Εχει εκδοθεί από τις εκδόσεις «Αγρα» ένα βιβλιαράκι με τίτλο «Εγκώμιο των πουλιών» -ένα θαυμάσιο δοκίμιο του Τζιάκομο Λεοπάρντι για όλα τα πλάσματα του πλανήτη με υπερέχοντα τα πτηνά του ουρανού αλλά και με λεπτές παρατηρήσεις για τις καταγωγικές δυνατότητες του ανθρώπου και την υπέρτατη αδιαφορία της φύσης. Λέει, π.χ., ότι είναι δύσκολο γενικά να ορίσουμε και να εξηγήσουμε τη φύση και τα εσωτερικά αίτια και τους μηχανισμούς του γέλιου. Γιατί γελάμε; Πότε εμφανίστηκε το γέλιο; Είναι το γέλιο μια παρατεταμένη τρέλα ή παραλήρημα ή παραφροσύνη; Πότε ο άνθρωπος αναγνώρισε για πρώτη φορά αυτήν τη δύναμή του; Τον συνοδεύει από την πρωτογενή και αρχέγονη καταγωγή του;
Γιώργος Σταματόπουλος
Ιδού τα συμπεράσματά του, τα οποία και θα χρησιμοποιήσω για να φτάσω στον Περικλή: «Πιστεύω πως η πρώτη αφορμή και η πρώτη αιτία γέλιου δόθηκαν στους ανθρώπους από τη μέθη […]. Η μέθη πρωτοεμφανίστηκε καιρό προτού οι άνθρωποι συγκροτήσουν οιαδήποτε μορφή πολιτισμού». Το γέλιο, σημειώνει ο εξαιρετικός αυτός συγγραφέας, τιθασεύει και απομακρύνει τους ανθρώπους από κακές πράξεις. Γι’ αυτό άρεσαν στον Περικλή τα λογής ανέκδοτα, γι’ αυτό και τα είχε ψηλά στην κλίμακα των αξιών του. Δεν μιλώ για κρύα και συνηθισμένα ανέκδοτα, αλλά για αινίγματα και λογοπαίγνια, που απαιτούσαν οξύνοια και ένα πνευματικό υπόβαθρο -όχι τίποτα σπαζοκεφαλιές και εξυπναδακισμοί, αλλά λεπτές αποχρώσεις νοϊκών φτερουγισμάτων.
Πρέπει επίσης να γίνει ένας διαχωρισμός: άλλο η πνευματική μέθη και άλλο να σέρνεσαι αδύναμος και σιχαμερός υπό την επήρεια του αλκοόλ. «Το πίειν είναι τέχνη» εξάλλου. Ο Περικλής και η παρέα του -και αυτό ας το κατανοήσουν επιτέλους όλοι εκείνοι που προσποιούνται τους «σοβαρούς» και τους «μετρημένους»- είχαν ως μέσον το αλκοόλ για να φτάσουν στην πνευματική μέθη, στο να ξεδιαλύνουν τα σκοτάδια της ύπαρξης ή να τους δώσουν ένα φως που ανακάλυπταν στα τρομερά μύχια του ανθρώπου. Οποιος αυτό δεν το καταλαβαίνει, δεν ξέρει πού πατά και πού πηγαίνει, που λέει και το άσμα.
Ο Περικλής, σαν τον Λεοπάρντι, ήθελε να μεταμορφωθεί σε πουλί για να απολαύσει εκείνη την απόλαυση και τη χαρά της ζωής του [του πουλιού]. Και σαν τους πρώτους Λυρικούς μας (Αρχίλοχο, Αλκαίο, Μίμνερμο λ.χ., που το έτσουζαν μεν, δυσφορούσαν όταν έβλεπαν μεθυσμένους δε), ήξερε το μέτρον στο πίειν, διότι χωρίς αυτό το μέτρο οδηγείται κανείς σε βαρβαρότητες και στην ύβριν -οπότε ας στριμωχτούν στην αδαημοσύνη τους οι κατά καιρούς επικριτές, οι ξενέρωτοι και κατά συνέπεια ανέραστοι [ή δυσέραστοι]. Χωρίς τον οίνο το πνεύμα θα ήταν ανάπηρο, τραγικά ελλιπές και αλυσιτελές σε ό,τι αφορά τα μυστήρια της φύσης και της ζωής. Δεν υπάρχει φύση χωρίς τη ζωή, αλλά ούτε και ζωή δίχως τη φύση.
Αλλά δεν λέγονται τέτοια στα κομματικά γραφεία, γι’ αυτό και δεν έγινε ποτέ αποδεκτός ο Περικλής από καθεστωτικές και κομματικές «λογικές» και «φιλοσοφίες». Βρήκαμε έτοιμη τη λογική τού συνυπάρχειν, αγνοούμε όμως πώς και πότε εγκαθιδρύθηκε στα ανθρώπινα. Μεθύων έγραφε ο μέγας Σοφοκλής [και άλλοι].
efsyn.gr








