Νέα επιχείρηση γοητείας από το Facebook

Νέα επιχείρηση γοητείας από το Facebook

 

Δεν έχουν τέλος οι προσπάθειες που κάνει η μεγαλύτερη πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης για να βελτιώσει την εικόνα της στους χρήστες και την κοινωνία. Μετά την προσφορά προς τους γερμανούς εκδότες να αγοράσει περιεχόμενο (δες εδώ), το Facebook ανακοίνωσε πώς ανοίγει τα δεδομένα του σε περισσότερους από 60 ακαδημαϊκούς προερχόμενους από 30 ινστιτούτα όλου του κόσμου, προκειμένου να ελέγξουν με τα ίδια τους τα μάτια τους τρόπους επηρεασμού των εκλογικών αποτελεσμάτων.

Λεωνίδας Βατικιώτης 

Παρότι όμως στη συμφωνία που υπέγραψαν οι ερευνητές αναφέρεται ρητά πώς δεν έχουν καμμιά υποχρέωση να υποβάλλουν τα ευρήματα και τα συμπεράσματα τους προς έγκριση στο Facebook, θεαματικές αποκαλύψεις δεν αναμένονται. Κι αυτό επειδή η χρονική περίοδος της έρευνας είναι μεταξύ Ιανουαρίου 2017 και Φεβρουαρίου 2019. Καθόλου …τυχαία δηλαδή έχει αποκλειστεί το 2016 όταν διεξήχθησαν οι εκλογές στις ΗΠΑ, που έληξαν με την επικράτηση του Τραμπ, και το δημοψήφισμα στην Αγγλία. Με άλλα λόγια, δύο εκλογικά αποτελέσματα που (αν και δεν καθορίσθηκαν από τις πλαστές ειδήσεις, όπως επίμονα υποστηρίζει το φιλελεύθερο στρατόπεδο υποτιμώντας την επιρροή του αντιδραστικού ρεύματος που εκπροσωπούν Τραμπ και Φάραντζ) επηρεάστηκαν σημαντικά από τους χειρισμούς των μεγάλων δεδομένων, με ευθύνη κι επ’ ωφελεία του Facebook, που πουλούσε δεξιά (στους Ρεπουμπλικανούς) κι αριστερά (στους Δημοκρατικούς) τις επιλογές των 2,4 δισ. χρηστών του.

Το φλερτ του Facebook με το κυρίαρχο, συντηρητικό ρεύμα στο οποίο δίνει διαρκώς εξετάσεις, επισημοποιήθηκε με αφορμή την πρόσληψη στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας της Τζένιφερ Νιούστιντ (εδώ η σχετική ανακοίνωση του Facebook). Μιας νομικού συμβούλου που έχει ταυτιστεί με τις χειρότερες μέρες των πολιτικών ελευθεριών στις ΗΠΑ, όπως ξεκίνησαν μετά την επίθεση στους δίδυμους πύργους τον Σεπτέμβρη του 2001. Η νέα γενική σύμβουλος του τόπου κοινωνικής δικτύωσης που μετέτρεψε τη φράση «μου αρέσει» στην πιο επαναλαμβανόμενη και κουτή κοινοτοπία της εποχής μας, ήταν ο άνθρωπος που μερίμνησε μέχρι τέλος για την ψήφιση του αντι-τρομοκρατικού νόμου επί Τζορτζ Μπους, με τη βοήθεια του οποίου η αμερικανική κυβέρνηση νομιμοποίησε τις παρακολουθήσεις εκατομμυρίων αμερικανών πολιτών χωρίς ένταλμα, καταργώντας κι επίσημα πια κάθε έννοια απορρήτου. Το βιογραφικό της επίσης «κοσμεί» η νομική μέριμνα για την επιβολή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί Τραμπ. Κι αν το περιεχόμενο αυτής της ευθύνης μοιάζει θολό, να διευκρινίσουμε πώς αφορά το έργο της νομικής θωράκισης και επιβολής όλων εκείνων των απαιτούμενων προσαρμογών ώστε να υλοποιηθούν πολιτικές όπως οι κυρώσεις κατά του Ιράν… Δε χρειάζεται και πολύ σκέψη για να καταλάβουμε ότι η είσοδος στο Facebook μιας τόσο σκοτεινής προσωπικότητας, έστω κι αν έγινε προσπάθεια να μετριαστούν οι εντυπώσεις με μια «αμφίπλευρη διεύρυνση» μέσω της πρόσληψης στελεχών από το χώρο των πολιτικών δικαιωμάτων, σηματοδοτεί την υπαγωγή του Facebook στο πολιτικό στρατόπεδο του Τραμπισμού. Επίσης, τη νομική προστασία της πλατφόρμας από προσφυγές ενώσεων που μάχονται για τη διαφύλαξη των προσωπικών δεδομένων ενάντια σε πρακτικές που διευκολύνουν την εφαρμογή και προώθηση του λεγόμενου «καπιταλισμού της επιτήρησης» (διάβασε εδώ).

Η πρόωρη πολιτική γήρανση του Facebook (διάβασε εδώ) έγινε αντιληπτή και στην από δω μεριά του Ατλαντικού με τον πιο απροσδόκητο μάλιστα τρόπο. Με βάση ρεπορτάζ του γερμανικού περιοδικού Spiegel, αμερικανός ερευνητής από το πανεπιστήμιο Τζορτζ Ουάσινγκτον που μελέτησε τις πολιτικές καμπάνιες των γερμανικών πολιτικών κομμάτων στην εταιρεία του Ζούκερμπεργκ διαπίστωσε με έκπληξη πώς ενώ η νεοναζιστική Εναλλακτική για τη Γερμανία συγκεντρώνει μια πολιτική υποστήριξη από 11% ως 15% οι αναρτήσεις που προέρχονται από το συγκεκριμένο κόμμα αντιπροσωπεύουν το 85% του συνόλου όλου του πολιτικού φάσματος! Το υπόλοιπο 15% των «κοινοποιήσεων» (που δικαίως χαρακτηρίζονται ως το «σκληρό νόμισμα» στον κόσμο των κοινωνικών δικτύων από το γερμανικό περιοδικό) μοιράζονται οι σοσιαλδημοκράτες (SPD), οι Πράσινοι, το κόμμα της Αριστεράς, οι φιλελεύθεροι του FDP και τα δύο κόμματα της  Δεξιάς CDU και CSU στα οποία αντιστοιχεί από 2% έως 3% των «κοινοποιήσεων». Η διαπίστωση του αμερικάνου ερευνητή, που πρέπει να προκάλεσε σοκ στο γερμανικό πολιτικό σύστημα εν όψει των ευρωεκλογών, είναι εξαιρετικά σημαντική όχι μόνο επειδή αποδεικνύει πόσο πρόσφορο είναι το έδαφος του Facebook για τις ρατσιστικές ιδέες των πολιτικών απόγονων και νοσταλγών του Χίτλερ. Χρήζει επίσης προσοχής επειδή δείχνει ότι παρά τις ευρέως διαδεδομένες ψευδαισθήσεις στο πλαίσιο μικρών κύκλων πώς τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι ευεπίφορα και δεκτικά στη κριτική, στην πραγματικότητα αποτελούν ιδανικό τόπο επώασης και διάδοσης των πιο συντηρητικών απόψεων. Η κλίση του Facebook κι άλλων μέσων κοινωνικής δικτύωσης στη  σκληρή συντήρηση και τις οπισθοδρομικές πολιτικές αντιλήψεις, παρότι θα ήταν άδικο να αποδοθεί στις προθέσεις της διοίκησής του, αποδεικνύεται πώς είναι εγγενές χαρακτηριστικό του επιχειρηματικού του μοντέλου, προς διάψευση όσων πιστεύουν ότι οι πλατφόρμες της ιντερνετικής εποχής είναι ουδέτερες.

Σε κάθε περίπτωση, η μετατόπιση του Facebook στο κυρίαρχο ρεύμα σκέψης, διευκολύνει αφάνταστα το στρατηγικό σχέδιο του ιδρυτή του που είναι η έκδοση κρυπτονομίσματος, το οποίο να ομοιάζει με το bitcoin χωρίς ωστόσο τις παιδικές του ασθένειες και ειδικότερα την άγρια κερδοσκοπία που το μετέτρεψε σε φούσκα. Η «λύση» του Ζούκερμπεργκ βρίσκεται στην αντιστοίχιση του face-coin με νομίσματα του πραγματικού κόσμου. Σε αυτό τον μαραθώνιο, που στο τέλος της διαδρομής έχει τους ιδρυτές του Facebook να μετατρέπονται στην πιο διάσημη κι αναγνωρίσιμη τράπεζα του πλανήτη – πραγματική δυστοπία, κάθε «κοινοποίηση» είναι πράγματι σκληρό νόμισμα ακόμη κι αν προέρχεται από τη γερμανική άκρα Δεξιά.

/iskra.gr