Με παίρνει τηλέφωνο, πριν από ένα χρόνο, και μου λέει: «Είσαι για ένα ταξιδάκι στις Βρυξέλλες; Οι δυο μας θα είμαστε. Θα καθίσουμε τρεις-τέσσερις ημέρες, θα πιούμε τα ποτά μας και θα επιστρέψουμε». Νόμιζα ότι αστειευόταν, όμως επέμενε. «Ρε Περικλή, ξέρεις ότι τούτον τον καιρό δυσκολεύομαι να πάω στο χωριό μου – για Βρυξέλλες είμαστε; Τι σε έπιασε πρωί πρωί;» [Μπορεί να ήταν και βράδυ]. «Καθαρίζω εγώ», μου απαντά με σιγουριά και μου εξηγεί.
Γιώργος Σταματόπουλος
Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Στέλιος Κούλογλου παρουσίαζε στην πρωτεύουσα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού το [ομολογουμένως θαυμάσιο] βιβλίο του «Μαρτυρίες από την Αντίσταση», εκδόσεις Εστία. (Λίγα λόγια για το βιβλίο: περιέχει μοναδικές μαρτυρίες από στενούς συνεργάτες του δικτάτορα, αφηγήσεις συγκλονιστικές από ανθρώπους που φυλακίστηκαν και βασανίστηκαν από τη χούντα -βλέπε Περικλής Κοροβέσης- αλλά και μαρτυρίες διπλωματών, που φωτίζουν από μια άλλη σκοπιά τον ρόλο του αμερικανικού παράγοντα στην προετοιμασία του πραξικοπήματος· πραγματικά αποκαλυπτικό πολλών σκοτεινών στιγμών).
Είχε λοιπόν καλέσει τον Περικλή να μιλήσει. Ηταν να πάει με τη σύντροφό του αλλά κάτι προέκυψε στη Μαρία και έτσι σκέφτηκε να με καλέσει να μην πάει χαμένο το εισιτήριο. «Τι θα κάνεις;». Ε, είπα αβίαστα ναι. Ηξερα ότι είχε δυσκολίες στις μετακινήσεις του και ήταν μεγάλη μου χαρά να τον βοηθώ. Εφοδιαστήκαμε τα «απαραίτητα» από το dute free και μας υποδέχτηκε ο άστατος καιρός των Βρυξελλών.
Ηταν μια πολύ ωραία εκδήλωση. Ο Περικλής μίλησε χωρίς ίχνος έπαρσης για την κατάσταση τότε αλλά κυρίως για όσους πολέμησαν, ο καθείς με τον τρόπο του, τους παλαβούς και επικίνδυνους συνταγματάρχες και εξήρε τον αντιστεκόμενο άνθρωπο και τον αενάως αγωνιζόμενο πολίτη.
Η συγκίνησή του ήταν έκδηλη, κορυφώθηκε δε όταν στο ακροατήριο είδε την πρώτη του νεανική αγάπη, η οποία από τη δεκαετία του ’60 ζει κι εργάζεται στις Βρυξέλλες. Μας πήραν με τον σύντροφό της και μας πήγαν σπίτι τους. Και πού δεν μας πήγαν η Κατερίνα και ο Σερζ [ένας αμετανόητος αλλά τρυφερότατος τροτσκιστής στα 88 του!] και τι δεν μας προσέφεραν. Απίστευτη φιλοξενία. Δεν μας άφησαν να συμμετάσχουμε ούτε με ένα ευρώ. Ηπιαμε τα καλύτερα κρασιά της Ευρώπης σε αυτά τα ωραία λαϊκά εστιατόρια με πρόχειρο φαγητό, όπου μπορείς να φας, να πιεις το κρασί της αρεσκείας σου, να διαβάσεις περιοδικά κι εφημερίδες – ελκυστικό, γοητευτικό περιβάλλον.
Μας έφαγε βέβαια τ’ αγιάζι. Κάθε τρεις και λίγο αφήναμε τους ανθρώπους μόνους τους και βγαίναμε έξω να καπνίσουμε [παίρναμε και το ποτό μαζί μας]. Δικαιολογούσαν τα πάντα στον Περικλή – τον υπεραγαπούσαν. Ο Σερζ μιλούσε με τις ώρες με τον Περικλή. Ερχονταν το πρωί στο ξενοδοχείο και επιστρέφαμε αργά μες στη νύχτα. Μικρό πρόβλημα στο ξενοδοχείο, όπου απαγορευόταν αυστηρά το κάπνισμα. Το παράθυρο άνοιγε δέκα πόντους. Πηγαίναμε ένας ένας και ο καπνός δεν σήμαινε συναγερμό – το παράθυρο δεν έκλεισε ποτέ τις πέντε μέρες που ήμασταν εκεί.
Γράφω λίγα για το ταξίδι στις Βρυξέλλες γιατί είχε παραξενευτεί. Ενα βράδυ που καθόμασταν με τη Μαρία και τα λέγαμε γυρίζει απότομα και μου λέει: «Καλά, πας στο πιο απομακρυσμένο χωριό της Ελλάδας, γυρίζεις στην εφημερίδα και γράφεις γι’ αυτό. Για το ταξίδι στις Βρυξέλλες δεν θα γράψεις λέξη;». Εγραψα – καθυστερημένα· αλλά όχι.
.efsyn.gr








