Η διεθνής αντιπαράθεση για την άρση των περιοριστικών μέτρων

Η διεθνής αντιπαράθεση για την άρση των περιοριστικών μέτρων

  • |

Το αβέβαιο βήμα των κυβερνήσεων

Παρά τις αρχικές, σε ορισμένες περιπτώσεις όπως οι ΗΠΑ και μεταγενέστερες, ταλαντεύσεις για την επιβολή περιοριστικών μέτρων, από το τελευταίο δεκαήμερο του Μαρτίου και μετά περίπου το σύνολο των αναπτυγμένων χωρών και πολλές αναπτυσσόμενες χώρες ήταν σε ένα καθεστώς εκτεταμένων περιοριστικών μέτρων για την αποτροπή της εξάπλωσης της πανδημίας.
Παναγιώτης Σωτήρης

 

Παρότι η απουσία μέτρων επαρκούς επιδημιολογικής επιτήρησης που θα επέτρεπαν τον έγκαιρο εντοπισμό κρουσμάτων, την απομόνωσή τους και την ιχνηλάτηση των επαφών τους, σήμαινε ότι τα μέτρα επιβλήθηκαν στις περισσότερες χώρες αφού είχε υπάρξει διασπορά μέσα στην κοινότητα, εντούτοις φαίνεται ότι κατάφεραν να περιορίσουν ως ένα βαθμό την επιδημία.

Όμως, τα περιοριστικά μέτρα σήμαιναν και μια χωρίς προηγούμενο αναστολή οικονομικών δραστηριοτήτων που οδήγησε σε ένα «εξωγενές σοκ» που έστειλε την παγκόσμια οικονομία, που ήδη ήταν σε επιβράδυνση, στη μεγαλύτερη συρρίκνωση από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αυτό το τοπίο οι κυβερνήσεις, σε όλο τον αναπτυγμένο κόσμο, καλούνται να απαντήσουν πώς μπορεί να συνδυαστεί η προστασία της υγείας του πληθυσμού απέναντι στην πανδημία με την ανάγκη να αποφευχθεί μια πλήρης κατάρρευση της οικονομίας.

Η… βιασύνη του Τραμπ και των Ρεπουμπλικάνων

 

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι αυτή τη στιγμή το επίκεντρο της πανδημίας έχοντας περίπου το ένα τρίτο των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων και πάνω από το ένα τέταρτο των θυμάτων. Η αμερικανική οικονομία που είχε να επιδείξει μια από τις πιο μεγάλες περιόδους οικονομικής ανάπτυξης αντιμετωπίζει το φάσμα μιας ύφεσης χωρίς προηγούμενο με το ΔΝΤ να προβλέπει συρρίκνωση της αμερικανικής οικονομίας το 2020 κατά 5,9% και ήδη πάνω από 26 εκατομμύρια Αμερικανοί εργαζόμενοι έχουν υποβάλει αίτηση για επίδομα ανεργίας, με τις ΗΠΑ να έχουν χάσει πολύ περισσότερες θέσεις εργασίας σε σχέση με το 2008. Όπως υπογράμμισε και ο Κένεθ Χάσετ, οικονομικός σύμβουλος του αμερικανού προέδρου, οι ΗΠΑ έχασαν το 2008 8,7 εκατομμύρια θέσεις εργασίας εξαιτίας της τότε ύφεσης. Τώρα έχασαν τον ίδιο αριθμό θέσεων εργασίας μέσα σε 10 μέρες.

Πάνω σε αυτό το τοπίο εξαρχής υπήρξε αντιπαράθεση στις ΗΠΑ για το εάν έπρεπε να ληφθούν μέτρα απαγορεύσεων και εντολές «μένουμε σπίτι» από τους κυβερνήτες των Πολιτειών. Ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος ενώ αρχικά στήριξε τα σχετικά μέτρα, στη συνέχεια ήταν αυτός που με διάφορες παρεμβάσεις του υποστήριξε ότι η άρση των μέτρων θα έπρεπε να είναι γρήγορη, συναντώντας την αντίδραση των κυβερνητών που ήθελαν να υπάρξει επαρκής χρόνος για τον πραγματικό περιορισμό της πανδημίας.

Οι κεντρικές οδηγίες από τα κέντρα για τον έλεγχο και την πρόληψη των ασθενειών υποστηρίζουν ότι το βασικό κριτήριο για τη σταδιακή επαναλειτουργία των επιχειρήσεων που έχουν υποχρεωθεί να κλείσουν πρέπει να είναι να υπάρχει μια συνεχιζόμενη για 14 μέρες μείωση του αριθμού των νοσηλευομένων.

Ορισμένες Πολιτείες όπως η Αλάσκα, η Τζώρτζια, το Τέννεση, το Τέξας και η Νότια Καρολίνα έχουν αρχίσει σταδιακά να επιτρέπουν μια ορισμένη επαναλειτουργία επιχειρήσεων. Άλλες Πολιτείες, που αντιμετωπίζουν και τα μεγαλύτερα ξεσπάσματα της πανδημίας όπως η Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ έχουν ακόμη πολύ πιο επιφυλακτική στάση αν και υποστηρίζουν ότι υπάρχουν ήδη σημάδια επιβράδυνσης της πανδημίας.

Άλλοι πάλι δεν κρύβουν την αδημονία τους: «Θέλω να ανοίξει και πάλι η οικονομία μας το συντομότερο δυνατό», δήλωσε ο Ρεπουμπλικάνος κυβερνήτης του Μέριλαντ Λάρι Χόγκαν, παρά την αύξηση των θυμάτων.

Τον τόνο έδωσε και ο υπουργός Οικονομικών Στήβεν Μνούτσιν ο οποίος υποστήριξε ότι εάν η οικονομία ανοίξει ξανά τον Μάιο και τον Ιούνιο, θα μπορούσε να υπάρξει γρήγορη ανάκαμψη τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.

Την ίδια στιγμή μένει να φανεί εάν τα μέτρα ύψους δύο τρισεκατομμυρίων δολαρίων που μέχρι τώρα έχουν αποφασιστεί θα καταφέρουν να αντιστρέψουν τις δυναμικές της ύφεσης.

Πάντως, η Ντέμπορα Μπιρξ, που συντονίζει από την μεριά του Λευκού Οίκου την απάντηση στην πανδημία υπογράμμισε ότι μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης θα πρέπει να διατηρηθούν για αρκετούς μήνες ακόμη. Από την άλλη, αρκετοί υπογραμμίζουν ότι η βασική συνθήκη για τη χαλάρωση των μέτρων, δηλαδή η ύπαρξη επαρκούς αριθμού αποτελεσματικών τεστ για τον έλεγχο της έκθεσης του αμερικανικού πληθυσμού στον κίνδυνο ακόμη δεν καλύπτεται.

Η γερμανική διαίρεση

 

Αντιπαράθεση, όμως, υπάρχει και στη Γερμανία. Παρότι η χώρα μετράει λιγότερα θύματα από άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, εντούτοις το κόστος της πανδημίας είναι σημαντικό.

Πάνω σε αυτή τη βάση παρά την αρχική συμφωνία για την επιβολή εκτεταμένων μέτρων περιορισμού σήμερα υπάρχει αντιπαράθεση για τη διαδικασία άρσης των μέτρων. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι χρειάζεται να υπάρξει άρσης ενός καθεστώτος περιορισμού που «οδηγεί στην καταστροφή της κοινωνικής, πολιτιστικής και οικονομικής ζωής», για ν χρησιμοποιήσουμε τη φράση από ένα κείμενο στο Spiegel τριών γνωστών προσωπικοτήτων, της συγγραφέως και νομικού Γιούλι Ζεχ, του ειδικού στους ιούς Αλεξάντερ Κεκουλέ και του οικολόγου δημάρχου του Τύμπιγκεν Μπορίς Πάλμερ που μαζί με άλλους συνυπέγραψαν ένα κείμενο που κυρίως καλεί στη προστασία των ευάλωτων ώστε ο υπόλοιπος πληθυσμός να ζήσει πιο κανονικά.

Ηχηρή ήταν επίσης και η παρέμβαση του προέδρου της Ομοσπονδιακής Βουλής Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που υποστήριξε ότι «δεν μπορούμε να εμπιστευθούμε την απόφαση αποκλειστικά στους επιδημιολόγους, αλλά πρέπει να σταθμίσουμε και τις σημαντικές οικονομικές, κοινωνικές, ψυχολογικές ή άλλες επιπτώσεις. Αν κλείσουμε τα πάντα για δύο χρόνια, οι συνέπειες θα ήταν τρομακτικές». Για να συμπληρώσει: «Όταν ακούω ότι όλα υποχωρούν μπροστά στην προστασία της ανθρώπινης ζωής, πρέπει να πω ότι αυτό δεν είναι απόλυτο. Υπάρχει στάθμιση και αλληλοπεριορισμός στα ανθρώπινα δικαιώματα. Εάν υπάρχει μία απόλυτη αξία στο Σύνταγμά μας, αυτή είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Αυτή είναι απαραβίαστη. Αλλά αυτό δεν αποκλείει ότι κάποτε θα πεθάνουμε».

Αντίθετα, η καγκελάριος Μέρκελ δείχνει πολύ πιο επιφυλακτική και υποστήριξε ότι «δεν ζούμε στην τελευταία φάση της πανδημίας αλλά στην αρχή της». Η γνώμη της συντονίζεται με τις κατευθύνσεις του Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ, οι εκπρόσωποι του οποίου επιμένουν ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εάν υπάρξει πρόωρη άρση των μέτρων.

Γαλλία: οι πολλαπλές πιέσεις που αντιμετωπίζει ο Εμανουέλ Μακρόν

 

Στη Γαλλία το σχέδιο για τη σταδιακή άρση των μέτρων ξεκινώντας την 11 Μαΐου θα ανακοινωθούν την Τρίτη 28 Απριλίου. Ούτως ή άλλως εδώ και μερικές μέρες ο Γάλλος πρόεδρος έχει στα χέρια του τις συστάσεις της ειδικής επιστημονικής επιτροπής που πάντως θέτει αρκετά αυστηρές προϋποθέσεις, από την ενίσχυση του συστήματος υγείας μέχρι την ύπαρξη επαρκών διαγνωστικών τεστ και από την χρήση των μασκών σε δημόσιους χώρους μέχρι την ανάγκη να μείνουν κλειστά τα σχολεία μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Από την άλλη και στη Γαλλία υπάρχει η ανησυχία για την κλίμακα της οικονομικής ύφεσης, με το ΔΝΤ να προβλέπει συνολική ύφεση 7,2% για το 2020, την ώρα που παρά τα μέτρα της γαλλικής κυβέρνησης και εδώ καταγράφεται σημαντική αύξηση της ανεργίας.

Πάντως ο Εμανουέλ Μακρόν δεν καλείται μόνο να βρει την ισορροπία ανάμεσα στις διαφορετικές απαιτήσεις αλλά και να απαντήσει από τη μεριά του στις επικρίσεις της αντιπολίτευσης ότι η ταχύτατη ψήφιση των μέτρων σταδιακής άρσης των περιορισμών, που θα γίνει την ίδια μέρα της εξαγγελίας τους αποτελεί αντιδημοκρατική πρακτική.

Πάντως ο αριστερός σχηματισμός «Η Ανυπότακτη Γαλλία» του οποίου ηγείται ο Ζαν-Λυκ Μελανσόν, διατύπωσε τη δική του πρόταση για «άρση των μέτρων με ασφάλεια» στην οποία υπογραμμίζει την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, τις εθνικοποιήσεις κρίσιμων βιομηχανικών κλάδων, το σχεδιασμό για προστασία των ευάλωτων και για μαζικά τεστ, την μαζική παραγωγή προστατευτικού εξοπλισμού και την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.

Ο Μπορίς Τζόνσον αντίθετος σε πρόωρη άρση των μέτρων

 

Παρότι κατηγορήθηκε ότι φέρει ευθύνη για τη μη έγκαιρη λήψη μέτρων για μια πανδημία που οδήγησε και τον ίδιο στην εντατική, ο Μπορίς Τζόνσον αυτή τη στιγμή είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός ως προς την πρόωρη άρση των μέτρων, παρότι υποστήριξε ότι η Βρετανία ξεπέρασε την κορύφωση. Άλλωστε, η Βρετανία ήδη ξεπέρασε το φράγμα των 20.000 νεκρών που είχε οριστεί αρχικά ως το «καλό σενάριο» και παρά την αισιοδοξία για σχετική κάμψη της πανδημίας, εξακολουθεί να είναι αντιμέτωπη με ένα κύμα που απέχει του να έχει υποχωρήσει σημαντικά, ενώ όπως υπογράμμισε και ο ίδιος ο Τζόνσον υπάρχει πάντα ο κίνδυνος και μιας δεύτερης κορύφωσης.

http://sioualtec.blogspot.com

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.