα προβλήματα είναι οι νέοι και οι γυναίκες.

Η εξέλιξη των μισθών κατά το 2017 εμφανίζει σταθεροποίηση στα χαμηλά επί­πεδα τα οποία έχουν διαμορφωθεί. Στον ιδιωτικό τομέα έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των χαμηλόμισθων εργαζομένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 700 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 37,4% το 2017 (από 13,1% το 2009), ενώ μειώνεται κατά 4 περίπου ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό για αποδοχές μεταξύ 700-899 ευρώ (23,5% το 2017 από 27,3% το 2009). Παράλληλα, έχει μειωθεί δρα­στικά, κατά το ήμισυ περίπου, το ποσοστό των εργαζομένων με καθαρές μηνι­αίες αποδοχές μεταξύ 900-1.300 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 16,8% το 2017 (από 35,7% το 2009).

Στον ευρύτερο δημόσιο τομέα έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των εργαζο­μένων με καθαρές μηνιαίες αποδοχές κάτω των 1.000 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 29,8% το 2017 (από 18,9% το 2009), και έχει αυξηθεί λίγο το ποσοστό για αποδοχές 1.000-1.100 ευρώ (16,2% το 2017 από 13% το 2009). Αντίθετα, έχει μειωθεί σημαντικά το ποσοστό των εργαζομένων που δηλώνει καθαρές μηνιαίες αποδοχές 1.100-1.599 ευρώ, το οποίο ανέρχεται σε 34,3% το 2107 (από 46,5% το 2009), όπως και το ποσοστό των εργαζομένων με αποδοχές άνω των 1.600 ευρώ (4,7% το 2017 από 10,9% το 2009).

Όσον αφορά τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (ΣΣΕ), το 2017 οι εθνικές ή τοπι­κές κλαδικές ΣΣΕ εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά ολιγάριθμες, ενώ για όγδοη χρονιά οι επιχειρησιακές ΣΣΕ υπερτερούν συντριπτικά. Με βάση τα στοιχεία του Υπουργείου Εργασίας το 2017 υπογράφτηκαν μόνο 15 κλαδικές/ομοιοεπαγ­γελματικές συλλογικές συμβάσεις, δηλαδή στα ίδια περίπου επίπεδα με τα προ­ηγούμενα έτη. Αντίθετα, ο αριθμός των επιχειρησιακών ΣΣΕ ανέρχεται σε 244, αντιπροσωπεύοντας το 92% του συνόλου των ΣΣΕ.

Την ίδια στιγμή οι προσλήψεις με πλήρη απασχόληση υποχωρούν σταθερά, αφού μειώνεται η ποσοστιαία αναλογία τους από 79% το 2009 σε 45% το 2017, ενώ η ποσοστιαία αναλογία των νέων προσλήψεων με ευέλικτες μορφές απασχόλησης υπερδιπλασιάζεται. Ενώ το 2009 οι προσλήψεις με ευέλικτες μορφές εργασίας αντιστοιχούσαν στο 21% του συνόλου των προσλήψεων, το 2017 αντιστοιχούν στο 54,9%.

Ο δείκτης φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού αυξάνεται από 27,6% το 2009 σε 36% το 2014 για να μειωθεί ελαφρώς στο 35,6% το 2016 (διαθέσιμο εισόδημα 2015). Καθοριστικός παράγοντας για τη συγκρά­τηση του ποσοστού φτώχειας στην Ελλάδα συνιστούν οι μεταβιβαστικές πληρω­μές, και ειδικά εκείνη των συντάξεων, καθώς κατά την κρίση διευρύνεται σταθερά η σημασία που έχουν για την αντιμετώπιση της φτώχειας. Από την άλλη πλευρά, ανησυχητικό κρίνεται το γεγονός ότι οι κοινωνικές ομάδες που επαγγελματικά βρίσκονται στο περιθώριο, όπως οι άνεργοι και ο μη ενεργός πληθυσμός, εμφα­νίζουν ισχυρή αύξηση του ποσοστού φτώχειας την περίοδο 2015-2016.

Ως προς το επίπεδο διαβίωσης των μισθωτών εργαζομένων, εμφανίζεται σταθερή επιδείνωση του ποσοστού φτώχειας των γυναικών σε αντίθεση με τους άνδρες, όπου το αντίστοιχο ποσοστό βαίνει μειούμενο. Επιπλέον, τα εμπειρικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την ανησυχία του ΙΝΕ ΓΣΕΕ ότι η εξάπλωση της μερικής απασχόλησης και η γενίκευση των ελαστικών σχέσεων εργασίας έχουν καταδικάσει μεγάλο τμήμα του εργαζόμενου πληθυσμού να διαβιώνει σε συνθήκες φτώχειας. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ποσοστό φτώχειας σε εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου κυμαίνεται περίπου σε τριπλά­σια επίπεδα σε σχέση με τους εργαζομένους με συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθι­στά προφανές πως οι σταθερές και πλήρεις σχέσεις απασχόλησης εξασφαλίζουν σαφώς καλύτερη προστασία από τη φτωχοποίηση.

Παρόλο που το ποσοστό φτώχειας εμφανίζει τάσεις σταθεροποίησης στην ανο­δική πορεία των προηγούμενων χρόνων, η οικονομική στενότητα των νοικοκυριών συνεχίζει να αυξάνεται το 2016 για όλες σχεδόν τις κατηγορίες καταναλωτικών αναγκών, ενώ η απόκλιση ως προς το επίπεδο διαβίωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο της περιόδου 2009-2016.

Παρατηρούμε ότι το ποσοστό κάλυψης των ανέργων με επίδομα ανεργίας υποχωρεί από 31% το 2010 σε 13% το 2017. Με άλλα λόγια, το μεγαλύτερο μέρος των ανέργων βρίσκεται εκτός κάλυψης από τις υπάρχουσες μορφές εξασφάλισης.

Σύμφωνα με την Έκθεση της Κομισιόν για την αδήλωτη εργασία στην Ελλάδα, στους κλάδους της αγροτικής οικονομίας, των κατασκευών, του εμπορίου και του τουρισμού, ύστερα από ελέγχους που διενεργήθηκαν από κοινού από το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (ΣΕΠΕ) και τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) για το 2016 σε 5.577 επιχειρήσεις από τις 34.241 που ελέγχθηκαν (16,3%) καταγράφηκαν αδήλωτοι εργαζόμενοι.

Ο κατώτατος μισθός σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα κατρακυλά στην κατάταξη των χωρών που έχουν θεσμοθετημένο κατώτατο μισθό σε εθνικό επίπεδο από την έβδομη θέση το 2010 στη δωδέκατη θέση το 2018. Είναι χαμηλότερος από τον αντίστοιχο μισθό της Ισπανίας, της Μάλτας, της Σλοβενίας, αλλά πλέον και της Πολωνίας, ενώ συρρικνώνεται σημαντικά η απόσταση που υπήρχε πάντοτε με την Πορτογαλία. Αξιοσημείωτη είναι επίσης η μείωση της διαφοράς του κατώτατου μισθού σε μονάδες αγοραστικής δύναμης στην Ελλάδα από τον αντίστοιχο στη Ρουμανία, στην Ουγγαρία και στη Σλοβακία. Όπως φαίνεται στα Διαγράμματα 3.8 και 3.9, από τη σύγκριση 2010 και 2018, ο κατώτατος μισθός, υπολογιζόμενος είτε σε ευρώ είτε σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, έχει αυξηθεί, με εξαίρεση την Ελλάδα, σε όλες τις χώρες της ΕΕ συμπεριλαμβανομένων και των χωρών που εφάρμοσαν προγράμματα προσαρμογής υπό την εποπτεία της Τρόικας και πάγωσαν για κάποιο χρονικό διάστημα τους κατώτατους μισθούς, χωρίς ωστόσο να προβούν σε ονομαστικές μειώσεις.

Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα της ΕΕ, όπου από το 2010 μέχρι σήμερα παρατηρείται δραστική μείωση του κατώτατου μισθού τόσο σε ονομαστικούς όρους (σε ευρώ) όσο και σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, ενώ από το 2012, όταν έγινε η δραστική μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% (και 32% για τους νέους κάτω των 25 ετών), δεν έχει γίνει απολύτως καμία αναπροσαρμογή και ο κατώτατος μισθός παραμένει έκτοτε καθηλωμένος στα ίδια επίπεδα.

Στην Ελλάδα και στην Ισπανία οι μικρές αυξήσεις σε πραγματικούς όρους το 2015 και το 2016 αντανακλούν κυρίως τον αρνητικό πληθωρισμό, ενώ το 2017 ο κατώτατος πραγματικός μισθός αυξάνεται στην Ισπανία κατά 5,9% και μειώνεται στην Ελλάδα κατά 1,2%.

Κατά τη διάρκεια του 2017, η κατάσταση στην αγορά εργασίας, όσον αφορά τόσο τις συλλογικές όσο και τις ατομικές συμβάσεις εργασίας, παραπέμπει σε μια εικόνα γενικευμένης πλέον καθιέρωσης και παγίωσης του νεοφιλελεύθερου εργασιακού υποδείγματος. Βασικά του χαρακτηριστικά είναι η πλήρης αποκέντρωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων (και μάλιστα με «μη οργανωμένο» τρόπο) καθώς και η γενίκευση της ευελιξίας στις ατομικές εργασιακές σχέσεις. Βεβαίως, η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά συνιστά μέρος μιας γενικότερης και εν πολλοίς παγκόσμιας διαδικασίας αντικατάστασης του μεταπολεμικού κοινωνικού μοντέλου από το νεοφιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο της κυριαρχίας των αγορών πάνω στα εργατικά δικαιώματα.

Τα στατιστικά στοιχεία που πρόσφατα έδωσε ο ΕΦΚΑ για τον Μάιο του 2017 αναδεικνύουν ότι ένας στους τρεις εργαζομένους με μερική απασχόληση λαμβάνει μισθό χαμηλότερο από το επίδομα ανεργίας. Αύξηση του ποσοστού φτώχειας εμφανίζεται όμως και στους εργαζομένους πλήρους απασχόλησης, πιθανόν ως συνέπεια της εισοδηματικής λιτότητας των προηγούμενων ετών και της υπερφορολόγησης

Κοινωνικό Πολύκεντρο ΑΔΕΔΥ (για προϋπολογισμό 2018)

Νέες καθαρές περικοπές θα υπάρξουν στις δαπάνες για μισθούς, συντάξεις, ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία, οι οποίες θα μειωθούν κατά 3,3% έναντι του 2017. Προβλέπεται μείωση 1,6 δισεκατομμυρίων ευρώ που θα προέλθει από την δραματική μείωση του ΕΚΑΣ , των επιδομάτων πολυτέκνων, της φαρμακευτικής περίθαλψης, του πετρελαίου θέρμανσης κ.ά.). Προβλέπεται η περικοπή επιδομάτων απροστάτευτων τέκνων, η κατάργηση της έκπτωσης 10% στις ιατρικές δαπάνες και της έκπτωσης φόρου 1,5% όταν εκκαθαριστούν οι φορολογικές δηλώσεις μισθωτών και συνταξιούχων, η κατάργηση επιδομάτων φτώχειας και φυσικών καταστροφών κ.ά. Οι δαπάνες για ασφάλιση, περίθαλψη και κοινωνική προστασία θα μειωθούν κατά 7,6% (περίπου 1,6 δισ. ευρώ).

Στους δικαιούχους ΕΚΑΣ θα διατεθούν 80 εκατομμύρια ευρώ έναντι 900 που διατίθεντο πριν το 3ο μνημόνιο και 320 που διατέθηκαν κατά το 2017. Θα περικοπεί το επίδομα πετρελαίου θέρμανσης κατά 30 εκατομμύρια (50%). Επιπλέον, τα κριτήρια χορήγησης πρόκειται να γίνουν αυστηρότερα. Κατά την εκκαθάριση φόρου εισοδήματος το 2018 δεν θα αναγνωριστούν οι αποδείξεις φαρμάκων και ιατρικών δαπανών που εκδόθηκαν στη διάρκεια του 2017.

Όσον αφορά το “κοινωνικό μέρισμα”, ο προϋπολογισμός του 2018 προβλέπει δαπάνη για “δράσεις στήριξης” της κοινωνικής συνοχής 320 εκατομμυρίων ευρώ (έναντι 800 εκατομμυρίων το 2017).

Λεφτά υπάρχουν και τα έχουν οι ιδιώτες επιχειρηματίες (στοιχεία)

Έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ (2018)

Συνοπτικά, η εγχώρια παραγωγή βρίσκεται καθηλωμένη σε ένα στάσιμο επίπεδο ‒αρκετά χαμηλότερο από αυτό της προ κρίσης περιόδου‒, γεγονός το οποίο δημιουργεί δυναμική απόκλισης από την ήπια αναπτυξιακή δυναμική στην Ευρωζώνη. Μοναδικό θετικό γεγονός είναι η αυξητική πορεία της παραγωγής στη μεταποίηση, η οποία όμως ενισχύεται με βραδείς ρυθμούς. Εκτιμάται ότι με βάση τον ρυθμό αύξησης του 2017, η προστιθέμενη αξία στη μεταποίηση θα φτάσει στο επίπεδο του 2008 σε πέντε έτη. Η ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση των περιθωρίων κέρδους του κλάδου που σημειώθηκε κατά την περίοδο εφαρμογής των ΠΟΠ1 δεν φαίνεται να συνοδεύεται από εξίσου σημαντική τόνωση της παραγωγικής δραστηριότητας. Το στοιχείο αυτό υποδεικνύει την τάση συσσώρευσης πλούτου ως κύριο χαρακτηριστικό της ελληνικής επιχειρηματικής κουλτούρας, γεγονός που παρεμποδίζει την επέκταση και την ενίσχυση του παραγωγικού τομέα, π.χ. μέσω μιας ενισχυμένης επενδυτικής δραστηριότητας. Χαρακτηριστικό αυτής της συνθήκης είναι ότι η τόνωση της μεταποίησης αφορά κυρίως κλάδους χαμηλής προς μέση τεχνολογικής έντασης με ελαστικό εργασιακό κόστος. Επομένως, η αύξηση αυτή δεν μπορεί να συνδεθεί με μια αναδιάρθρωση του παραγωγικού ιστού της οικονομίας.

Το Διάγραμμα 2.11 (έκθεση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ 2018) απεικονίζει την πορεία των ακαθάριστων επενδύσεων, των αδιανέμητων κερδών και των νέων δανείων των επιχειρήσεων σε ονομαστικούς όρους. Από την εξέταση του διαγράμματος γίνεται προφανές ότι τα αδιανέμητα κέρδη υπερκαλύπτουν τις επενδύσεις. Ειδικότερα, το α΄ τρίμηνο του 2017 τα αδιανέμητα κέρδη ήταν κατά 1,95 δισ. ευρώ υψηλότερα των ακαθάριστων επενδύσεων, ενώ το β΄ τρίμηνο η διαφορά ήταν της τάξης των 685 εκατ. ευρώ.

Συνεπώς, οι επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρηματοδοτήσουν με ιδίους πόρους επιπλέον επενδύσεις, αλλά δεν το επέλεξαν. Οι αρνητικές προσδοκίες κερδοφορίας, απότοκο του αποπληθωριστικού περιβάλλοντος που δημιουργεί η εφαρμογή των ΠΟΠ, ερμηνεύουν μερικώς το μέγεθος της αποεπένδυσης. Όμως, η διαφορά επενδύσεων και αδιανέμητων κερδών αποκαλύπτει σημαντικές πλευρές της κυρίαρχης επιχειρηματικής κουλτούρας, αλλά και της δομής των επιχειρήσεων στην Ελλάδα.

Χρησιμοποιώντας μικροδεδομένα από την Έρευνα για το Εισόδημα και τις Συνθήκες Διαβίωσης των Νοικοκυριών (EU-SILC), είχαμε δείξει ότι κατά την περίοδο 2010-2015, οι φορολογικές επιβαρύνσεις που προέβλεπαν τα ΠΟΠ έπληξαν περισσότερο τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις παρά τις υψηλότερες. Όπως μπορούμε να δούμε και στον Πίνακα 4.1, η ταξική μεροληψία της παραπάνω φορολογικής πολιτικής εξακολουθεί και το 2016 και μάλιστα με ενδείξεις ενίσχυσης. Ειδικότερα, στον Πίνακα 4.1 εμφανίζεται η αναλογία του φόρου στο εισόδημα και στις ασφαλιστικές εισφορές και του φόρου στον πλούτο ως προς το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα του 20% των φτωχότερων (S1) και των πλουσιότερων (S5) νοικοκυριών αντίστοιχα. Όπως μπορούμε να δούμε, η αναλογία του φόρου εισοδήματος και των ασφαλιστικών εισφορών ως προς το ακαθάριστο εισόδημα σε απόλυτες μονάδες αυξήθηκε στα φτωχότερα νοικοκυριά από 9,08% το 2015 σε 9,34% το 2016, ενώ η συνολική μεταβολή για την περίοδο 2010-2016 είναι της τάξης του 3,21%. Αντιθέτως, στα πλουσιότερα νοικοκυριά παρατηρείται μείωση στην αναλογία του φόρου εισοδήματος και ασφαλιστικών εισφορών ως προς το ακαθάριστο εισόδημα, από 30,04% σε 29%, ενώ για την περίοδο 2010-2016 η αύξηση φτάνει μόλις στο 0,59%. Η αδικία γίνεται ακόμα πιο εμφατική στην περίπτωση του φόρου περιουσίας, όπου για τα φτωχότερα νοικοκυριά η επιβάρυνση στο ακαθάριστο εισόδημά τους αυξάνεται από 6,04% το 2015 σε 6,98% το 2016, ενώ κατά την περίοδο 2010- 2016 προκύπτει συνολική αύξηση της τάξης των 6,84 μονάδων. Αντιθέτως και σε αυτή την περίπτωση, τα πλουσιότερα νοικοκυριά παρουσιάζουν οριακή μείωση από 2,46% σε 2,43%, ενώ συνολικά για την περίοδο 2010-2016 η αύξηση είναι 2,31 μονάδες. Από την ανάλυση που προηγήθηκε θεωρούμε πως η επικείμενη διεύρυνση της φορολογικής βάσης μέσω της μείωσης του αφορολόγητου ορίου θα διευρύνει ακόμη περισσότερο τις κοινωνικές ανισότητες. Για τον λόγο αυτό, τονίζουμε για άλλη μια φορά πως η δημοσιονομική εξυγίανση από την πλευρά των εσόδων θα πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω μιας δικαιότερης φορολογικής πολιτικής και μέσω της ουσιαστικής αντιμετώπισης της φοροδιαφυγής.

Η ανάλυση υποδεικνύει πως η κρίση στην Ελλάδα έπληξε περισσότερο τα χαμηλότερα τμήματα της εισοδηματικής κατανομής, γεγονός που έχει επισημανθεί και στην προηγούμενη Έκθεση του Ινστιτούτου (ΙΝΕ ΓΣΕΕ, 2017α).

Ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, οι παραπάνω μεταβολές υποδεικνύουν πως κατά τη διάρκεια της κρίσης έχει σημειωθεί διεύρυνση της ανισοκατανομής η οποία έγινε αποκλειστικά σε βάρος των χαμηλότερων εισοδηματικών τάξεων.

1 ΠΟΠ: Περιοριστικές Οικονομικές Πολιτικές

Άλλες πηγές

Την ώρα όμως που το 2019 θα κόβονται 2,13 δισ. ευρώ από τις συνταξιοδοτικές δαπάνες, που σχεδόν οι μισοί (από τα 2,2 εκατ. εργαζομένων) είναι απλήρωτοι επί μήνες, το μεγάλο κεφάλαιο θα δει μείωση της φορολογίας του, ενώ, οι εισηγμένες εταιρείες θα μοιράσουν στους μετόχους τους, για το 2017, περί τα 1,37 δισ. ευρώ σε μερίσματα, ποσό αυξημένο κατά 9% σε σχέση με μια χρόνια πριν. Σύμφωνα με οικονομικούς αναλυτές, το 2017 αναδείχτηκε η καλύτερη χρονιά για τις εισηγμένες εταιρείες μετά το 2009.

/iskra.gr