Ο ελληνικός καπιταλισμός σε εύθραυστη ισορροπία

Ο ελληνικός καπιταλισμός σε εύθραυστη ισορροπία

Σχολιασμός στοιχείων από την Έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση 2019 (*)

1. Οι μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές εξε­λί­ξεις

Παρά την ανο­δι­κή τάση, που έχει ει­σέλ­θει η ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία, εντού­τοις δεν εντο­πί­ζο­νται ακόμη ισχυ­ρές εν­δεί­ξεις που να τεκ­μη­ριώ­νουν ότι αυτή η πο­ρεία συ­νι­στά μια δια­τη­ρή­σι­μη επε­κτα­τι­κή δυ­να­μι­κή. Αυτό είναι το βα­σι­κό συ­μπέ­ρα­σμα, στο οποίο κα­τα­λή­γει η Ετή­σια Έκ­θε­ση 2019, για την Ελ­λη­νι­κή Οι­κο­νο­μία και την Απα­σχό­λη­ση, του Ιν­στι­τού­του Ερ­γα­σί­ας της ΓΣΕΕ.

Δημήτρης Κατσορίδας, Γιώργος Κολλιάς

Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός μέσα στο ευ­ρω­παϊ­κό και διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον συ­νε­χί­ζει να ανα­πα­ρά­γε­ται με βα­σι­κό άξονα τα μα­τω­μέ­να πλε­ο­νά­σμα­τα και την βα­θειά υπο­τι­μη­μέ­νη θέση της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, τρο­φο­δο­τώ­ντας έτσι την κερ­δο­φο­ρία του επι­χει­ρη­μα­τι­κού τομέα που πα­ρα­μέ­νει από τις υψη­λό­τε­ρες στην ευ­ρω­ζώ­νη, μαζί με την Ισπα­νία, ο οποί­ος όμως δεν επι­δει­κνύ­ει και την ανά­λο­γη επεν­δυ­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα.

Το 2018 το δη­μό­σιο χρέος της Ελ­λά­δας ανήλ­θε στα 334,6 δισ. ευρώ, εμ­φα­νί­ζο­ντας αύ­ξη­ση 17,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2017. Συ­γκρι­τι­κά με το 2009, το χρέος της Γε­νι­κής Κυ­βέρ­νη­σης έχει κα­τα­γρά­ψει άνοδο 33,5 δισ. ευρώ, γε­γο­νός που ανα­δει­κνύ­ει το μέ­γε­θος των χρη­μα­το­δο­τι­κών ανα­γκών της χώρας, αλλά και το προ­βλη­μα­τι­κό πλαί­σιο δια­χεί­ρι­σης της κρί­σης χρέ­ους.

1. Οι μα­κρο­οι­κο­νο­μι­κές εξε­λί­ξεις

Παρά την ανο­δι­κή τάση, που έχει ει­σέλ­θει η ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία, εντού­τοις δεν εντο­πί­ζο­νται ακόμη ισχυ­ρές εν­δεί­ξεις που να τεκ­μη­ριώ­νουν ότι αυτή η πο­ρεία συ­νι­στά μια δια­τη­ρή­σι­μη επε­κτα­τι­κή δυ­να­μι­κή. Αυτό είναι το βα­σι­κό συ­μπέ­ρα­σμα, στο οποίο κα­τα­λή­γει η Ετή­σια Έκ­θε­ση 2019, για την Ελ­λη­νι­κή Οι­κο­νο­μία και την Απα­σχό­λη­ση, του Ιν­στι­τού­του Ερ­γα­σί­ας της ΓΣΕΕ.

Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός μέσα στο ευ­ρω­παϊ­κό και διε­θνές πε­ρι­βάλ­λον συ­νε­χί­ζει να ανα­πα­ρά­γε­ται με βα­σι­κό άξονα τα μα­τω­μέ­να πλε­ο­νά­σμα­τα και την βα­θειά υπο­τι­μη­μέ­νη θέση της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, τρο­φο­δο­τώ­ντας έτσι την κερ­δο­φο­ρία του επι­χει­ρη­μα­τι­κού τομέα που πα­ρα­μέ­νει από τις υψη­λό­τε­ρες στην ευ­ρω­ζώ­νη, μαζί με την Ισπα­νία, ο οποί­ος όμως δεν επι­δει­κνύ­ει και την ανά­λο­γη επεν­δυ­τι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα.

Το 2018 το δη­μό­σιο χρέος της Ελ­λά­δας ανήλ­θε στα 334,6 δισ. ευρώ, εμ­φα­νί­ζο­ντας αύ­ξη­ση 17,1 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2017. Συ­γκρι­τι­κά με το 2009, το χρέος της Γε­νι­κής Κυ­βέρ­νη­σης έχει κα­τα­γρά­ψει άνοδο 33,5 δισ. ευρώ, γε­γο­νός που ανα­δει­κνύ­ει το μέ­γε­θος των χρη­μα­το­δο­τι­κών ανα­γκών της χώρας, αλλά και το προ­βλη­μα­τι­κό πλαί­σιο δια­χεί­ρι­σης της κρί­σης χρέ­ους.

Σύμ­φω­να με την Έκ­θε­ση, το πρω­το­γε­νές πλε­ό­να­σμα εκτι­νά­χτη­κε στο 4,4% του ΑΕΠ και είναι η υψη­λό­τε­ρη επί­δο­ση από το 1995, καθώς επί­σης και στην ΕΕ. Η εμ­βρυα­κής μορφή κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές από το υπερ­πλε­ό­να­σμα μπο­ρεί μεν να αξιο­ποιού­νται στο πεδίο της πο­λι­τι­κής αντι­πα­ρά­θε­σης από την κυ­βέρ­νη­ση, αλλά δεν μπο­ρεί να απο­κρύ­ψει το τε­ρά­στιο βάρος που έχει για τα λαϊκά στρώ­μα­τα και την μι­σθω­τή ερ­γα­σία το συ­γκε­κρι­μέ­νο μείγ­μα της δη­μο­σιο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής σε συν­δυα­σμό με την συ­μπί­ε­ση των κοι­νω­νι­κών πα­ρο­χών, την υπερ­φο­ρο­λό­γη­ση και τις συσ­σω­ρευ­μέ­νες λη­ξι­πρό­θε­σμες οφει­λές.

Η δια­πί­στω­ση της Έκ­θε­σης περί αναι­μι­κής ανά­πτυ­ξης στη­ρί­ζε­ται στο γε­γο­νός ότι η ελ­λη­νι­κή οι­κο­νο­μία συ­νε­χί­ζει να κα­τα­γρά­φει σο­βα­ρό έλ­λειμ­μα αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας που τρο­φο­δο­τεί­ται από την επεν­δυ­τι­κή ανε­πάρ­κεια του ιδιω­τι­κού τομέα. Επι­πρό­σθε­τα, οι κίν­δυ­νοι από την επι­βρά­δυν­ση της διε­θνούς οι­κο­νο­μί­ας ή από μια νέα ύφεση, σε συν­δυα­σμό με την γε­ω­πο­λι­τι­κή αστά­θεια εντεί­νουν τις πιέ­σεις που ασκού­νται στην αναι­μι­κού τύπου ανά­καμ­ψη, επει­δή συ­νυ­πάρ­χουν πα­ρά­γο­ντες που δυ­σκο­λεύ­ουν την στα­θε­ρό­τη­τα της ανο­δι­κής πο­ρεί­ας, οι οποί­οι είναι:

α) Η ση­μα­ντι­κή συρ­ρί­κνω­ση των δη­μο­σί­ων επεν­δύ­σε­ων,

β) Η πε­ρι­στο­λή των δα­πα­νών για κοι­νω­νι­κές πα­ρο­χές, όπου με­τα­ξύ 2009-2018 υπο­χώ­ρη­σαν αθροι­στι­κά κατά 21,7%, με τη χώρα μας να απο­τε­λεί τη μο­να­δι­κή πε­ρί­πτω­ση κρά­τους-μέ­λους της ευ­ρω­ζώ­νης, που η συ­γκε­κρι­μέ­νη κα­τη­γο­ρία δη­μό­σιας δα­πά­νης ση­μεί­ω­σε πτώση.

γ) Η εξα­σθέ­νη­ση του δια­θέ­σι­μου ει­σο­δή­μα­τος των νοι­κο­κυ­ριών.

Έτσι, παρά την τε­ρά­στια ανα­δια­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος που έγινε σε βάρος της ερ­γα­σί­ας, παρά την τάση ανά­καμ­ψης του με­ρι­δί­ου των κερ­δών και παρά την απο­διάρ­θρω­ση της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας με την διό­γκω­ση της ανερ­γί­ας και των κάθε εί­δους ευ­ε­λι­ξιών, εντού­τοις όλα αυτά δεν είχαν κά­ποιο αντί­κρι­σμα στην αύ­ξη­ση των επεν­δύ­σε­ων, όπως υπο­στη­ρί­ζουν οι νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ροι της Νέας Δη­μο­κρα­τί­ας.

2. Η ερ­γα­σία με την πλάτη στον τοίχο

Τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα πι­στο­ποιούν την στα­θε­ρο­ποί­η­ση του κοι­νω­νι­κού συ­σχε­τι­σμού σε βάρος της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας, με την ευ­ε­λι­ξία της απα­σχό­λη­σης να τεί­νει να πάρει γε­νι­κευ­μέ­νο χα­ρα­κτή­ρα. Όπως θα δούμε, ενώ έχου­με ση­μα­ντι­κή άνοδο των προ­σλή­ψε­ων, αυτή έγινε σε θέ­σεις μη πλή­ρους απα­σχό­λη­σης. Δη­λα­δή, η πλειο­νό­τη­τα των νέων προ­σλή­ψε­ων στον ιδιω­τι­κό τομέα αφορά ερ­γα­ζό­με­νους με σύμ­βα­ση με­ρι­κής απα­σχό­λη­σης και εκ πε­ρι­τρο­πής ερ­γα­σί­ας. Τα στοι­χεία του συ­στή­μα­τος ΕΡ­ΓΑ­ΝΗ, του Υπουρ­γεί­ου Ερ­γα­σί­ας, δεί­χνουν ότι με­τα­ξύ 2009 και 2018 οι ευ­έ­λι­κτες μορ­φές απα­σχό­λη­σης υπερ­δι­πλα­σιά­ζο­νται. Για την ακρί­βεια, ενώ το γε­νι­κό σύ­νο­λο των προ­σλή­ψε­ων το 2018 ήταν 2.668.923 άτομα, από αυ­τούς οι 1.218.566 ήταν πλή­ρους απα­σχό­λη­σης (2009: 746.911 άτομα), ενώ 1.110.239 ήταν με­ρι­κής απα­σχό­λη­σης (2009: 157.738 άτομα), και 340.118 ήταν εκ πε­ρι­τρο­πής ερ­γα­σία (2009: 40.489 άτομα). Δη­λα­δή, το σύ­νο­λο των νέων προ­σλή­ψε­ων ανά μορφή απα­σχό­λη­σης, το 2018, ήταν με­ρι­κής και εκ πε­ρι­τρο­πής ερ­γα­σία (ήτοι 1.450.357 άτομα και 54% ένα­ντι 198.227 το 2009 και 21%), ενώ το σύ­νο­λο όσων προ­σλή­φθη­καν με πλήρη ερ­γα­σία ήταν 1.218.566 (2009: 746.911).

Όσον αφορά την ανερ­γία, ενώ τα στοι­χεία δεί­χνουν μια τάση μεί­ω­σης και απο­κλι­μά­κω­σής της, από 21,5% το 2017 σε 19,3% το 2018, ήτοι σε 881.100 άτομα από 1.000.800 το 2017, αν χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με κά­ποιους εναλ­λα­κτι­κούς δεί­κτες μέ­τρη­σης της ανερ­γί­ας, οι οποί­οι λαμ­βά­νουν υπόψη τους την ύπαρ­ξη μη ηθε­λη­μέ­νης με­ρι­κής απα­σχό­λη­σης (υπο­α­πα­σχό­λη­ση), που είναι 234.000 άτομα, καθώς επί­σης τους απο­θαρ­ρη­μέ­νους ανέρ­γους, οι οποί­οι είναι δια­θέ­σι­μοι αλλά δεν ανα­ζη­τούν ερ­γα­σία, όπως και το εν δυ­νά­μει πρό­σθε­το ερ­γα­τι­κό δυ­να­μι­κό (αυ­τούς που ανα­ζη­τούν ερ­γα­σία αλλά δεν είναι άμεσα δια­θέ­σι­μοι), που είναι 122.000 άτομα, τότε, το πο­σο­στό ανερ­γί­ας εμ­φα­νί­ζε­ται υψη­λό­τε­ρο κατά 6 πο­σο­στιαί­ες μο­νά­δες από το επί­ση­μο πο­σο­στό ανερ­γί­ας ήτοι 25% και 1.237.100 άνερ­γοι. Και είναι ακρι­βώς εξαι­τί­ας της αύ­ξη­σης της με­ρι­κής απα­σχό­λη­σης που φαί­νε­ται ότι μειώ­νε­ται η ανερ­γία, για την οποία επι­χαί­ρει η κυ­βέρ­νη­ση. Φυ­σι­κά, μέσα σε αυ­τούς, δεν προ­σμε­τρού­νται και όσοι Έλ­λη­νες/-ίδες έχουν με­τα­να­στεύ­σει τα χρό­νια των μνη­μο­νί­ων, οι οποί­οι υπο­λο­γί­ζο­νται σε 400.000 άτομα, πράγ­μα που ση­μαί­νει ότι απο­συ­μπιέ­ζε­ται η ανερ­γία.

Σε ότι αφορά τους μι­σθούς, η πρό­σφα­τη αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού κατά 11% και 650 ευρώ μικτά και η κα­τάρ­γη­ση του υπο­κα­τώ­τα­του μι­σθού, η οποία αντι­στοι­χεί σε αύ­ξη­ση 27% για τους νέους κάτω των 25 ετών, αντι­σταθ­μί­ζει κατά το ήμισυ την αρ­χι­κή μι­σθο­λο­γι­κή μεί­ω­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων που αμεί­βο­νταν με τον κα­τώ­τα­το μισθό των 751 ευρώ μικτά, ο οποί­ος μειώ­θη­κε το 2012 σε 586 ευρώ μικτά. Σύμ­φω­να με την Έκ­θε­ση, η αύ­ξη­ση του κα­τώ­τα­του μι­σθού ανα­μέ­νε­ται να έχει θε­τι­κή επί­δρα­ση στην κα­τα­νά­λω­ση και άρα στην οι­κο­νο­μι­κή δρα­στη­ριό­τη­τα. Εντού­τοις, δεν μπο­ρού­με να πα­ρα­βλέ­ψου­με ότι από το 2015 έως το 2018 κα­τα­γρά­φε­ται ση­μα­ντι­κή αύ­ξη­ση του αριθ­μού των ερ­γα­ζο­μέ­νων με μισθό κάτω των 700 ευρώ, κυ­ρί­ως λόγω επι­κρά­τη­σης των ευ­έ­λι­κτων μορ­φών απα­σχό­λη­σης, όπως δεί­ξα­με πα­ρα­πά­νω. Συ­γκε­κρι­μέ­να, το 2018 ένας στους τέσ­σε­ρις ερ­γα­ζό­με­νους στον ιδιω­τι­κό τομέα (25,3%) αμεί­βο­νταν με μισθό κάτω των 500 ευρώ ήτοι 571.000 άτομα (το 2010 ήταν 205.000 ή 11,3%), ενώ 251.000 άτομα (11%) αμεί­βο­νταν με μισθό κάτω των 250 ευρώ (το 2010 ήταν 64.000 άτομα ή 3,5%).

3. «Κό­στος απώ­λειας ερ­γα­σί­ας» και δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή ισχύς

Με βάση τα πα­ρα­πά­νω εξη­γεί­ται και αύ­ξη­ση του δεί­κτη υλι­κής υστέ­ρη­σης για τους μι­σθω­τούς, ενώ το και­νούρ­γιο εν­δια­φέ­ρον στοι­χείο που πα­ρου­σιά­ζει η ετή­σια Έκ­θε­ση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ είναι η κα­τα­γρα­φή, για πρώτη φορά, του «κό­στους απώ­λειας ερ­γα­σί­ας». Ο εν λόγω δεί­κτης υπο­λο­γί­ζει την απώ­λεια ει­σο­δή­μα­τος από τη με­τά­πτω­ση ενός ερ­γα­ζο­μέ­νου σε άνερ­γο, δη­λα­δή το πώς η από­λυ­ση οδη­γεί σε ση­μα­ντι­κή υπο­βάθ­μι­ση της ποιό­τη­τας ζωής του ανέρ­γου. Για να γίνει ο υπο­λο­γι­σμός του «κό­στους απώ­λειας ερ­γα­σί­ας» λαμ­βά­νο­νται υπόψη διά­φο­ρες με­τα­βλη­τές, όπως η μα­κρο­χρό­νια ανερ­γία, η απώ­λεια ει­σο­δή­μα­τος, ο υπο­λο­γι­σμός των επι­δο­μά­των (ανερ­γί­ας, ενοι­κί­ου, οι­κο­γε­νεια­κά επι­δό­μα­τα) και ο μέσος μι­σθός πλή­ρους απα­σχό­λη­σης. Έτσι, το χρη­μα­τι­κό κό­στος από την απώ­λεια μίας θέσης ερ­γα­σί­ας για ένα έτος ανήλ­θε, κατά το 2018, σε 8.126 ευρώ, ποσό που αντι­στοι­χεί στο 50% του μέσου κα­θα­ρού ει­σο­δή­μα­τος από ερ­γα­σία για ένα απο­λυ­μέ­νο 40 ετών και με δύο ανή­λι­κα παι­διά.

Το υψηλό κό­στος απώ­λειας ερ­γα­σί­ας είναι μια ση­μα­ντι­κή οι­κο­νο­μι­κή με­τα­βλη­τή, η οποία απο­τυ­πώ­νει τις αδυ­να­μί­ες της κοι­νω­νι­κής πο­λι­τι­κής και πε­ριο­ρί­ζει τη δια­πραγ­μα­τευ­τι­κή ισχύ της ερ­γα­σί­ας και των συν­δι­κά­των στην Ελ­λά­δα, συμ­βάλ­λο­ντας στη χα­μη­λή συν­δι­κα­λι­στι­κή τους πυ­κνό­τη­τα. Με αυτό, βέ­βαια, δεν θέ­λου­με να υπο­βαθ­μί­σου­με τα εσω­τε­ρι­κά προ­βλή­μα­τα των συν­δι­κά­των και τις πα­θο­γέ­νειές τους, που μαζί με το «κό­στος απώ­λειας ερ­γα­σί­ας» συν­δυά­ζουν ένα προ­βλη­μα­τι­κό μίγμα για τον κόσμο της ερ­γα­σί­ας. Αντί­θε­τα, ένα χα­μη­λό κό­στος απώ­λειας της ερ­γα­σί­ας, που ση­μαί­νει φι­λι­κή προς τους ερ­γα­ζό­με­νους κρα­τι­κή κοι­νω­νι­κή πο­λι­τι­κή, που θα δια­σφα­λί­ζει ένα υψηλό βιο­τι­κό επί­πε­δο στους ανέρ­γους και τους φτω­χούς (δεί­κτης ασφά­λειας) και θα προ­ω­θεί προ­γράμ­μα­τα εγ­γυ­η­μέ­νης και στα­θε­ρούς απα­σχό­λη­σης και ένα ισχυ­ρό ερ­γα­τι­κό δί­καιο, είναι βα­σι­κά μέτρα, ώστε να αντι­στρα­φεί ο εν λόγω δεί­κτης, ο οποί­ος θα συμ­βάλ­λει ταυ­τό­χρο­να στην ενί­σχυ­ση της δια­πραγ­μα­τευ­τι­κής ισχύ­ος των ερ­γα­ζο­μέ­νων και των συν­δι­κά­των.

4. Κά­ποια πο­λι­τι­κά συ­μπε­ρά­σμα­τα

Από τα προ­α­να­φερ­θέ­ντα στοι­χεία φαί­νε­ται ότι έχει επέλ­θει μια ρι­ζι­κή ανα­διάρ­θρω­ση στο εσω­τε­ρι­κό των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας, όπου τα στρώ­μα­τα που πλήτ­το­νται από την οι­κο­νο­μι­κή κρίση και τα Μνη­μό­νια κα­τα­λαμ­βά­νουν ολο­έ­να και με­γα­λύ­τε­ρο ει­δι­κό βάρος από την άποψη του με­γέ­θους στο σύ­νο­λο της ερ­γα­τι­κής τάξης. Έχου­με, δη­λα­δή, μια «προ­λε­τα­ρια­κή αντι­κει­με­νι­κή πό­λω­ση».

Έτσι, ενώ υπάρ­χουν ορι­σμέ­νες θε­τι­κές εξε­λί­ξεις στις συλ­λο­γι­κές συμ­βά­σεις ερ­γα­σί­ας (ΣΣΕ) με την επα­να­φο­ρά των κλα­δι­κών ΣΣΕ, της επε­κτα­σι­μό­τη­τας και της αρχής της ευ­νοϊ­κό­τε­ρης ρύθ­μι­σης, εντού­τοις πα­ρα­μέ­νουν ατε­λείς, επει­δή δεν επα­να­φέ­ρουν πλή­ρως το προ μνη­μο­νί­ων κα­θε­στώς κα­θο­ρι­σμού των μι­σθών μέσω της Εθνι­κής Γε­νι­κής ΣΣΕ, αλλά έχει πα­ρα­μεί­νει στη νο­μο­θε­τι­κή δι­καιο­δο­σία της εκά­στο­τε κυ­βέρ­νη­σης. Επι­πρό­σθε­τα, ο αρ­νη­τι­κός συ­σχε­τι­σμός δύ­να­μης για την ερ­γα­σία και τα συν­δι­κά­τα εξα­κο­λου­θεί να υπάρ­χει και αυτό φαί­νε­ται ιδιαί­τε­ρα από την εξέ­λι­ξη στο πεδίο των συλ­λο­γι­κών δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων, που παρά τις όποιες θε­τι­κές εξε­λί­ξεις, δεν έχει ακόμη αντι­στρα­φεί το κλίμα.

Έτσι, ενώ οι ροές απα­σχό­λη­σης των τε­λευ­ταί­ων ετών μπο­ρεί να δη­μιουρ­γούν αι­σιο­δο­ξία, «ωστό­σο η κα­τά­στα­ση της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας σε όρους ποιό­τη­τας νέων θέ­σε­ων ερ­γα­σί­ας και προ­στα­σί­ας των δι­καιω­μά­των των ερ­γα­ζο­μέ­νων απέ­χει από το να θε­ω­ρεί­ται ικα­νο­ποι­η­τι­κή», όπως ση­μειώ­νει η Έκ­θε­ση του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ.

Ένα βα­σι­κό πο­λι­τι­κό συ­μπέ­ρα­σμα που μπο­ρεί να δια­τυ­πω­θεί είναι ότι η αδυ­να­μία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος να ανα­κό­ψει είτε κι­νη­μα­τι­κά είτε και πο­λι­τι­κά την ερ­γο­δο­τι­κή επί­θε­ση έχει οδη­γή­σει σε μια κα­τά­στα­ση πα­γί­ω­σης ενός  τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού, με την ερ­γα­τι­κή τάξη απο­διαρ­θρω­μέ­νη και τις συν­δι­κα­λι­στι­κές της ορ­γα­νώ­σεις αδύ­να­μες να ορ­γα­νώ­σουν ένα συ­νο­λι­κό σχέ­διο αντι­στρο­φής της κα­τά­στα­σης.

rproject.gr