Αναγνώσεις της Καραντίνας: Περί Τυφλότητος, του Ζοζέ Σαραμάγκου.

Αναγνώσεις της Καραντίνας: Περί Τυφλότητος, του Ζοζέ Σαραμάγκου.

  • |

Το αλληγορικό μυθιστόρημα του Πορτογάλου κομμουνιστή είναι το πλέον κατάλληλο ανάγνωσμα, για την εκφυλιστική θεσμών, αξιών και συστημάτων πανδημία, για τους ανθρώπους σε ηθελημένη άγνοια, σε ένθεο τρόμο και στρατοκρατική καραντίνα, για τον νεοφιλελευθερισμό.

Κα­ρα­ντί­να, απο­μό­νω­ση, κα­να­πές, δη­μιουρ­γι­κή μο­να­ξιά, απο­μά­κρυν­ση από τις πολ­λές-πολ­λές κοι­νω­νι­κό­τη­τες. Για κά­ποιους εξ ημών, δεν είναι ακρι­βώς κάτι και­νούρ­γιο. Είναι μια, ας την πούμε, στάση ζωής- ει­δι­κά, όταν τα λεφτά, έπα­ψαν να υπάρ­χουν… Και πε­ρι­συλ­λο­γής, κυ­ρί­ως. Για τον εαυτό. Και για τους άλ­λους. Για τα ορατά και τα… αό­ρα­τα – όχι θεούς και πνεύ­μα­τα, αλί­μο­νο. Τις ιδέες και τα πράγ­μα­τα.

Γιάννης Νικολόπουλος

Στο ίντερ­νετ και το ελ­λα­δι­κό και το ξένο, κυ­κλο­φο­ρούν προ­τά­σεις, για βι­βλία, για ται­νί­ες, για τη­λε­ο­πτι­κές ή δια­δι­κτυα­κές σει­ρές. Για τους τρό­πους που η ώρα στο σπίτι κα­τα­να­λώ­νε­ται δη­μιουρ­γι­κά. Ή απλώς, την «σκο­τώ­νου­με».

Τη με­ρί­δα του λέ­ο­ντος στις προ­τά­σεις που κυ­κλο­φο­ρούν και σε ό,τι αφορά τα βι­βλία κερ­δί­ζει η Πα­νού­κλα, του Αλ­μπέρ Καμύ (η έκ­δο­ση paperbackέ­χει εξα­ντλη­θεί στην Ολ­λαν­δία και τη Γερ­μα­νία). Δεν λέω, σπου­δαίο βι­βλίο, σπου­δαί­ος συγ­γρα­φέ­ας, σπου­δαία υπό­θε­ση και γραφή, σπου­δαία, σί­γου­ρα και η πα­νε­πι­και­ρό­τη­τα της, αλλά δεν νο­μί­ζω ότι είναι το κα­ταλ­λη­λό­τε­ρο ανά­γνω­σμα για όσα σή­με­ρα ζούμε.

Η δική μου πρό­τα­ση και συμ­βο­λή σε αυτόν τον δη­μιουρ­γι­κό και πο­λι­τι­στι­κό διά­λο­γο είναι το μυ­θι­στό­ρη­μα Περί Τυ­φλό­τη­τος, του πραγ­μα­τι­κά με­γά­λου Ζοζέ Σα­ρα­μά­γκου.

Πρώτα από όλα επει­δή είναι ένα βι­βλίο που γρά­φτη­κε στα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του 1990 και απο­τε­λεί μια κα­τα­πλη­κτι­κή αλ­λη­γο­ρία για την επέ­λα­ση όχι ενός ιού, αλλά του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και της μα­ζι­κής τύ­φλω­σης που προ­κά­λε­σε σε κοι­νω­νί­ες και εκλο­γι­κά σώ­μα­τα η… υπό­σχε­ση πως όλοι θα γί­νου­με πλού­σιοι αφε­νός κλει­σμέ­νοι στο ατο­μι­κι­στι­κό μας κα­βού­κι και αφε­τέ­ρου πε­θαί­νο­ντας στη δου­λειά και στον αντα­γω­νι­σμό του homohominislupusestή ότι όλοι θα έχου­με γεν­ναίο με­ρί­διο από την «ανά­πτυ­ξη», τον «εκ­συγ­χρο­νι­σμό» ή την Ενω­μέ­νη Ευ­ρώ­πη και την ΕΚΤ. Όταν γρά­φτη­κε το Περί Τυ­φλό­τη­τος, βέ­βαια, όλα αυτά δεν είχαν μπει στη φάση της ορι­στι­κής εφαρ­μο­γής τους. Ήταν πε­ρισ­σό­τε­ρο γράμ­μα και πνεύ­μα του Μά­α­στρι­χτ και όχι ντι­ρε­κτί­βες και προ­βλέ­ψεις μνη­μο­νί­ων στον ευ­ρω­παϊ­κό Νότο  και ατζέ­ντας Σρέ­ντερ ή οδη­γί­ας Μπολ­κε­στάιν στον Βορρά.

Αλλά ο Σα­ρα­μά­γκου μι­λώ­ντας για την επι­δη­μία της μα­ζι­κής τύ­φλω­σης των ανώ­νυ­μων ηρώων του που απο­διορ­γα­νώ­νει το απροσ­διό­ρι­στο κρά­τος της αφή­γη­σης και απο­κα­θη­λώ­νει φι­λε­λευ­θε­ρι­σμούς, αστι­κο­δη­μο­κρα­τι­κή ορ­γά­νω­ση του πο­λι­τεύ­μα­τος και δη­μό­σιες λο­γο­δο­σί­ες των ηγε­σιών, δεν χρεια­ζό­ταν να έχει μπρο­στά στα μάτια του, ολό­κλη­ρη την γκάμα της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης λαί­λα­πας. Υπήρ­ξε διο­ρα­τι­κός, υπήρ­ξε οξυ­δερ­κής, υπήρ­ξε καί­ριος στη γραφή του, επει­δή ήταν ένας από τους κα­λύ­τε­ρα κα­ταρ­τι­σμέ­νους μαρ­ξι­στές της Πορ­το­γα­λί­ας, και φυ­σι­κά, αμε­τα­νό­η­τος κομ­μου­νι­στής, έως το φυ­σι­κό τέλος της πο­λυ­τά­ρα­χης ζωής του.

Αυτή η στρά­τευ­ση του Σα­ρα­μά­γκου, αυτή η κα­τάρ­τι­ση, αυτή η ασυμ­βί­βα­στη πο­λι­τι­κή του στάση, τον έφερε σε μεί­ζο­νες συ­γκρού­σεις από πολύ νωρίς στην προ­σω­πι­κή, επαγ­γελ­μα­τι­κή και συγ­γρα­φι­κή του ζωή – πρώτα, σε σύ­γκρου­ση με τη γρα­φειο­κρα­τία του Κομ­μου­νι­στι­κού Κόμ­μα­τος Πορ­το­γα­λί­ας, ει­δι­κά μά­λι­στα μετά τη γνω­στή πτώση του Τεί­χους (δεν θα γί­νου­με όλοι κα­θάρ­μα­τα, είχε πει ο Ζοζέ, όταν είδε τους συ­ντρό­φους του να εγκα­τα­λεί­πουν τον μαρ­ξι­σμό για να ασπα­στούν τον Τρίτο Δρόμο του Άντο­νι Γκί­ντενς).

Κα­τό­πιν ή και νω­ρί­τε­ρα και διαρ­κέ­στε­ρα με τις σκο­τα­δι­στι­κές και οπι­σθο­δρο­μι­κές από­ψεις της πορ­το­γα­λι­κής Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Ει­δι­κά, όταν έγρα­ψε το Κατά Ιη­σούν Ευαγ­γέ­λιο, μια πολύ αν­θρώ­πι­νη, πολύ τα­ξι­κή και πολύ επι­θε­τι­κή εκ­δο­χή της ζωής του μεσ­σία (η κα­λύ­τε­ρη δι­καιο­σύ­νη είναι αυτή που απο­δί­δουν τα ίδια μας τα χέρια, η φράση από το βι­βλίο – γιατί, δεν κα­τα­δι­κά­ζου­με τη βία, από όπου και αν προ­έρ­χε­ται και κυ­ρί­ως προς όποιον και αν στρέ­φε­ται).

Και ύστε­ρα, με το κρά­τος του Ισ­ρα­ήλ και τις ΗΠΑ επει­δή ο Σα­ρα­μά­γκου υπήρ­ξε ένας από τους συ­νε­πέ­στε­ρους υπε­ρα­σπι­στές των Πα­λαι­στι­νί­ων και του δι­καιώ­μα­τος τους για εθνι­κή απο­κα­τά­στα­ση στη γη τους. Το τι είχε ακού­σει στη διάρ­κεια της ζωής του για αυτήν την επι­λο­γή του, δεν πε­ρι­γρά­φε­ται και δεν… γρά­φε­ται.

Κά­ποια στιγ­μή, ο Σα­ρα­μά­γκου συ­γκρού­στη­κε και με τον Σίλ­βιο Μπερ­λου­σκό­νι. Βλέ­πε­τε, ο Ιτα­λός επι­χει­ρη­μα­τί­ας και πρω­θυ­πουρ­γός είχε απο­σπά­σει τα δι­καιώ­μα­τα έκ­δο­σης και πώ­λη­σης των μυ­θι­στο­ρη­μά­των και δι­η­γη­μά­των του στην ιτα­λι­κή αγορά. Και ταυ­τό­χρο­να πα­ρα­δε­χό­ταν ότι «έχω πάνω από εί­κο­σι χρό­νια να δια­βά­σω ένα βι­βλίο. Εγώ που­λάω βι­βλία, δεν τα δια­βά­ζω». Η απά­ντη­ση του Σα­ρα­μά­γκου ήταν ακα­ριαία : «Δεν θέλω να εκ­δί­δει και να που­λά­ει τα βι­βλία μου, ένας τέ­τοιος αγράμ­μα­τος και αγροί­κος μα­λά­κας!». Η… συ­νερ­γα­σία τερ­μα­τί­στη­κε αμέ­σως.

Το Περί Τυ­φλό­τη­τος, που το ακο­λού­θη­σε δυο χρό­νια μετά, το Όλα τα Ονό­μα­τα, έδωσε στον Σα­ρα­μά­γκου το βρα­βείο Νό­μπελ Λο­γο­τε­χνί­ας το 1998. Παρά τις περί του αντι­θέ­του πιέ­σεις της Κα­θο­λι­κής Εκ­κλη­σί­ας. Η υπό­θε­ση είναι απλή στη σύλ­λη­ψη και ιδιο­φυ­ής στην αφή­γη­ση.

Τι θα συ­νέ­βαι­νε σε μια χώρα, όταν οι κά­τοι­κοι της άρ­χι­ζαν να χά­νουν την όραση τους, ο ένας, μετά τον άλλον; Πώς θα αντι­δρού­σε η κυ­βέρ­νη­ση; Θα επε­νέ­βαι­νε ο στρα­τός; Σε πόσα στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης και κα­ρα­ντί­νας θα εγκλεί­ο­νταν οι τυ­φλοί; Θα εκτε­λού­νταν, για να μην με­τα­δώ­σουν την νόσο; Τι θα έκανε η Εκ­κλη­σία; Πότε θα κα­τέρ­ρε­αν οι επί­γειες, θα­λάσ­σιες και αε­ρο­πο­ρι­κές με­τα­φο­ρές; Θα ξε­σπού­σαν η πείνα και η βία, θα οξύ­νο­νταν η εκ­με­τάλ­λευ­ση και η αι­σχρο­κέρ­δεια; Πώς θα ορ­γα­νώ­νο­νταν οι τυ­φλοί έγκλει­στοι στην κα­ρα­ντί­να και τα στρα­τό­πε­δα; Θα επι­ζού­σε η αν­θρω­πό­τη­τα; Θα ερ­χό­ταν η ώρα της λύ­τρω­σης; Και αν ναι, πώς και πότε;

Το μυ­θι­στό­ρη­μα είναι ασύ­γκρι­το και αδι­κή­θη­κε στην ομώ­νυ­μη ται­νία του Φερ­νά­ντο Μεϊ­ρέ­γιες. Δυ­στυ­χώς, το φιλμ ήταν κα­τώ­τε­ρο του βι­βλί­ου και των χυμών του. Συμ­βαί­νει. Προ­σο­χή, δεν λέω ότι η ται­νία είναι κακή. Λέω ότι δεν κα­τά­φε­ρε να απο­δώ­σει όλα όσα ο Σα­ρα­μά­γκου το­πο­θέ­τη­σε με αρι­στο­τε­χνι­κή μα­ε­στρία ως καυτά ερω­τή­μα­τα και αδυ­σώ­πη­τες απα­ντή­σεις στο μυ­θι­στό­ρη­μα του, που λει­τουρ­γεί σαν βρα­δυ­φλε­γής βόμβα πο­λι­τι­κών με­γα­τό­νων. Αλλά, αν βα­ριέ­στε να δια­βά­σε­τε (πολύ κρίμα!), δείτε την ται­νία. Αξί­ζει.

Προ­σω­πι­κά, συ­στή­νω να δια­βά­σε­τε και το Περί Φω­τί­σε­ως, το οποίο συ­νι­στά τον κα­θρέ­πτη του Περί Τυ­φλό­τη­τος, μια δε­κα­ε­τία μετά, στα μέσα του 2000 – άλλο ένα αλ­λη­γο­ρι­κό μυ­θι­στό­ρη­μα – μα­στί­γιο για τις σύγ­χρο­νες δυ­τι­κές δη­μο­κρα­τί­ες, με καμβά, τις εθνι­κές εκλο­γές μιας απροσ­διό­ρι­στης χώρας, όπου ο λαός προ­σέρ­χε­ται και ψη­φί­ζει μα­ζι­κά και ασυ­ντό­νι­στα, απο­κλει­στι­κά λευκό, προ­κα­λώ­ντας ψυ­χι­κό κλο­νι­σμό και πα­ρά­κρου­ση στις ηγε­σί­ες και τις εξου­σί­ες κάθε μορ­φής – πο­λι­τι­κές, στρα­τιω­τι­κές, οι­κο­νο­μι­κές. Επι­χει­ρη­μα­τι­κές. Δη­μο­σιο­γρα­φι­κές…

Τέλος, και εκ­φρά­ζο­ντας την προ­σω­πι­κή μου προ­τί­μη­ση και αγάπη, αξί­ζει μια προ­σο­χή στη σύ­ντο­μη νου­βέ­λα Κάιν – αν θέ­λε­τε να αμ­φι­σβη­τή­σε­τε και να κα­τα­κρε­ουρ­γή­σε­τε τη Βίβλο και τις δι­δα­χές της εκ­κλη­σί­ας, δείτε και δια­βά­στε τον Κάιν ως τον πρώτο αντάρ­τη και ανυ­πό­τα­κτο, και όχι φονιά και απο­στά­τη. Αυτά. Καλή, τα­ξι­κή ανά­γνω­ση.

/rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος