Με τον Βασίλη Ραφαηλίδη, άλλον ξεροκέφαλο, συνελήφθησαν μαζί, ίσως και την ίδια μέρα, από τα σκυλιά της χούντας -τους είχαν και στο ίδιο κελί. Μια μέρα λοιπόν, αφού είχαν σαπίσει στα βασανιστήρια στην ταράτσα της Μπουμπουλίνας τον Περικλή, τον έσυραν στο κελί και τον παράτησαν, τον πέταξαν στο πάτωμα μισοπεθαμένο. Πώς διάβολο είχε καταφέρει ο Ραφαηλίδης και είχε πείσει έναν από τους δεσμοφύλακες και είχε προμηθευτεί μία αλοιφή, Vicks μάλλον;
Γιώργος Σταματόπουλος
Ελα, του λέει, ξάπλωσε μπρούμυτα να σου κάνω επαλείψεις -θα ανακουφιστείς. Τον ξάπλωσε λοιπόν, ημίγυμνοι και οι δύο, και άρχισε τις επαλείψεις, καθήμενος επάνω του, κάπως σαν ερωτική στάση. Βογγώντας από τους πόνους αλλά και ανακουφιζόμενος από την αλοιφή, γυρίζει και του λέει ο Περικλής: «Ρε μ…άκα, τι κάνουμε; Θα γίνουμε ρεζίλι. Θα νομίσουν ότι γ…όμαστε». Και ξέσπασαν και οι δυο σε τρανταχτά γέλια.
Εδώ τους είχαν εξευτελίσει, είχαν ταπεινώσει τα σώματά τους με λογιώ βασανιστήρια [αλλά όχι την ψυχή τους και το πνεύμα τους], το αν θα τους έλεγαν ομοφυλόφιλους τους μάραινε. Σε ποιον να γίνονταν ρεζίλι; «Αλήθεια» λέει ο Περικλής, «πόσο πιο πάτο να πιάσουμε;». Ξεραινόταν στα γέλια όταν το θυμόταν και μας το έλεγε. Ο ίδιος φαινόταν το «θύμα» και ο Ραφαηλίδης ο «επιβήτορας». Ηταν, έλεγε, σαν να με βίαζε μια αρκούδα [λόγω του ότι ο «επιβήτορας» ήταν δασύτριχος -δεν φαινόταν το δέρμα του].
Μία από τις αμέτρητες ιστορίες που μας έλεγε όταν είχε κέφια διότι στην κάθε μέρα του απέφευγε να σκαλίζει τις αναμνήσεις του. Τη μεταφέρω εδώ για να φανεί η βαθιά γνώση που είχαν αποκτήσει μέσα στα μπουντρούμια και πόσο ήξεραν να αυτοσαρκάζονται [ο αυτοσαρκασμός είναι η πύλη για την ουσιαστική γνώση -διαφορετικά λίγα πράγματα παίρνει χαμπάρι ο άνθρωπος στη σύντομη ζωή του].
Πώς αυτός ο νέος [είκοσι εφτά χρονώ παλικάρι ήταν -αλλά πραγματικό παλικάρι αποδείχτηκε και στην υπόλοιπη ζωή του- όταν τον συνέλαβαν], πώς λοιπόν, μετά τόσα βασανιστήρια και τόση αγωνία για τον επιούσιο στη συνέχεια, κατόρθωσε να μετουσιώσει τον πόνο σε χαρά και τραγούδι, μεγαλοθυμία και μακροθυμία; Ποια δύναμη τον ώθησε να μπορεί να συγχωρεί τους βασανιστές του και τους λογής διώκτες του;
Πρέπει να ειπωθούν αυτά κυρίως για όσους στάθηκαν ανίκανοι [και λίγοι] να ερμηνεύσουν τη λιτή [πάμπλουτη σε εμπειρίες και συναισθήματα] ζωή του. Ισως μερικοί δεν αποδέχτηκαν το συγγραφικό του έργο· λάθος τους βεβαίως [ειδικά όταν καταπιανόταν με τη μικρή φόρμα ήταν ευφυέστατα απολαυστικός], δεν κατάλαβαν εντούτοις ότι δεν είχε ανάγκη από το συγγραφικό του έργο· ήταν η ζωή του η ίδια το καλύτερο μυθιστόρημά του.
Τον κατάλαβαν, ευτυχώς, οι νεότεροι -έτσι τον αποχαιρέτησε ο νεαρός εκδότης [αγαπούσε υπερβολικά τους νεαρούς εκδότες ο Περικλής], Νίκος Κατσιαούνης (εκδόσεις «Ερμα»): «Μας έμαθες πολλά, Περικλή. Και κυρίως ότι η επανάσταση είναι γέλιο, χαρά, τραγούδι και ζωή». Ευτυχώς, υπάρχουν νέοι χωρίς παρωπίδες, που έμαθαν να σκέφτονται ελεύθερα και ένας λόγος ήταν η παρουσία του Περικλή [στα γράμματα και στα κινήματα].
efsyn.gr








