Θα «πυροβολήσει» η ΕΕ την Ιταλία και εν τέλει τα πόδια της;

Θα «πυροβολήσει» η ΕΕ την Ιταλία και εν τέλει τα πόδια της;

Μπορεί το Brexit και το προσφυγικό να κυριαρχούν στην επικαιρότητα της ΕΕ, όμως η Ιταλία μάλλον δικαίως σκορπά με εντεινόμενο ρυθμό, ρίγη στις Βρυξέλλες και όχι μόνο. Τα γεγονότα είναι γνωστά: Οι Ιταλοί έδωσαν στις τελευταίες εκλογές, την πλειοψηφία σε δύο κόμματα που δεν είναι αρεστά ούτε στο Βερολίνο, ούτε στο Παρίσι του Μακρόν, ούτε και στις Βρυξέλλες. Όχι βεβαίως λόγω των ξενοφοβικών θέσεών τους -άλλωστε η ΕΕ είναι ο εμπνευστής και ο βασικός υποστηρικτής του εγκλήματος των hotspots- αλλά επειδή οι υποσχέσεις τους για την οικονομική πολιτική δε συνάδουν με τη μονεταριστική ορθοδοξία της Ένωσης.

Θέμης Τζήμας

Ο πρόεδρος της Ιταλίας, κινούμενος ως εντεταλμένος της ΕΕ και όχι ως πρόεδρος της χώρας του, έθεσε τα πρώτα προσκόμματα, προκειμένου να επιβάλλει ως υπουργό Oικονομικών πρόσωπο της αρεσκείας του Βερολίνου, ή έστω να αποτρέψει έναν υπουργό μη επιθυμητό από την πατρωνία της καγκελαρίου Μέρκελ.

Ο πρόεδρος της Ιταλίας και ο άξονας Βερολίνου-Βρυξελλών-Παρισιού απόλαυσαν πράγματι μια πρώτη επιτυχία σε ό,τι αφορούσε τον διορισμό του υπουργού Οικονομικών, αλλά επρόκειτο για πρόσκαιρη νίκη. Η ένταση μεταξύ της κυβέρνησης Ιταλίας και όλων των παραπάνω σοβεί και επανέρχεται. Δεν πρόκειται στην πραγματικότητα για καινούριο ζήτημα. Απλά τώρα εκφράζεται και στο επίπεδο μιας κυβέρνησης.

Σε ό,τι αφορά τη βιομηχανική της ισχύ, η Ιταλία ανήκει στους χαμένους της Ευρωζώνης. Οι τράπεζές της έχουν πολλούς -όχι και τόσο καλά κρυμμένους πια- σκελετούς και το δημόσιο χρέος της είναι από τα υψηλότερα στην ΕΕ. Η ανάπτυξη ασθμαίνει, η κατανάλωση το ίδιο, η ανεργία είναι υψηλή, ενώ οι εξαγωγές δεν είναι τέτοιες και τόσες, ώστε να δικαιώσουν τη συμμετοχή στην Ευρωζώνη. Βεβαίως, η Ιταλία δεν πέρασε μια κρίση αντίστοιχης έντασης και βάθους με την ελληνική. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί μια γενική δυσθυμία απέναντι στις πολιτικές της λιτότητας που ταυτίζονται με την ΕΕ και κυρίως με το ευρώ.

«Aντισυστημικά» χαρακτηριστικά
Καλώς ή κακώς, η ψήφος στη Λέγκα του Βορρά και στο Κίνημα των 5 Αστέρων είχε και «αντισυστημικά» χαρακτηριστικά. Προφανώς θολά και όχι εκφρασμένα μέσα από κόμματα που διάφοροι θα προτιμούσαμε. Ωστόσο, ο ιταλικός λαός είναι αυτός που αποφασίζει.
Στο διάστημα μετά τις εκλογές, η ιταλική κυβέρνηση θυμίζει αρκετά τις παλινωδίες της πρώτης περιόδου ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: συγκρουσιακές διακηρύξεις, αλλά όχι πράξεις, αντιφατικές δηλώσεις γύρω από το ευρώ, εσωτερικές διαφωνίες, φήμες για παραιτήσεις κλπ.

Παρόλα αυτά έθεσε το ζήτημα μιας, όχι ουσιαστικά επεκτατικής αλλά μιας κάπως λιγότερο σφιχτής δημοσιονομικής πολιτικής, προκειμένου να ανακουφίσει ορισμένα κοινωνικά στρώματα και να τροφοδοτήσει τη μεγέθυνση. Για τον προαναφερόμενο άξονα, όλη αυτή η κατάσταση, ωστόσο, ελάχιστα προσεγγίζεται από τη σκοπιά των πραγματικών αναγκών της ιταλικής οικονομίας και κοινωνίας. Αυτό που πρυτανεύει είναι η ανάγκη επίδειξης ισχύος και καθυπόταξης ενός απείθαρχου εκλογικού σώματος.

Από τα παιχνίδια του Ντράγκι με τα ιταλικά ομόλογα, έως τις υποτιμητικές δηλώσεις διαφόρων υψηλόβαθμων Ευρωπαίων αξιωματούχων και τις διαρροές για τον τραπεζικό τομέα της χώρας, το σχέδιο εκτυλίσσεται στο ίδιο τέμπο με την ελληνική περίπτωση και με τους ίδιους στόχους: ο εξωτερικός δανεισμός θα πρέπει να ακριβύνει, οι τράπεζες να κινδυνέψουν και οι πολίτες να εκφοβιστούν, προκειμένου οι «από μέσα» πρόθυμοι και οι «από έξω» πάτρωνες να επιβάλλουν είτε άλλη κυβέρνηση, είτε μια «κωλοτούμπα» αλά Τσίπρα στην παρούσα κυβέρνηση.

Οι εκβιασμοί δεν αρκούν
Το πρόβλημα με την επανάληψη του εν λόγω σχεδίου στην περίπτωση της Ιταλίας είναι ότι ο κίνδυνος για το ίδιο το ευρώ και για την ΕΕ μεγαλώνει εκθετικά, λόγω του μεγέθους της ιταλικής οικονομίας. Βεβαίως είναι αλήθεια ότι η παρούσα ιταλική κυβέρνηση δε φαίνεται ούτε διατεθειμένη, ούτε ικανή να προχωρήσει σε ρήξη με την Ευρωζώνη αν τα πράγματα κλιμακωθούν περαιτέρω.

Ακόμα και έτσι όμως, ακόμα και αν η ιταλική κυβέρνηση εν τέλει υποχωρήσει ή ανατραπεί -που δεν είναι καθόλου απίθανο- η ζημιά που μπορεί να προκληθεί εν τω μεταξύ στο κοινό νόμισμα ίσως αποδειχτεί καταλυτική.

Πρώτον, γιατί η Ιταλία είναι πολύ μεγάλη για να «διασωθεί»- τουλάχιστον με την ίδια «ευκολία» που «διασώθηκε» η Ελλάδα.
Δεύτερον, γιατί τόσο η Μέρκελ, όσο και ο Μακρόν είναι αρκετά αδύναμοι στην παρούσα συγκυρία.
Τρίτον, γιατί η ΕΕ έχει να αντιμετωπίσει και το Brexit αλλά και άλλες προκλήσεις.
Τέταρτον και ίσως κυριότερο, δεν μπορείς να κρατάς επ’ άπειρον μια ένωση, απειλώντας με τις δυσκολίες φυγής από αυτήν και εκβιάζοντας τα εθνικά πολιτικά συστήματα.
Το Βερολίνο και οι σύμμαχοί του κινούνται με την ίδια άτεγκτη λογική συντριβής κάθε απειθαρχίας, που χρησιμοποίησαν στην Ελλάδα και που χάρη στον Αλέξη Τσίπρα δικαιώθηκε. Όπως, όμως, μας έχει διδάξει ο Κάρολος Μαρξ, οι επαναλήψεις στην ιστορία κινούνται μεταξύ του τραγικού και του γελοίου. Και η σημερινή ΕΕ δεν αντέχει τίποτα από τα δύο.

/slpress.gr