Δεν ήταν όλοι οι Έλληνες σκλαβωμένοι

Δεν ήταν όλοι οι Έλληνες σκλαβωμένοι

  • |

Διαβάζοντας την «Ένδοξη δουλεία» της Κατερίνας Μυστακίδου (εκδόσεις Κέδρος) θυμήθηκα το Βολταίρο που όταν η Ευρώπη μαστιζόταν από τους θρησκευτικούς πολέμους έλεγε «Δες τε το μεγάλο Τούρκο. Καλύτερα να έχεις πολλές θρησκείες παρά μία». Ο Βολταίρος αναφερόταν στον τρόπο δόμησης της Οθωμανικής αυτοκρατορίας με την αναγνώριση όλων των θρησκειών και την απόδοση σ’ αυτές θρησκευτικών και πολιτικών εξουσιών, έτσι ώστε καμία να μην αποκτήσει τόση ισχύ ώστε να επιχειρήσει να ελέγξει την κεντρική εξουσία.

Γιώργος X. Παπασωτηρίου

 

Η Μυστακίδου, συνεπώς,  προσεγγίζει τη σχέση Ελλήνων(Ορθοδόξων) και Οθωμανών, ή Ελλάδας και Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό μία διαφορετική οπτική γωνία από τη στερεότυπη επίσημη εκδοχή. Οι Έλληνες δεν ήταν όλοι υπόδουλοι των Οθωμανών. Αντιθέτως, μία μεγάλη μερίδα τους όπως οι Φαναριώτες και άλλοι αστοί ήταν μέρος του κατεστημένου της Υψηλής Πύλης.

Πιο συγκεκριμένα, η συγγραφέας παραθέτει στην εισαγωγή της πως «η σχέση Ελλήνων ορθοδόξων και Οθωμανών μουσουλμάνων ήταν αμφίδρομη, αμφίσημη και σαφώς διαφορετική για τους Φαναριώτες απ’ ό,τι για τους Έλληνες υπηκόους της Υψηλής Πύλης –Κωνσταντινουπολίτες, Μικρασιάτες, Πόντιους- και τους Ελλαδίτες». Με άλλα λόγια, υπήρχε μία κοινωνική, οικονομική (και πολιτική) διαστρωμάτωση στα διάφορα μιλέτ και κάθε στρώμα είχε αμφίδρομη σχέση με το ομόλογό του. Η συνύπαρξη των διαφόρων «μιλέτ» ήταν ειρηνική και το «Ορθόδοξο Ρουμ Μιλλέτ-ι» ήταν το δεύτερο πιο πολυάριθμο από το μουσουλμανικό. Αυτό διήρκεσε μέχρι την έναρξη της παρακμής της θεοκρατικής αυτής αυτοκρατορίας, όταν ανεφύει το Ανατολικό Ζήτημα, που δεν ήταν παρά ο τρόπος μοιρασιάς της από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και τη Ρωσία. Τότε η Δύση για τους δικούς της λόγους διαχώρισε την Αυτοκρατορία σε δύο αντιθετικούς πόλους, τους Χριστιανούς και τους Μουσουλμάνους. Συνεπώς, «η σύγχρονη Ελλάδα παρακολούθησε τη σταδιακή διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ούσα η ίδια ένα από τα βασικά συνθετικά κομμάτια της». Ακριβώς όπως και η Τουρκία. Άρα, κακώς ταυτίζεται στη συλλογική συνείδηση η Οθωμανική αυτοκρατορία με την Τουρκία(η οποία δημιουργήθηκε ουσιαστικά μετά την Μικρασιατική καταστροφή). Υπ’ αυτή την έννοια η συγγραφέας μέμφεται την αποποίηση εκ μέρους της Ελλάδας του οθωμανικού της παρελθόντος, για το γεγονός ότι «δεν ζήτησε ποτέ μερίδιο από την κληρονομιά των Οθωμανών», για την έλλειψη προνοητικότητας στην εθνική μας ιστορία, ώστε βρίσκοντας προσεκτικά τις ισορροπίες να οικειοποιηθεί το μέρος της οθωμανικής κληρονομιάς που μας αναλογεί.

Αντιλαμβάνεται κανείς ότι το βιβλίο της Μυστακίδου είναι ανατρεπτικό και ο τίτλος «ένδοξη δουλεία» είναι μάλλον ειρωνικός, αν δεν είναι άστοχος, υπονομεύοντας το περιεχόμενο του πονήματος. Γιατί εδώ δεν έχουμε τους Έλληνες σκλάβους υπό τον οθωμανικό ζυγό αλλά τον Πατριάρχη που είχε άμεση πρόσβαση στον σουλτάνο και τους Οθωμανούς Έλληνες (κατά το αντίστοιχο των Οθωμανών τούρκων ή μουσουλμάνων) που «είχαν πρωτεύοντα ρόλο στη δυναστεία των Οθωμανών και υπηρέτησαν κυρίως τα συμφέροντα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μέχρι το τέλος». Εν προκειμένω η συγγραφέας αναφέρεται στους Φαναριώτες και «τα υψηλόβαθμα στελέχη της κυβέρνησης» που αποτελούσαν «μέρος του μηχανισμού της Υψηλής Πύλης» (οσποδάροι, υπουργοί Εξωτερικών κ.ά.). Μάλιστα, ακόμη και το 1867 οι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης θεωρούσαν και την αυτοκρατορία πατρίδα τους («αγαπώντες δε την εαυτών πατρίδα, δεν δύνανται βεβαίως να μην αγαπώσι την Οθωμανικήν Αυτοκρατορίαν, διότι αυτή είναι η πατρίδα των»!). Η θέση της συγγραφέως αποτυπώνεται σαφώς και ευκρινώς σε μία υποσημείωση στη σελίδα 20 και 21: «Ανεξάρτητα από το βαθμό συμμετοχής των διαφόρων εθνοτήτων, είτε ως μουσουλμάνοι βεζίρηδες από το Μαυροβούνιο και τη Βουλγαρία είτε ως χριστιανοί Φαναριώτες οσποδάροι στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στην εθνική τους ιστορία όλοι οι Βαλκάνιοι τήρησαν την ίδια στάση. Απλώς ανέφεραν τους άξιους συμπατριώτες τους χωρίς να γίνει καμία διασαφήνιση ότι η άρχουσα τάξη των Οθωμανών αποτελούνταν και από τους ‘’υπόδουλους’’ λαούς»! Το «υπόδουλοι» τίθεται εντός… εισαγωγικών. Ο «οθωμανικός ζυγός» θεωρείται πλέον τέτοιος και οι χριστιανικοί πληθυσμοί «υπόδουλοι» από τη στιγμή που η Ρωσία και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις προώθησαν τη διάλυση της φθίνουσας αυτοκρατορίας θεωρώντας τους χριστιανούς μέρος της Δύσης (της «προσιτής Ανατολής») και τους μουσουλμάνους, μέρος της απρόσιτης και εχθρικής Ανατολής. Εν άλλοις λόγοις έχουμε σύμφωνα με τη συγγραφέα την πρόκληση ενός θρησκευτικού πολέμου, που καλλιεργήθηκε από του δυτικούς και στον οποίο βασίσθηκε η δημιουργία των εθνικών χαρακτηριστικών των βαλκανικών χωρών. Δεν είναι τυχαία η άμεση ανεξαρτητοποίηση της Εκκλησίας της Ελλάδας (Αυτοκέφαλη) από το Πατριαρχείο που θεωρούνταν οθωμανικός θεσμός. Αλλά και ο διαχωρισμός των βαλκανικών λαών με βάση τη θρησκεία και τη γλώσσα είναι αμιγώς οθωμανικοί διαχωρισμοί.

Βέβαια, παρά τις διακρίσεις δεν αναπτύσσεται η διαφορά μεταξύ των Ελλήνων της οθωμανικής «άρχουσας τάξης»(Φαναριωτών) και των «ταλαιπωρημένων μέσων Ελλαδιτών» καθώς και οι σχέσεις τους. Αλλά ούτε και οι διαφορές του Πατριαρχείου και των Φαναριωτών με την Ελληνική Επανάσταση. Αντιθέτως, αναπτύσσονται οι σχέσεις των Φαναριωτών με τη Ρωσία και η φιλοδοξία των πρώτων «να ηγηθούν μιας ορθόδοξης αυτοκρατορίας η οποία έπρεπε να κληρονομήσει την οθωμανική, χωρίς όμως να αλλάξει τη δομή των βαλκανικών λαών και τη δική τους κυρίαρχη θέση»( Η Μεγάλη Ιδέα χρονολογείται από τον 18ο αιώνα). Η εστίαση στους Φαναριώτες εκπληρώνει την υπόθεση εργασίας ότι οι Ελληνο-ορθόδοξοι ήταν μέρος του οθωμανικού συστήματος. Όμως λίγο παρακάτω αναφέρεται ο ρόλος μέρους των Φαναριωτών στο νεοελληνικό «Διαφωτισμό»(μαζί με τους εμπόρους και των Ελλήνων των παροικιών). Άρα, έχουμε μία κατεύθυνση από τους Φαναριώτες για την Ορθόδοξη αυτοκρατορία και μία ελλαδίτικη προσέγγιση(των ταλαιπωρημένων μέσων Ελλαδιτών) που κινούνταν είτε στο πλαίσιο των Βαλκανίων (Ρήγας) είτε στο πλαίσιο της νότιας Ελλάδας(λόγω και των αυτόνομων περιοχών). Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι η Φιλική Εταιρία δεν κατάφερε να στρατολογήσει πλούσιους εμπόρους από τις ανθηρές παροικίες. Επιπλέον, ο Πατριάρχης Γρηγόριος είχε κατέβει στην Ελλάδα με εντολή του σουλτάνου για να πείσει τους Ελλαδίτες να μην επαναστατήσουν. Για την αποτυχία τιμωρήθηκε με απαγχονισμό. Όσο για τους Τούρκους, αυτοί ήταν ένας από τους πολλούς λαούς της αυτοκρατορίας. Μάλιστα, στην Οθωμανική Αυτοκρατορία «ο όρος ‘’Τούρκος’’ αυτός καθαυτός ήταν ένας όρος περιφρόνησης που χρησιμοποιούσαν για τον άξεστο χοντροκομμένο χωριάτη, νομάδα ή κάτοικο μιας μικρής πόλης». Ουσιαστικά η σημερινή Τουρκία είναι αποτέλεσμα της μικρασιατικής καταστροφής, του Κεμάλ και ασφαλώς των δυτικών δυνάμεων. Όλα αυτά ίσως ξενίσουν κάποιους, αλλά τα γεγονότα είναι γεγονότα. Αλλά η συγγραφέας λόγω της χρήσης των αναλυτικών εργαλείων της ιστοριογραφίας μόνο, δεν εμβαθύνει στην ενδιαφέρουσα προσέγγισή της, εμπλουτίζοντας έτσι τα συμπεράσματά της. Όμως παραμένει η προσέγγισή της τολμηρή και απομυθοποιητική.

http://artinews.gr