Ο λογαριασμός, το αφήγημα και η αρνητική ψήφος

Ο λογαριασμός, το αφήγημα και η αρνητική ψήφος

Ο Τσίπρας και οι υπουργοί του άρχισαν τη δεύτερη κυβερνητική θητεία τους τον Σεπτέμβριο του 2015 με την πεποίθηση ότι το κόμμα τους θα ήταν η εξαίρεση του κανόνα ότι «το Μνημόνιο τρώει τους υπηρέτες του». Την πεποίθηση αυτή την είχε τροφοδοτήσει το γεγονός ότι μετά το σαρωτικό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα και παρά την εντυπωσιακή μνημονιακή κωλοτούμπα, οι πολίτες επιβράβευσαν τον ΣΥΡΙΖΑ με μία καθαρή εκλογική νίκη.
Η αλήθεια είναι ότι εκείνη τη στιγμή, χωρίς την προοπτική μίας αντιμνημονιακής κυβερνητικής λύσης και υπό το κράτος του φόβου ότι η χώρα θα καταρρεύσει και θα εκδιωχθεί από την Ευρωζώνη, οι ψηφοφόροι προτίμησαν «Μνημόνιο με ΣΥΡΙΖΑ» παρά «Μνημόνιο με ΝΔ και ΠΑΣΟΚ»:

Σταύρος Λυγερός

Πρώτον, επειδή θεωρούσαν τα δύο αυτά κόμματα υπεύθυνα για την κατάντια της χώρας και επιπροσθέτως είχαν βιώσει την άγρια λιτότητα επί των ημερών των κυβερνήσεων Γιώργου Παπανδρέου, Παπαδήμου και Σαμαρά.
Δεύτερον, επειδή θεωρούσαν ότι η κυβέρνηση Τσίπρα είχε καλές προθέσεις, ότι διαπραγματεύθηκε επίμονα, αν και αδέξια, και ως εκ τούτου, δίνοντας βάση και στις σχετικές υποσχέσεις, έτρεφαν την ελπίδα ότι θα εξαντλήσει όλα τα περιθώρια για να αμβλύνει τα επώδυνα μέτρα.
Πριν σταλεί ο λογαριασμός
Όταν στις 20 Σεπτεμβρίου του 2015 οι Έλληνες πήγαν στις κάλπες, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υπογράψει και ψηφίσει το 3ο Μνημόνιο, αλλά δεν είχε αρχίσει να το εφαρμόζει. Με άλλα λόγια, οι ψηφοφόροι γνώριζαν γενικά ότι θα εφαρμοσθούν δύσκολα μέτρα, αλλά δεν τους είχε πάει ακόμα ο λογαριασμός. Δεν είχαν το βίωμα και ως εκ τούτου είχαν τη δυνατότητα να τρέφουν κάποιες αυταπάτες γι’ αυτό που ερχόταν. Από πολιτικής απόψεως, πρόκειται για κρίσιμης σημασίας διαφορά.

Τρία χρόνια μετά, όμως, το 3ο Μνημόνιο αποτελεί παρελθόν, αλλά έχει αφήσει πίσω του καθόλου γενικές και αφηρημένες πληγές στο σώμα της κοινωνίας. Μεταφράστηκε σε περαιτέρω περικοπές, σε περαιτέρω υπερφορολόγηση, σε εισβολή της εφορίας στις καταθέσεις, σε πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας κλπ. Τώρα που κάθε νοικοκυριό και κάθε επιχείρηση έχει υποστεί και συνεχίζει να υφίσταται εμπράκτως τις επώδυνες επιπτώσεις, το κλίμα έχει αλλάξει.

Η οργή και η απόγνωση είναι διάχυτη στην κοινωνία, ακόμα και στις τάξεις όσων είχαν ψηφίσει ΣΥΡΙΖΑ. Οι αντιδράσεις δεν έχουν προσλάβει διαστάσεις κοινωνικής αναταραχής. Διοχετεύονται και εκφράζονται, τροφοδοτώντας το ρεύμα της αρνητικής ψήφου, το οποίο εξ αντιδιαστολής φουσκώνει τα εκλογικά πανιά της ΝΔ.

Τιμωρία χωρίς προοπτική
Όσοι στρέφονται προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη έχουν κατά κανόνα επίγνωση πως κι αυτός θα βαδίσει στο ίδιο μονοπάτι, πως θα εφαρμόσει τα ίδια επώδυνα μέτρα. Μη έχοντας, όμως, εναλλακτική λύση εξουσίας, δηλαδή διέξοδο, το κυρίαρχο κριτήριο της διαμορφούμενης εκλογικής συμπεριφοράς τους είναι να διώξουν αυτή την κυβέρνηση κι ας έρθει όποια άλλη. Αυτό, άλλωστε, είναι το χαρακτηριστικό της αρνητικής ψήφου.

Μπορεί η ΝΔ να μην έχει αυτόφωτη πολιτική-εκλογική δυναμική, αλλά είναι σαφές πως όσο μεγαλώνει η φθορά του ΣΥΡΙΖΑ τόσο εξ αντιδιαστολής ευνοείται αυτή ευθέως (μετακινήσεις ψηφοφόρων) και εμμέσως (δια της αποχής). Οι δημοσκοπήσεις το επιβεβαιώνουν. Η διαφορά μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων είναι με μικρές διακυμάνσεις σταθεροποιημένη, σε βαθμό που το σενάριο της “γαλάζιας” αυτοδυναμίας να μην είναι το πιθανότερο, αλλά και να μην αποκλείεται.

Αν και οι ευρισκόμενες σε καθοδική τροχιά κυβερνήσεις έχουν την τάση να εγκλωβίζονται σε αυταπάτες, οι δημοσκοπήσεις που διεξάγονται για λογαριασμό της κυβέρνησης προσγειώνουν τους σημερινούς ενοίκους του μεγάρου Μαξίμου στη σκληρή πραγματικότητα. Σε τι, λοιπόν, ελπίζουν;

Οι ελπίδες στην οικονομία
Ελπίζουν πως με την έξοδο από τα μνημόνια, θα επικρατήσει και στην κοινωνία το αισιόδοξο σενάριο. Για την ακρίβεια, πως η οικονομία, που ήδη εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης, θα εισέλθει πιο δυναμικά στην τροχιά της μεγέθυνσης και πως η Ελλάδα θα επιστρέψει σταδιακά στις αγορές. Οι παλαιότερες ελπίδες για γενναία ελάφρυνση του χρέους διαψεύσθηκαν και μαζί οι ελπίδες για ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Έστω και έτσι, στο Μαξίμου θεωρούν πως με τα μέτρα που πριν από μερικές ημέρες ο πρωθυπουργός εξήγγειλε στη ΔΕΘ θα εξισορροπήσουν το κλίμα της διάχυτης λαϊκής δυσαρέσκειας και πολιτικής-εκλογικής φθοράς. Θεωρούν πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα ανακτήσει κάποιο τουλάχιστον από το χαμένο εκλογικό έδαφος και ως εκ τούτου θα δώσουν με αξιώσεις τη μάχη των επόμενων εκλογών.

Αυτό είναι το αφήγημα, με το οποίο οι σημερινοί ένοικοι του Μαξίμου κατευνάζουν τις ανησυχίες τους, εκτονώνουν εσωκομματικές αντιδράσεις και διατηρούν αλώβητη την ενότητα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Η κοινοβουλευτική ιστορία, ωστόσο, διδάσκει ότι σε συνθήκες έντονης λαϊκής δυσαρέσκειας, όπως οι σημερινές, η αρνητική εκλογική τάση για μία κυβέρνηση δεν αντιστρέφεται σε πρώτο χρόνο ακόμα και εάν αυτή έχει κάποια στιγμή να επιδείξει πραγματικά επιτεύγματα.

Πολύ περισσότερο που τα επώδυνα για τη μικρομεσαία θάλασσα μέτρα όχι μόνο θα συνεχισθούν, αλλά και θα ενταθούν από τις αρχές του 2019, εάν τελικώς το ευρωιερατείο δεν αποδεχθεί το πιεστικό αίτημα της κυβέρνησης Τσίπρα να ακυρωθεί η μείωση των συντάξεων, ή τουλάχιστον να μετατεθεί για το 2020, ώστε να μην επηρεάσει το κλίμα εν όψει εκλογών.

Αν και οι πιθανότητες ο ΣΥΡΙΖΑ να κερδίσει τις επόμενες, με βάση όλες τις δημοσκοπήσεις, είναι αμελητέες, στο Μαξίμου και στην Κουμουνδούρου -όσο κι αν φαίνεται παράδοξο- θα έπρεπε να είναι χαρούμενοι. Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να χάσει τις εκλογές, αλλά όλα δείχνουν πως έχει κερδίσει το στρατηγικής σημασίας στοίχημα: έχει εδραιωθεί ως ο άλλος πυλώνας στο πολιτικό σύστημα, ως ο άλλος πόλος απέναντι στη ΝΔ. Κι αυτό συνέβη όχι τόσο λόγω της δικής του πολιτικής, όσο του γεγονότος ότι το ΚΙΝΑΛ «δεν τραβάει», με αποτέλεσμα να μην αφήνεται άλλη επιλογή στις μάζες των αντιδεξιών ψηφοφόρων.

slpress.gr