Για τον διάλογο στην αντιπολίτευση

Για τον διάλογο στην αντιπολίτευση

  • |

Καμιά κυβέρνηση σήμερα δεν φαίνεται να κινδυνεύει από την οποιαδήποτε κριτική που θα της ασκήσει η αντιπολίτευση, κινδυνεύει όμως να χάσει την εξουσία από την εσωτερική αντιπολίτευση, από τους τριγμούς στο εσωτερικό του κόμματός της, που δεν είναι πάντα ικανοποιημένο από την πολιτική της κυβέρνησής του και από τη διαχείριση [διανομή] των θώκων εξουσίας.

Γιώργος Σταματόπουλος

Ασε που το επιτελείο του πρωθυπουργού το στελεχώνουν άνθρωποι που είχαν διαδραματίσει ρόλο ως κάποτε αντιπολιτευόμενοι, πολιτικοί που είχαν υπογράψει μνημόνια και τώρα σφυρίζουν κλέφτικα, μεταπηδώντας από ένα «προοδευτικό» σε ένα «συντηρητικό» κόμμα, απολαμβάνοντας απλώς τα οφέλη που προκύπτουν από την κολιγιά τους με τον νέο πρωθυπουργό -τι κι αν χαρακτηρίζεται δεξιός, σήμερα όλοι αυτοί οι χαρακτηρισμοί έχουν καταργηθεί στο όνομα της εξέλιξης και επικράτησης στον πολιτικό στίβο.

Ο κ. Μητσοτάκης έως τώρα έχει φανεί οξυδερκής στην επιλογή των συνεργατών του. Η ίδια η Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι αυτή που, ως πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατερίας, υπέγραψε τη βάναυση περικοπή των συντάξεων στο τρίτο Μνημόνιο.

Φαίνεται σαν να τους έχει όλους δεμένους ο πρωθυπουργός, έχοντας ταυτόχρονα εξασφαλίσει και τους ακροδεξιούς ψηφοφόρους του με την επιλογή των Αδωνιδοβορίδηδων -όλα μέλι γάλα και κανείς δεν μιλάει. Ξινίζουν μόνο τα μούτρα τους εκείνοι που ανήκουν σε παρατάξεις -εάν είναι δυνατόν-, όπως π.χ. καραμανλικοί και σαμαρικοί. Δεν αρκούνται στο ξίνισμα, αλλά επιβουλεύονται κιόλας τον αρχηγό τους -για δες!

Δεν ξέρω αν οι επιλογές του είναι όντως πολιτική οξυδέρκεια και αν ο πρωθυπουργός νομίζει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο έχει αρκούντως θωρακιστεί ώστε να έχει πρόσβαση και σε αντίπαλα πολιτικά κόμματα -η ισορροπία που φαίνεται να έχει επιτύχει μοιάζει εύθραυστη, όταν δεν πατάει γερά στις (ε)ιδικές του δυνάμεις, όταν δεν ελέγχει τον εσωτερικό, κομματικό του μηχανισμό, όταν αυτός ο μηχανισμός δεν ερείδεται σε σταθερή λαϊκή βάση. Δεν φαίνεται όμως να κινδυνεύει και από μια πιθανή ένωση των αντιπολιτευτικών δυνάμεων -και ας λένε διάφοροι διάφορα, αφελείς προσδοκίες είναι περισσότερο και όχι συγκροτημένη πολιτική πρόταση.

Βγαίνει λ.χ. ο πρώην υπουργός Δημήτρης Ρέππας, γέννημα θρέμμα του ΠΑΣΟΚ, και αποφαίνεται ότι «είναι αναπόφευκτος ο διάλογος μεταξύ των δύο κομμάτων (σ.σ. ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ), θα συμβεί αργά ή γρήγορα». Δεν γίνεται κατανοητό πού στηρίζει αυτήν του τη βεβαιότητα· ίσως αρνείται να αποδεχτεί ότι δεν έχουν πλέον κανένα νόημα σήμερα έννοιες όπως Κεντροαριστερά ή «προοδευτικές δυνάμεις» ή ξέρω γω ό,τι καλείται να αντιμετωπίσει τη λαίλαπα του φιλελευθερισμού ή της λαϊκής Δεξιάς.

Για να γίνει διάλογος πρέπει να υπάρχουν δύο διαφορετικές αλλά που έχουν τον ίδιο στόχο γνώμες -και δεν είναι διακριτό αν το ένα κόμμα διαφέρει από το άλλο, τόσο στην οικονομική όσο και στην πολιτιστική του πολιτική [για ηθική και τον ρόλο της στην πολιτική έχουμε πάψει να μιλάμε εδώ και δεκαετίες]. Τα επιχειρήματα φαίνονται τα ίδια, οπότε προς τι ο διάλογος;

Εδώ που τα λέμε ένας τέτοιος διάλογος έπρεπε να είχε γίνει εδώ και δεκαετίες, αλλά τότε οι μύτες όλων κοιτούσαν τους εφτά ουρανούς, της επανάστασης τάχα, της λαϊκής δικαιοσύνης, της ισονομίας και πάει λέγοντας. Τελικά, όμως, ευπρόσδεκτος είναι ο όποιος διάλογος.

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.