«Μένουμε Σπίτι» και η εξατομίκευση των κοινωνικών προβλημάτων

«Μένουμε Σπίτι» και η εξατομίκευση των κοινωνικών προβλημάτων

  • |

Το «Μένουμε Σπίτι» κατέστη το δημοφιλέστερο σύνθημα της πανδημίας. Αναγνωρίσιμες στη δημόσια σφαίρα προσωπικότητες (τηλεπαρουσιαστές, ηθοποιοί, κ.ά.) ανέλαβαν την επικοινωνιακή διάχυσή του με αξιοσημείωτη επιτυχία. Η επιλογή μιας εκστρατείας ενημέρωσης με αυτό το περιεχόμενο δεν πρέπει να θεωρείται τυχαία, ούτε να αποκόπτεται από ευρύτερες ιδεολογικές συνδηλώσεις. Αντίθετα, το σύνθημα αυτό είναι συμβατό με επίκαιρα πολιτικά συμφραζόμενα.

Νίκος Κουραχάνης *

Το «Μένουμε Σπίτι» συνυφαίνεται άρρηκτα με την υπογράμμιση της ατομικής ευθύνης. Αλλωστε, δεν είναι λίγες οι φορές που ο ίδιος ο υφυπουργός Πολιτικής Προστασίας αφιερώνει μεγάλο μέρος του τηλεοπτικού χρόνου του για να κάνει δηκτικές αναφορές σε ανυπάκουους, και άρα ανεύθυνους, πολίτες. Εχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι οι γενικές και αόριστες μομφές για διάφορους επιπόλαιους που αψηφούν τα μέτρα περιορισμού των ατομικών ελευθεριών είναι πολλαπλάσιες από την επισήμανση των δομικών ελλείψεων του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Με τον τρόπο αυτόν, εμμέσως πλην σαφώς, η υπαιτιότητα για την προφύλαξη από έναν υγειονομικό κίνδυνο επικεντρώνεται στον βαθμό που οι πολίτες πειθαρχούν στις κυβερνητικές εντολές και όχι στην επάρκεια του ΕΣΥ.

Μια τέτοια πολιτική πρακτική μπορεί να συνδεθεί με ευρύτερες θεωρητικές αναφορές, όπως αυτή της ιδιότητας του υπεύθυνου πολίτη. Η εγνωσμένου κύρους διανοήτρια Ruth Lister επιχείρησε πριν από την πανδημία, αλλά πολύ μετά την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, να συνοψίσει τις στοχεύσεις του υπεύθυνου πολίτη στην κοινωνική πολιτική σε τουλάχιστον τέσσερα σημεία. Ετσι, υπεύθυνος πολίτης είναι εκείνος που (α) δίνει έμφαση στα ατομικά του καθήκοντα, (β) έχει ατομικές φιλοδοξίες, (γ) καλύπτει τις ανάγκες του από την αγορά, (δ) συμμετέχει σε φιλανθρωπικές δράσεις. Σε αυτή τη βάση, οποιαδήποτε κρατική μέριμνα ενεργοποιείται κατασταλτικά σε οριακές καταστάσεις, εφόσον προορίζεται για ορισμένους ανεύθυνους που δημιουργούν κοινωνική επιβάρυνση.

Η τιμωρητική λογική όσων κατασκευάζονται από τον κυρίαρχο λόγο ως ανεύθυνοι δεν είναι πρωτόγνωρη στα χρόνια της κρίσης. Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης συστηματοποιήθηκαν την τελευταία δεκαετία. Διόλου τυχαία, αναπτύχθηκαν παράλληλα με τις αποδιαρθρώσεις του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Ετσι, η απίσχνανση των, προ κρίσεων, ελλειμματικών στεγαστικών υπηρεσιών υποκαταστάθηκε από ένα πλέγμα δράσεων μερικής υποβοήθησης αποτροπής μαζικών θανάτων των πολλαπλασιαζόμενων αστέγων (συσσίτια, ξενώνες διανυκτέρευσης, κέντρα ημέρας αστέγων, κ.ά.). Μια φιλοσοφία που υπαγόρευε ότι λίγο με τη βοήθεια των ΜΚΟ και λίγο με την ατομική προσπάθειά τους, οι περισσότεροι από αυτούς θα καταφέρουν να μην πεθάνουν. Πανομοιότυπα σχεδόν, την τελευταία πενταετία η διαχείριση του προσφυγικού προσαρμόστηκε σε μια εξόχως κατασταλτική και με επίκεντρο την ατομική ευθύνη λογική. Οσοι πρόσφυγες κατάφεραν να ξεφύγουν από τις διώξεις στις χώρες προέλευσής τους, επέζησαν στην Τουρκία και δεν πνίγηκαν στα νερά του Αιγαίου, «κέρδισαν» μια θέση σε αντίσκηνο.

Η εμφάνιση της πανδημίας επιφέρει τη μεταφορά πολλών χαρακτηριστικών από αυτήν την πολιτική βίαιου περιορισμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε ολόκληρο το κοινωνικό σύνολο. Το ίδιο το «Μένουμε Σπίτι», ως κυρίαρχο σύνθημα, φαίνεται να εξαντλείται σε συμβουλευτικές υγειονομικές οδηγίες για όσους έχουν την ατομική δυνατότητα να μείνουν σε σπίτι. Ακόμα όμως και σε αυτές τις περιπτώσεις, οι πολίτες έχουν καθήκον να διαχειριστούν μόνοι τους την προστασία της υγείας τους. Οι ευθύνες του ΕΣΥ ενεργοποιούνται αποκλειστικά για τα επείγοντα περιστατικά. Οταν, δηλαδή, επέρχεται η κατάσταση έκτακτης ανάγκης και υφίσταται σοβαρός κίνδυνος απώλειας της ζωής.

Στην ίδια λογική, το «Μένουμε Σπίτι» δηλώνει υπόρρητα ότι μια σειρά ακραία φτωχών πληθυσμιακών ομάδων, που αποκλείονται από την πρόσβαση σε αξιοπρεπείς στεγαστικές συνθήκες, δεν συμπεριλαμβάνονται στους αποδέκτες των μέτρων προστασίας, κυρίως γιατί δεν έχουν δυνατότητα να προστατευτούν από μόνες τους. Μπορούμε, λοιπόν, να διαπιστώσουμε ότι η προστασία της ζωής εκείνων που δεν έχουν σπίτι είναι εκτός των προτεραιοτήτων της κοινωνικής πολιτικής της πανδημίας. Κάτι τέτοιο, σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης ολόκληρης της κοινωνίας, θεωρείται πολυτέλεια. Απλούστερα, είναι πολιτική επιλογή ότι ένα κομμάτι των ακραία φτωχών θα θυσιαστεί, εφόσον δεν έχει τη δυνατότητα να τα καταφέρει μόνο του.

Την τελευταία δεκαετία γινόμαστε θεατές ενός διαρκούς χαμηλώματος του διχτυού προστασίας. Από την αντιμετώπιση της φτώχειας και της ανεργίας, στην οριακή διαχείριση της ακραίας φτώχειας και από εκεί στην ατομική διευθέτηση της αστεγίας, της αποφυγής του πνιγμού στα νερά του Αιγαίου ή της μετάδοσης του ιού σε έναν καταυλισμό Ρομά. Μια διαδικασία διαρκούς σχετικοποίησης της εξαθλίωσης προς τα κάτω βρίσκεται αδιάκοπα σε εξέλιξη. Η έμφαση στην ατομική ευθύνη του «Μένουμε Σπίτι» την περίοδο της πανδημίας, αντί της αποφασιστικής στήριξης του ΕΣΥ, αποτελεί ενδεχομένως την πρώτη φορά που δηλώνεται τόσο έντονα ότι μέριμνα υπάρχει μόνο για όσους μπορούν να τα καταφέρουν μόνοι τους. Και αν δεν τα καταφέρουν, φταίνε εκείνοι.

* διδάσκει Κοινωνική Πολιτική στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

efsyn.gr/