Στην Ιταλία δοκιμάστηκαν τα όρια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ΕΕ

Στην Ιταλία δοκιμάστηκαν τα όρια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στην ΕΕ

Η απόφαση του Ιταλού Προέδρου Ματαρέλα να αρνηθεί τον διορισμό υπουργού που του πρότεινε ο εντολοδόχος πρωθυπουργός προκάλεσε έντονες αναταράξεις όχι μόνον στην γειτονική χώρα αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η συζήτηση αυτή φούντωσε αμέσως και στη χώρα μας, καθώς οι παραλληλισμοί με πρόσφατα δικά μας παραδείγματα ήταν αναπόφευκτοι.
Ωστόσο, ο πολωτικός χαρακτήρας των περισσότερων αντιπαραθέσεων μάλλον συσκότισε τον πυρήνα του όλου προβλήματος, το οποίο δεν είναι άλλο από την δοκιμασία της ευρωπαϊκής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας απέναντι στα πρωτόγνωρα πολιτικά φαινόμενα που ανέδειξε η κρίση και η έξαρση των μεταναστευτικών ροών.

Γιώργος Σωτηρέλης

Και η δοκιμασία αυτή σχετίζεται ιδίως με την άνοδο νέων πολιτικών δυνάμεων, που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα πολιτικά σχήματα της μεταπολεμικής Ευρώπης και θέτουν επί τάπητος, κατά κανόνα με τρόπο οξύ και συγκρουσιακό, μια συνολική αμφισβήτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η απάντηση στο πρόβλημα αυτό έχει κατά την άποψή μου δύο σκέλη, που συνδέονται άρρηκτα:

Το πρώτο αφορά την ουσία. Γιατί έχει δημιουργηθεί αυτό το νέο πολιτικό κλίμα στην Ευρώπη. Που οφείλεται αυτός ο διάχυτος, αντιφατικός και συχνά ανέλεγκτος ριζοσπαστισμός -που απλουστευτικά χαρακτηρίζεται συλλήβδην «λαϊκισμός»– και γιατί αλλού συνδέεται με νέα σχήματα που έχουν ιδεολογικές αναγωγές στον χώρο της Δεξιάς ή της Αριστεράς και αλλού –όπως στην Ιταλία με το κόμμα των «Πέντε Αστέρων»– εμφανίζεται με τόσο ασαφή και αλλοπρόσαλλα χαρακτηριστικά;
Το δεύτερο αφορά τα χρησιμοποιούμενα συνταγματικά μέσα. Πως και σε ποιον βαθμό μπορεί να «αξιοποιηθεί» το θεσμικό οπλοστάσιο της σύγχρονης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για την αντιμετώπιση των αρνητικών χαρακτηριστικών αυτής της νέας πολιτικής πραγματικότητας αλλά και για την «σωτηρία» των λαών από τις ίδιες τις επιλογές τους; Ας τα δούμε αναλυτικά:
Η εθελοτυφλία των αρχουσών ελίτ
Οι ιθύνουσες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις στον χώρο της ΕΕ –αλλά και στο πεδίο των εθνικών κρατών– δυστυχώς δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι είναι αυτό που ιδίως ενοχλεί ευρύτατα λαϊκά στρώματα στον ευρωπαϊκό χώρο. Δεν έχουν καταλάβει, ειδικότερα, πόσο μεγάλη ζημιά στην ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχουν προκαλέσει τα τελευταία χρόνια αφενός μεν ο ιδιόμορφος «καθεστωτισμός» –με έντονα στοιχεία θεσμικού ελιτισμού, οικονομικού κυνισμού και ολιγαρχικής νοοτροπίας– αφετέρου δε ο ολοένα και πιο απροκάλυπτος «γερμανοκεντρικός» προσανατολισμός της σύγχρονης ευρωενωσιακής πραγματικότητας.

Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι αντί να εγκύψουν με προσοχή σε αυτές τις παθογένειες, ώστε να δώσουν πρόσφορες πολιτικά και οικονομικά λύσεις που θα εκτονώσουν και εν συνεχεία θα εγκοιτώσουν τον τυφλό «αντισυστημισμό», είτε εθελοτυφλούν και περί άλλα τυρβάζουν είτε εξαντλούν τις προσπάθειές τους σε μια μονομερή, άκαμπτη και εντόνως ισοπεδωτική αντιμετώπιση των πολλαπλών κοινωνικών και πολιτικών αμφισβητήσεων του σημερινού status quo.

Στην πραγματικότητα, οι ιθύνουσες αυτές δυνάμεις εξαντλούν τις προσπάθειές τους στο να πείσουν ότι «στραβός είναι ο γιαλός» και ότι ο μόνος τρόπος υπέρβασης των σημερινών προβλημάτων είναι η πατερναλιστική λογική της κηδεμόνευσης των λαών. Θεωρητικά το κάνουν για το «συμφέρον» των λαών, αλλά στην πράξη συχνά εις βάρος τους και σε κάθε περίπτωση ερήμην τους και ερήμην της δημοκρατίας βεβαίως.

Πρόκειται για την αποθέωση της διαλεκτικής των «τεχνικών της εξουσίας». Αυτή, σε συνδυασμό με μια εμφανή προσπάθεια επιβολής μονοδρομικών λύσεων –όπως η διαβόητη «συναίνεση της Ουάσιγκτον»– αποτυπώθηκε χαρακτηριστικά σε δύο κινήσεις: Πρώτον, στην άκριτη κίνηση του Ιταλού Προέδρου να προτείνει για πρωθυπουργό πρώην στέλεχος του ΔΝΤ (διακινδυνεύοντας να τον δει να μην λαμβάνει μία ψήφο εμπιστοσύνης…). Δεύτερον, σε αυτά που είπε ο ανεκδιήγητος Επίτροπος Έτιγκερ, ο οποίος, παρότι επιστράτευσε απροκάλυπτα τις «αγορές» σαν φόβητρο κατά της πολιτικής βούλησης των λαών, παραδόξως παραμένει ακόμη στη θέση του…

Είναι, λοιπόν, προφανές ότι αν οι σημερινοί ταγοί της ΕΕ και των επί μέρους συνιστωσών της δεν απεμπλακούν από τα δύο σύνδρομα που τους ταλανίζουν (του σκατζόχοιρου απέναντι σε κάθε αντιδρώντα και του «προστάτη» των λαών από τους εαυτούς τους) και δεν αναστοχαστούν –κριτικά αλλά και αυτοκριτικά– το μέλλον της ΕΕ, είναι πραγματικά αμφίβολο αν θα υπάρξει τέτοιο μέλλον.

Ένα συνταγματικό παράδειγμα προς αποφυγήν
Ως προς το δεύτερο σκέλος πρέπει να τονίσουμε ευθύς εξ αρχής ότι η κίνηση Ματαρέλα, στην ιταλική πολιτική σκηνή, είναι το καλύτερο παράδειγμα προς αποφυγήν, τόσο σε συνταγματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο. Ειδικότερα: Σε συνταγματικό επίπεδο, ο Ιταλός Πρόεδρος υπερέβη σαφώς, κατά την άποψή μου, τα όρια του ρόλου του ανώτατου άρχοντα, στο πλαίσιο της κοινοβουλευτικής (προεδρευόμενης ή βασιλευόμενης) δημοκρατίας, που κυριαρχεί στην ΕΕ.

Και τούτο διότι κινείται σε μια λογική διπλής εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση –τόσο από τον ανώτατο άρχοντα όσο και από την Βουλή– η οποία όμως είναι ανεπίτρεπτη. Κι αυτό, διότι ανατρέχει σε έναν πρώιμο δυαδικό («ορλεανικό») κοινοβουλευτισμό, ο οποίος όμως έχει πλέον εγκαταλειφθεί σε όλες τις σύγχρονες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και εξακολουθεί να ισχύει μόνο σε προεδρικά συστήματα (όπως πχ των ΗΠΑ και της Κύπρου). Δηλαδή σε συστήματα που αναγορεύουν τον ισχυρά νομιμοποιημένο (λόγω εκλογής από τον λαό) πρόεδρο σε κυρίαρχο πόλο της εκτελεστικής εξουσίας.

Αυτός ο δυαδικός κοινοβουλευτισμός μπορούμε να δεχθούμε ότι ισχύει, εν πολλοίς, και στο ιδιόμορφο ημιπροεδρικό σύστημα της Γαλλίας (το οποίο όμως ο Πρόεδρος Μακρόν, που έσπευσε να επιδοκιμάσει την απόφαση Ματαρέλα, φαίνεται να συγχέει, ελαφρά τη καρδία, με το σύστημα της Ιταλίας…).

Αντίθετα, στην κοινοβουλευτική δημοκρατία ο Πρόεδρος είναι εξ ορισμού ο ασθενέστερος πόλος της εκτελεστικής λειτουργίας. Πέρα από τις καθαρά ρυθμιστικές του αρμοδιότητες έχει οριακή μόνο διακριτική ευχέρεια τόσο όταν διορίζει τον πρωθυπουργό –δεδομένου ότι δεσμεύεται από την αρχή της δεδηλωμένης– όσο και όταν διορίζει, με πρόταση αυτού, τους υπουργούς (με διάταξη ακριβώς ίδια με αυτήν του ελληνικού Συντάγματος).

Έλεγχος πολιτικής σκοπιμότητας
Στο πλαίσιο μιας τέτοιας προσέγγισης, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας οφείλει μεν να διατυπώνει ευθαρσώς τις σκέψεις του στον άλλο πόλο της εκτελεστικής εξουσίας, αλλά μόνο κατ’ ιδίαν και με διάθεση να επισημαίνει προβλήματα, να εγείρει ενστάσεις και να νουθετεί. Κατά τα άλλα, το μόνο που μπορεί να γίνει κατ’ οικονομίαν ανεκτό, στην λογική του θεσμικού αντιβάρου, είναι ένας οιονεί έλεγχος νομιμότητας. Όπως αυτός που ασκήθηκε στο παρελθόν από τον Σκάλφαρο, όταν ο τελών υπό δικαστική έρευνα Μπερλουσκόνι θέλησε να επιβάλει ως υπουργό Δικαιοσύνης τον δικηγόρο του…

Σε κάθε όμως περίπτωση, έλεγχος πολιτικής σκοπιμότητας, όπως αυτός που διεξήγαγε απροκάλυπτα, και ατυχέστατα, ο Ματαρέλα –και μάλιστα παρά το ότι ο προταθείς υπουργός δήλωσε ρητά ότι θα κινηθεί στο πλαίσιο της μη αντιευρωπαϊκής συμφωνίας των δύο κυβερνητικών κομμάτων– είναι αδιανόητος. Ας θυμηθούμε, άλλωστε, και τα Ιουλιανά του 1965, που ξέσπασαν από την ίδια ακριβώς αιτία: την άρνηση του τότε βασιλιά να δεχθεί ως υπουργό Άμυνας τον προταθέντα από τον τότε πρωθυπουργό.

Συμπερασματικά, με τέτοιες κινήσεις δεν παραβιάζεται μόνον η κοινοβουλευτική αρχή, που συνεπάγεται εξ ορισμού τον καθοριστικό ρόλο του πρωθυπουργού, αλλά σε τελευταία ανάλυση και την ίδια την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Διότι ο πρωθυπουργός δεν είναι ένα απλό μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου (primus inter pares), αλλά ο κυρίαρχος του κοινοβουλευτικού παιχνιδιού (primus solus), διότι στο πρόσωπό εκφράζονται ταυτόχρονα –μέσω της αρχής της δεδηλωμένης– όλες οι συνταγματικές παράμετροι της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Κι αυτό ισχύει ακόμη και σε εκείνες τις προεδρευόμενες δημοκρατίες που έχουν Πρόεδρο άμεσα εκλεγόμενο από τον λαό (π.χ. Πορτογαλία, Αυστρία, Φιλανδία).

Ο απόηχος για την Ελλάδα
Και μια τελευταία παρατήρηση, που αφορά τον δημόσιο διάλογο που διεξάγεται στη χώρα μας. Όσοι φαντασιώνονται έναν πρόεδρο σε στυλ Ματαρέλα –που θυμίζω ότι ήταν δικαστής και όχι πολιτικός– ας το ξεχάσουν. Όχι μόνον διότι ο δικός μας Πρόεδρος είναι μετά την αναθεώρηση του 1986 αρκετά αποδυναμωμένος, αλλά και διότι, ακόμα και με το Σύνταγμα του 1975 (δηλ. πριν από την αναθεώρηση) μια τέτοια κίνηση θα ήταν επίσης αδιανόητη.

Αν θέλουμε, λοιπόν, να προτρέψουμε τον Πρόεδρο να κινηθεί με μεγαλύτερο θάρρος, ας παύσουμε να προσβλέπουμε σε αυτόν σαν εν δυνάμει παράγοντα του πολιτικού παιχνιδιού και ας στραφούμε σε πεδία στα οποία θα μπορούσε πράγματι να κινηθεί, χωρίς να εκτεθεί συνταγματικά.

Θα μπορούσε, για παράδειγμα να ξεκινήσει από τον έλεγχο της συνταγματικότητας των πράξεων νομοθετικού περιεχομένου –προκειμένου να μην επαναληφθούν φαινόμενα σαν αυτά που στιγμάτισαν την πράξη νομοθετικού περιεχομένου για την ΕΡΤ– και να συνεχίσει με έναν ουσιαστικό και εφ’ όλης της ύλης (δηλαδή όχι μόνον εξωτερικό) έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων αλλά και του δημοψηφίσματος (για να μην επαναληφθεί η τραυματική, από κάθε άποψη, και πλήρως δυσφημιστική για τους θεσμούς άμεσης συμμετοχής πρόσφατη εμπειρία).

Αν τολμήσει να κάνει και αυτά –πέρα από τα καθιερωμένα τυπικά αλλά και άτυπα καθήκοντά του– θα πρέπει, τουλάχιστον έως ότου γίνει συνταγματική αναθεώρηση, να είμαστε πολύ ευχαριστημένοι…

slpress.gr