Αποτυχημένες τράπεζες, χαμηλή ανάπτυξη, νέα αστάθεια

Αποτυχημένες τράπεζες, χαμηλή ανάπτυξη, νέα αστάθεια

  • |
Τη δεκαετία που πέρασε οι ελληνικές τράπεζες ήταν ο βασικός υποστηρικτής της πολιτικής των μνημονίων και της παραμονής στο ευρώ με κάθε κόστος. Ο λόγος ήταν απλός. Οποιαδήποτε άλλη οικονομική πολιτική για τη χώρα θα οδηγούσε σε ταχεία εθνικοποίηση των τραπεζών και επιβολή δραστικών κρατικών ελέγχων στη λειτουργία τους. Για να αποφύγουν αυτή την εξέλιξη οι τράπεζες χρησιμοποίησαν κάθε μέσο πολιτικής πίεσης και συστηματικά αξιοποίησαν το τεράστιο πλέγμα επαφών και επιρροής που έχουν στα ΜΜΕ και σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα. Αναμφίβολα υπήρξαν και άλλοι υποστηρικτές της μνημονιακής πολιτικής, αλλά οι τράπεζες ήταν ο κυριότερος.

Κ.Λαπαβίτσας-Γ.Διαγουρτάς

Ο τραπεζικός κίνδυνος

 

Η τελική επικράτηση της πολιτικής των μνημονίων, με την παράδοση άνευ όρων του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν θρίαμβος για τις τράπεζες. Στην πορεία απορρόφησαν πάνω από 40 δισ. ευρώ για τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις, χρήματα που σε μεγάλο βαθμό έχουν πλέον χαθεί για τον ελληνικό λαό. Ταυτόχρονα το τραπεζικό σύστημα έγινε υπερσυγκεντρωτικό, με ουσιαστική έλλειψη τραπεζικού ανταγωνισμού και τέσσερις ‘συστημικές’ τράπεζες να ελέγχουν πάνω από 90% των καταθέσεων. Τέλος, η παρουσία των ελληνικών τραπεζών στην ευρύτερη περιοχή συρρικνώθηκε και χάθηκε μεγάλο μέρος των επενδύσεών τους. Αλλά ο κύριος στόχος της επιβολής των μνημονίων και της παραμονής στο ευρώ επιτεύχθηκε.

Πολύ συχνά όμως – και δυστυχώς για τις τράπεζες – στην πορεία της οικονομικής ζωής συμβαίνει να προκύπτουν τελείως διαφορετικά  αποτελέσματα από εκείνα που θα ανέμενε κάποιος από την πολιτική που έχει επιβάλλει. Είναι αυτό που λένε ‘πρόσεχε τι ζητάς, γιατί μπορεί και να σου συμβεί’.

Η πολιτική των μνημονίων, την οποία οι ελληνικές τράπεζες υπερασπίστηκαν σθεναρά, έχει καταντήσει το τραπεζικό σύστημα ένα φάντασμα που δεν μπορεί να επιτελέσει το ρόλο του. Στην ουσία η Ελλάδα δεν έχει λειτουργικές τράπεζες και αυτός είναι ένας βασικός λόγος για τον οποίο χωλαίνει η ανάπτυξη. Ταυτόχρονα, είναι πιθανό να απαιτηθεί εκ νέου κρατική παρέμβαση για να σταθεί το σύστημα στα πόδια του.

Μια ξεκάθαρη ένδειξη ότι τα πράγματα όδευαν από καιρό σε άκρως προβληματική κατεύθυνση δόθηκε ήδη από την τρίτη ανακεφαλαιοποίηση, που έγινε το Νοέμβριο του 2015 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ως προαπαιτούμενο του Τρίτου Μνημονίου και κόστισε 5 δισ. ευρώ. Τότε, η χρηματιστηριακή αξία των τραπεζών κατέρρευσε από τα 34 δισ. στα μέσα του 2014 σε μόλις 1 δισ. ευρώ το Νοέμβριο του 2015, με αποτέλεσμα το ελληνικό δημόσιο να χάσει τα κεφάλαια που είχε διαθέσει στις τράπεζες για τις προηγούμενες ανακεφαλαιοποίησεις. Ταυτόχρονα το μετοχικό μερίδιό του στις τέσσερις ‘συστημικές’ τράπεζες μειώθηκε δραματικά. Από 35% σε 2.7% στην Eurobank, από 66% σε 11% στην Alpha Bank, από 67% σε 26% στην Τράπεζα Πειραιώς και από 57% σε 35% στην Εθνική Τράπεζα. Οι βασικοί μέτοχοι πλέον των ελληνικών τραπεζών έγιναν τα διεθνή κερδοσκοπικά φαντ.

Ο αψευδέστερος μάρτυρας, όμως, της δεινής θέσης στην οποία σταδιακά περιήλθαν οι τέσσερις ‘συστημικές’ τράπεζες μέσα στο μνημονιακό πλαίσιο είναι η κατάρρευση της χρηματιστηριακής αξίας των μετοχών τους από το Μάιο του 2018 μέχρι σήμερα. Παρά τις δηλώσεις κυβερνητικών στελεχών που αποδίδουν το χρηματιστηριακό κραχ σε κερδοσκοπικούς παράγοντες – και τις αντίστοιχες διαβεβαιώσεις του κ. Στουρνάρα – η κατάρρευση αντανακλά τις επιδόσεις και την πραγματική εικόνα των τραπεζών.

Έντονες είναι οι φήμες για την ανάγκη νέας ανακεφαλαιοποίησης, ίσως της τάξης των 10 δισ.  Εάν αυτό συμβεί, το κόστος θα το επωμιστούν οι φορολογούμενοι και μάλιστα χωρίς το δημόσιο να έχει την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου. Πέραν των άλλων, θα πρόκειται και για πολιτικό Βατερλό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Επείγει συνεπώς να δούμε πιο προσεκτικά τη μαύρη τρύπα των τραπεζών.

Έλλειψη ρευστότητας και «κόκκινα» δάνεια

Συνοπτικά μιλώντας, οι ελληνικές τράπεζες σήμερα αντιμετωπίζουν ένα θανάσιμο συνδυασμό έλλειψης ρευστότητας και απώλειας φερεγγυότητας. Η πρώτη οφείλεται στην τεράστια εκροή καταθέσεων κατά την περίοδο των μνημονίων, ενώ η δεύτερη στην εξίσου τεράστια συσσώρευση προβληματικών δανείων, επίσης κατά την περίοδο των μνημονίων. Ο συνδυασμός δεν επιτρέπει τη φυσιολογική λειτουργία των τραπεζών.

Όσον αφορά τη ρευστότητα, οι ελληνικές τράπεζες είναι παραδοσιακά συντηρητικές και στηρίζονται κυρίως στις καταθέσεις και λιγότερο στον δανεισμό από τη διατραπεζική αγορά. Η περίοδος των μνημονίων έφερε γιγαντιαίες εκροές καταθέσεων, κυρίως το 2011-12, αλλά και στις αρχές του 2015, όταν κυριαρχούσε η ακατάσχετη τρομοφιλολογία για την έξοδο από το ευρώ. Οι τράπεζες έχασαν περίπου 100 δισ. καταθέσεων με τη μορφή είτε εκροών στο εξωτερικό, είτε απόσυρσης μετρητών.

Η πολιτική που θα έπρεπε να είχε επιβληθεί ήδη από το 2011 ήταν αυστηρός έλεγχος στις κεφαλαιακές ροές και τις τραπεζικές πράξεις μέσα σε ένα πλαίσιο συνολικής αναδιάρθρωσης του συστήματος που θα περιελάμβανε έξοδο από το ευρώ. Αντί γι’ αυτο, η χώρα στηρίχτηκε στην παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ (συμπεριλαμβανομένου του ELA) παραχωρώντας ουσιαστικά όλη της την διαπραγματευτική ισχύ στους δανειστές. Φτάσαμε έτσι σε κεφαλαιακούς ελέγχους το καλοκαίρι του 2015, όταν η αποστράγγιση της ρευστότητας είχε ήδη επιτελεσθεί και η χώρα ήταν στα πρόθυρα της πλφήρους παράδοσης στους δανειστές.

Μετά το Τρίτο Μνημόνιο και παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα με την πιστή εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής, η κατάσταση της ρευστότητας έδειξε πολύ περιορισμένη βελτίωση. Οι τράπεζες δεν εξαρτώνται πλέον από την παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ, αλλά οι καταθέτες εξακολουθούν να μην τις εμπιστεύονται. Από το 2015 μεχρι σήμερα υπάρχει μια σχετική αύξηση των καταθέσεων των επιχειρήσεων, αλλά οι καταθέσεις των νοικοκυριών (δηλαδή ο κύριος όγκος των καταθέσεων) εξακολουθούν να βρίσκονται σε χαμηλότερα επίπεδα, όπως δείχνει το Γράφημα 1.

Οι λόγοι για τους οποίους χωλαίνει η ρευστότητα δεν είναι δύσκολο να διαπιστωθούν. Περιλαμβάνουν τη βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα και τον φόβο για ‘κούρεμα’ καταθέσεων, την αδυναμία αποταμίευσης των ελληνικών νοικοκυριών λόγω της μεγάλης μείωσης των εισοδημάτων και τα πολύ χαμηλά επιτόκια καταθέσεων που προσφέρουν οι τράπεζες.

Στο πλαίσιο αυτό, η παράλληλη συσσώρευση ‘κόκκινων’ δανείων δρα καταλυτικά για τη λειτουργία των τραπεζών γιατί δημιουργεί πολύ μεγάλο πιστωτικό κίνδυνο. Η απομείωση των προβληματικών δανείων, τα οποία συσσωρεύθηκαν αποκλειστικά γιατί κατέρρευσε η οικονομική δραστηριότητα λόγω των μνημονιακών πολιτικών, ήταν από καιρό βασική προτεραιότητα της Τρόικα και ιδίως της ΕΚΤ.  Η θεραπεία που προτιμήθηκε (και επιβλήθηκε) από τους δανειστές ήταν η σταδιακή μείωση του ποσοστού των προβληματικών δανείων μέσα από μια σειρά μέτρων – πωλήσεις σε κερδοσκοπικά φαντ, πλειστηριασμοί, εντατικοποίηση των αποπληρωμών με εκβιαστική πίεση σε όσους χρωστούν, διαγραφές δανείων, κ.ο.κ.

Ο ισχυρισμός ήταν ότι σιγά-σιγά οι τράπεζες θα εκκαθάριζαν τους ισολογισμούς τους και θα άρχιζαν να λειτουργούν πιο φυσιολογικά. Η πράξη αποδείχθηκε πολύ διαφορετική, όπως είχαν προειδοποιήσει από καιρό όσοι αντιτάχθηκαν στο Τρίτο Μνημόνιο.

Συγκεκριμένα, τα προβληματικά δάνεια συνήθως διαχωρίζονται σε Μη Εξυπηρετούμενα Δάνεια (ΜΕΔ) και Μη Εξυπηρετούμενα Ανοίγματα (ΜΕΑ). Τα ΜΕΔ είναι δάνεια που ήδη έχουν υπερβεί τις 90 μέρες καθυστέρησης σε πληρωμές τοκοχρεολυσίων. Τα ΜΕΑ είναι ευρύτερη κατηγορία δανείων που δεν εμφανίζουν τυπικές καθυστερήσεις, αλλά στην πράξη αναμένεται ότι δεν θα αποπληρωθούν κανονικά. Μετά από τρία χρόνια προσπαθειών λοιπόν, μέσα στο πλαίσιο του Τρίτου Μνημονίου, η εικόνα των ελληνικών τραπεζών φαίνεται συνοπτικά στον Πίνακα 1, που δείχνει τους μνημονιακούς στόχους και τα πραγματικά αποτελέσματα: