ΔΙΗΓΗΜΑ Καραντίνα, του Γιώργου Αλεξάτου

ΔΙΗΓΗΜΑ Καραντίνα, του Γιώργου Αλεξάτου

  • |

Δεν του είναι καθόλου εύκολο να τη χρησιμοποιήσει αυτή τη λέξη. Δεκαετίες τώρα, κάθε που την άκουγε ή τη διάβαζε κάπου, του ‘φερνε στο μυαλό εικόνες που ‘χε πλάσει τότε που την άκουσε για πρώτη φορά, μικρός, στα χρόνια που ‘ταν ακόμη στο δημοτικό.
Θυμάται σαν και τώρα εκείνη τη γριούλα που συνήθιζε να κάθεται ώρες ατελείωτες σ’ ένα σκαμνάκι με την πλάτη της ν’ ακουμπάει στον τοίχο του μικρού προσφυγόσπιτου, στο στενάκι που τότε του φάνταζε δρόμος.

Την έβλεπε εκεί ήδη από την ώρα που αυτός περνούσε από μπροστά της για να πάει σχολείο. Εκεί την έβρισκε κι όταν γύριζε το μεσημέρι. Ήταν εκεί κι όταν τ’ απογεύματα περνούσε για θελήματα της μάνας του στο μπακάλικο της παραπάνω γωνίας ή για να παίξει στη μικρή αλάνα πίσω από εκείνα τα χαλάσματα που οι παλιοί λέγανε ότι κάποτε ήταν στάβλος για γελάδια. Πολύ πριν έρθουν οι πρόσφυγες στην περιοχή και φτιαχτεί ο συνοικισμός.

Εκεί ήταν και το βράδυ, μέχρι που η σκοτεινιά σκέπαζε το μικρό δρομάκι, όπου δεν έφτανε το φως από την κολώνα που έφεγγε μπροστά από το εκκλησάκι της Παναγίας της Βρεφοκρατούσης.

Τότε, σηκωνόταν, έτσι καμπουριασμένη που ήταν, μάζευε το σκαμνάκι της και έμπαινε στο μικρό προσφυγόσπιτο. Μαζί και το βιβλίο που πάντα είχε μαζί της και διάβαζε σκυμμένη πάνω του, τις ατέλειωτες ώρες που περνούσε καθισμένη εκεί, με την πλάτη στον τοίχο.

Καμιά φορά του ζητούσε να της κάνει κάνα θέλημα, μιας και πήγαινε στον μπακάλη. Να της φέρει δυο φράγκα ρύζι, μισή οκά σπαγέτο, ένα φράγκο ντοματοπελτέ, ή και μια φρατζόλα ψωμί από τον φούρνο της πλατείας, λίγο παραπάνω απ’ το μπακάλικο.

Γι’ ανταμοιβή του ‘δινε πάντα μια δεκάρα ή και εικοσάρα, από τα ρέστα που της έφερνε. Κι αν δεν είχε ρέστα, την έβγαζε από το πάνινο σακουλάκι που ‘χε δεμένο με σπάγκο στον κόρφο της.

Μια δεκάρα ήταν μια καραμέλα! Και μια εικοσάρα ήταν δυο καραμέλες ή μία από τις ακριβές, του βουτύρου ή του κακάο! Μεγάλη υπόθεση!

Μπορούσε, έτσι, να δει και το βιβλίο της γιαγιάς, που τον παραξένευε, γιατί, ενώ αναγνώριζε και διάβαζε τα γράμματα, δεν καταλάβαινε λέξη!

Μάλλον, μαγικά θα ‘ναι, είχε σκεφτεί όταν τα πρωτόδε. Και δεν θυμάται καν πότε τα πρωτόδε. Σίγουρα, πάντως, αφού είχε πάει ήδη σχολείο και είχε μάθει να διαβάζει.

Φανταζόταν πως η γιαγιά, ντυμένη στα κατάμαυρα, με το μαύρο μαντήλι της δεμένο στο μέτωπο και στα πλάγια, έτσι που ίσα που διακρίνονταν μια-δυο τούφες από τα κάτασπρα μαλλιά της, καμπουριασμένη και σκυμμένη ώρες πάνω από το βιβλίο με τις ακατανόητες λέξεις, δεν μπορεί παρά να ξέρει και μαγικά. Και γι’ αυτά διάβαζε εκεί έξω, εκτός βέβαια από τις μέρες με βροχή και πολύ κρύο. Τότε, κλεισμένη στο μικρό δωμάτιο, που ‘ταν όλο κι όλο το σπίτι της, μπορεί να ‘κανε και μαγικά!

Μάλιστα, απέφευγε να τη ρωτήσει τι ήταν αυτά που διάβαζε. Ήταν πολύ παράξενο αυτό που συνέβαινε. Ενώ με τη γιαγιά μιλούσε και της έκανε θελήματα και του ‘δινε να παίρνει καραμέλες, το βιβλίο της του προκαλούσε φόβο. Ίσως να ‘φταιγαν κι εκείνες οι ζωγραφιές που είχε. Οι πολλοί σταυροί, οι εξαϋλωμένες μορφές, τα κεφάλια και τα χέρια που έβγαιναν μέσα από καζάνια τυλιγμένα σε φλόγες.

Μέχρι που μια μέρα του είπε η ίδια για το βιβλίο. Που ήταν το μοναδικό κειμήλιο που της είχε απομείνει από την «πατρίδα», όπως έλεγε τον τόπο απ’ τον οποίο είχε έρθει. Τότε, με την Καταστροφή.

«Οι βίοι των Αγίων είναι ό,τι μου απέμεινε. Γραμμένοι στα καραμανλίδικα. Ελληνικά γράμματα με λέξεις τούρκικες, παιδάκι μου. Δεν καλοξέραμε τα ελληνικά εκεί στην πατρίδα. Εδώ μάθαμε να τα μιλάμε».

Και του είπε για τον ξεριζωμό, που τον έζησε μικρή κοπέλα, νιόπαντρη τότε. Για τους δικούς της. Τον πατέρα της, τους αδελφούς της και τον άντρα της, που σφάχτηκαν ή εξαφανίστηκαν στα Αμελέ Ταμπουρού και δεν τους ματάδε ποτέ πια. Για τη μάνα της και τη μεγαλύτερή της αδελφή, που πέθαναν στο Καραμπουρνάκι, στη Θεσσαλονίκη, στην «καραντίνα». Για τη μικρότερη αδελφή της που βρέθηκαν μαζί στη Μακρόνησο, στην άλλη «καραντίνα». Κι εκεί την έχασε από βαριά αρρώστια.

Έτσι πρωτάκουσε αυτή τη λέξη. Και ρώτησε τη γιαγιά τι ήταν αυτή η «καραντίνα».

«Μας βάζανε για να μην κολλήσουμε αρρώστιες τον κόσμο εδώ πέρα κι εκεί πεθαίναμε. Αλλά καραντίνα είναι κι αυτό που ‘χω ζήσει όλη μου τη ζωή, παιδί μου. Αυτό που έζησε όλος ο κόσμος εδώ στον συνοικισμό, από τότε μέχρι σήμερα. Πόλεμοι, προσφυγιά, ξεριζωμός, καταφρόνια, δυστυχία, πάλι πόλεμοι, κατοχές, κυνηγητά, τα καλύτερα παιδιά στον τοίχο, άλλα στα ξερονήσια και στις φυλακές, πάλι φτώχεια, πάλι δυστυχία και τώρα χούντα. Τι κάθομαι και σου λέω κι είναι κι επικίνδυνο να τα λες αυτά τα πράγματα! Μια ζωή καραντίνα, παιδάκι μου!»

kommon.gr/

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.