Ψηφιακή επανάσταση: Κόλαση ή παράδεισος;

Ψηφιακή επανάσταση: Κόλαση ή παράδεισος;

  • |

κάποιοι, συνήθως οι μισθωμένοι τηλεοπτικοί ιεροκήρυκες της εξουσίας και οι διανοούμενοι που σιτίζονται στα πρυτανεία της, λοιδωρούν όσους τολμούν να μιλήσουν για μία δυστοπική χρήση των νέων τεχνολογιών και της ψηφιακής επανάστασης. Μας χαρακτηρίζουν, λοιπόν, «λουδίτες», ότι δηλαδή αρνούμαστε την εξέλιξη! Αλήθεια, ο γνωστός Έλληνας επιστήμονας του ΜΙΤ, ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης που μίλησε για τρία πιθανά σενάρια για το μέλλον, το ένα εκ των οποίων είναι «δυστοπικό», είναι άραγε «λουδίτης»; Έλεος!

Γιώργος X. Παπασωτηρίου

Να υπενθυμίσουμε στους κυρίους αυτούς τα τρία σενάρια για τα οποία μίλησε ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης:

Στο πρώτο σενάριο, που είναι το θετικό και έχει ως προϋπόθεση να κατακτήσει η επιστήμη τη γενική τεχνητή νοημοσύνη, ο άνθρωπος ωφελείται από την ύπαρξη των μηχανών. Οι μηχανές μπορούν να αναλάβουν τις χειρονακτικές εργασίες και να αφήσουν στους ανθρώπους τον χρόνο για τις πνευματικές.

Στο δεύτερο σενάριο, γίνεται το άλμα από την ειδική στη γενική τεχνητή νοημοσύνη. Όμως αυτή δεν είναι προσβάσιμη απ’ όλους, αλλά μόνο από εργαστήρια εταιρειών ή κρατών, που τη χρησιμοποιούν για καπιταλιστική ή ιμπεριαλιστική επιρροή. Αυτό το σενάριο είναι το δυστοπικό.

Στο τρίτο σενάριο, ενώ έχουμε ολοένα και περισσότερες ειδικές εφαρμογές της τεχνητής νοημοσύνης, δεν καταφέρνουμε να κάνουμε το άλμα που χρειάζεται για τη γενική νοημοσύνη και καθώς αυτή παραμένει άπιαστη, καπιταλιστές και κυβερνήσεις παίρνουν θέσεις ώστε να είναι έτοιμοι για μια μελλοντική εποχή, όποτε αυτή έρθει, είτε προς όφελος των πολλών είτε προς όφελος των λίγων. Αυτή είναι η εποχή της μετάβασης και του «πολέμου» για την κατάκτηση θέσεων ενόψει της νέας εποχής…

Ουσιαστικά βρισκόμαστε στην τρίτη φάση, δηλαδή αυτή της αναμονής. Σ’ αυτή τα κράτη οφείλουν να σκεφτούν το σχήμα μιας κοινωνίας όπου η εργασία θα γίνει ιδιαίτερα περιορισμένη λόγω της ψηφιακής και ρομποτικής επανάστασης: όπου όλοι πρέπει να έχουν ένα ελάχιστο εισόδημα. Όπου η πρόσβαση στα εργαλεία παραγωγής θα αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Αυτές οι ιδέες μπορεί να φαίνονται σκανδαλώδεις ή υπερβολικές στην Ελλάδα της κρίσης ή της μετακρίσης, αλλά βρίσκονται στην καρδιά της σκέψης των οικονομολόγων που μελετούν τις συνέπειες της ψηφιακής και της ρομποτικής επανάστασης στα κάθε άλλο παρά «σοσιαλίζοντα» αμερικανικά πανεπιστήμια. Βεβαίως, μπορεί κανείς να αυξήσει την ποιότητα της κατάρτισης και να εντοπίσει την απασχόληση υψηλής προστιθέμενης αξίας (προγραμματιστές μηχανών και όχι χειριστές), αλλά μετά από λίγο θα πρέπει να επανεξετάσει ολόκληρη την οργάνωση των εταιρειών που προέρχονται από την «παλαιά βιομηχανική εποχή».

Όμως, όπως προείπαμε, για να οδηγήσει το κράτος την επανάσταση σε όφελος των πολλών πρέπει να έχει και τον ανάλογο πολιτικό χαρακτήρα. Είναι κρίσιμης σημασίας λοιπόν, αν ο συσχετισμός των πολιτικών δυνάμεων στο εσωτερικό του κράτους και της Δημόσιας Διοίκησης θα είναι υπέρ εκείνων που εκφράζουν τους πολλούς και όχι υπέρ εκείνων που εκπροσωπούν τις νεοφιλελεύθερες οικονομικές ελίτ.

Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να αποκαλύψουμε τη φενάκη, το μασκάρεμα των δεξιών νεοφιλελεύθερων, ότι δήθεν υπάρχει και η περίπτωση των τεχνοκρατών που είναι ουδέτεροι και αντικειμενικοί. Ε, λοιπόν, είναι λάθος ότι οι περίφημοι τεχνοκράτες είναι απελευθερωμένοι από κάθε πολιτική και ιδεολογική υποχρέωση, αντιθέτως είναι υποταγμένοι στο χρήμα και δη σ’ αυτό που αφορά το κυρίαρχο χρηματοπιστωτικό σύστημα και την εξαρτημένη απ’ αυτό νεοφιλελεύθερη πολιτική εκδοχή του. Ο τεχνοκρατικός ορθολογισμός και ο νεοφιλελευθερισμός έχουν αποχωριστεί πλήρως από εκείνη τη μορφή κριτικής σκέψης που έχει ως βασικό κριτήριο την ανθρωπιά. Γι’ αυτούς όλοι κι όλα είναι data, πληροφορίες και αριθμοί. Ο κόσμος είναι ένα συνονθύλευμα από τεχνικά γεγονότα, από ασήμαντα τεχνικά στοιχεία. Η κουλτούρα της αγοράς είναι σ’ αυτούς ολοκληρωτική, καθώς τους εμποτίζει πλήρως. Αλλά το πρόβλημα προκύπτει όταν η μάσκα του γενικού συμφέροντος πέφτει. Τότε αποκαλύπτεται ότι στην πραγματικότητα οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί και τεχνοκράτες υπηρετούν συμφέροντα. Και φαίνεται να επιβεβαιώνονται όσοι μιλούν για τους νέους ολοκληρωτισμούς, όπου οι άνθρωποι δεν θα είναι απλώς «άχρηστοι», όπως στους παλιούς ολοκληρωτισμούς, αλλά εντελώς «περιττοί».

Ήδη πολλές επιχειρήσεις επιδιώκουν να εφαρμόσουν στους εργαζόμενους την τεχνολογία των μικροτσιπς. Είδαμε πρόσφατα την Amazon να επιχειρεί να επιβάλλει στους εργαζόμενους ένα «βραχιολάκι»(όπως οι φυλακισμένοι) με το οποίο θα τους ελέγχει αλλά και θα τους κατευθύνει. Αυτή η τάση θα μετατρέψει τους ανθρώπους σε cyborgs, οπότε δεν έχουμε να κάνουμε απλά με ένα μεγα-πρόβλημα, αλλά για μια δυστοπία στην οποία μας οδηγεί ο καπιταλισμός, αν φυσικά εμείς οι «από κάτω» και όσοι είμαστε με τους «αποκάτω» τον αφήσουμε να εφαρμόσει πάνω μας τέτοιες πολιτικές του βίου και της εργασίας. Αναφέρομαι στη βιοπολιτική που θα μας μετατρέψει σε «Μεταανθρώπους». Δηλαδή έναν άνθρωπο που θα είναι εύκολα και ολοκληρωτικά ελεγχόμενος από τις σημερινές πολιτικοοικονομικές ελίτ.

Συνεπώς, η ψηφιακή επανάσταση ή θα είναι υπέρ των πολλών ή θα είναι μια δυστοπία, μία κόλαση γι’ αυτούς και ο παράδεισος για τους λίγους, τις οικονομικές ελίτ. Γι’ αυτό οι τελευταίες, μαζί με τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς εκπροσώπους τους, θέλουν την εξαφάνιση του κοινωνικού κράτους και τον αποκλεισμό των πολλών από την ΠΡΟΣΒΑΣΗ. Γι’ αυτό η ΙΣΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ στις νέες τεχνολογίες είναι βασική προτεραιότητα.

Είναι στο χέρι τους και στο χέρι όλων μας να προασπίσουμε την προσβασιμότητα όλων των ανθρώπων στα οφέλη της προόδου, ώστε να μην υπάρχουν «αποκλεισμένοι» από τη δυνατότητα πρόσβασης.

Ψηφιοποίηση και Δημοκρατία

Ένα άλλο ερώτημα της ρομποτικής επανάστασης είναι αν θα έχουμε την απαλλαγή του Κεφαλαίου από την εργασία, και τους εργαζόμενους να αντιπαρατίθενται με τα ρομπότ που τους παίρνουν τις δουλειές σαν άλλοι Λουδίτες, ή θα έχουμε μια σύγχρονη Αθηναϊκή Δημοκρατία, της οποίας οι πολίτες θα έχουν άφθονο ελεύθερο δημιουργικό χρόνο καθώς ο χρόνος της ανάγκης και του άχθους θα καλύπτεται από εκατομμύρια και δισεκατομμύρια «ρομποτικούς δούλους».

Το δίλλημα, λοιπόν, είναι αν θα έχουμε τον κριτικό, τον στοχαστικό και δημοκρατικό πολίτη, ή ένα, όπως θέλουν οι νεοφιλελεύθερες ελίτ, φοβισμένο, καθηλωμένο άτομο, τόσο από τον σημερινό κορονοϊό όσο και από τους μελλοντικούς. Όχι, δεν θέλουν έναν άνθρωπο δημιουργό, αλλά έναν άνθρωπο «απελεύθερο δούλο»(δούλος δούλος θα είναι το ρομπότ), για τον οποίο η ζωή δεν θα έχει κανένα νόημα και νήμα. Μόνο που η αλλοτρίωση θα πλήξει και τους «από πάνω». Με άλλα λόγια θα συμβεί αυτό που έλεγε η Χάνα Άρεντ, ότι δηλαδή αν διαχωριστεί η γνώση από την κριτική σκέψη τότε ο άνθρωπος –ακόμα και αν πρόκειται για τους «πάνω»- κινδυνεύει «να γίνει δούλος των δημιουργημάτων του».

Σε κάθε περίπτωση, η ανθρώπινη ύπαρξη έγινε πολύ σύνθετη και η εξάρτησή μας από τις νέες τεχνολογίες αυξάνεται ολοένα και περισσότερο χωρίς να ξέρουμε αν αυτές είναι αληθινά χρήσιμες ή αν ο άνθρωπος έγινε δούλος του τεχνικού συστήματος, κι αυτό οδηγεί σ’ έναν νέο ολοκληρωτισμό(η Άρεντ μιλούσε γενικά για ολοκληρωτισμό). Η πολιτική πλέον δεν θα είναι παρά μία μετα-πολιτική, η οποία δεν έχει καμία σχέση με την πολιτική, καθώς αποσκοπεί σε μια τρομαγμένη σύμπραξη τρομαγμένων ανθρώπων. Ο φόβος είναι η κινητήρια αρχή αυτής της μεταπολιτικής: φόβος των μεταναστών, φόβος της εγκληματικότητας, φόβος της ανεργίας, φόβος του λουκέτου, φόβος των άλλων και του άλλου, φόβος του ιού, ο φόβος παντού κι από παντού. Φόβος όλων για όλους. Ο φόβος και το μίσος είναι τα στοιχεία συνοχής και όχι η αγάπη και η αλληλεγγύη. Κοινωνία του φόβου και του τρόμου. Μία τρομοκρατική κοινωνία που τρομοκρατεί και τρομοκρατείται. Αυτή είναι η κοινωνία της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης στην εποχή της μετάβασης στη ρομποτική επανάσταση.
Μία πραγματικά δημοκρατική πολιτική οφείλει να προάγει μαζί με την γνώση και την κριτική σκέψη, να προάγει την κριτική συνείδηση και τη διαρκή επιλογή εναλλακτικών λύσεων, να βοηθάει την καταγραφή της θεωρίας μαζί με ό,τι αντιστέκεται, και να ενισχύει την πεποίθηση για τη δυνατότητα δημιουργίας μιας μη καταπιεστικής ανθρώπινης κοινότητας. Δηλαδή μιας κοινωνίας της αγωνιστικής αλληλεγγύης και της αγαπητικής συνύπαρξης…

Ελλάδα-Ευρώπη-κόσμος στην εποχή της ψηφιακής επανάστασης

Σήμερα καμία αλλαγή δεν μπορεί να μη λάβει υπόψη την ψηφιακή και ρομποτική επανάσταση. Καμία αλλαγή δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Γι’ αυτό έχει σημασία σε ποια κατεύθυνση θα κινηθεί η περιοχική ένωση που λέγεται ΕΕ. Έχει σημασία ο συσχετισμός δυνάμεων στην Ευρώπη. Αλλιώς, η όποια ουσιαστική πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα -και οποιαδήποτε άλλη μεμονωμένη χώρα- θα είναι καταδικασμένη. Αυτή είναι μία βασική διαπίστωση στον καιρό της παγκοσμιοποίησης.

Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών διαθέτει ηλεκτρονικό υπολογιστή. Το ίντερνετ είναι «κοινωνικό δικαίωμα». Η εκπαίδευση και η επικοινωνία παιδιών, γονιών, δασκάλων γίνεται μέσω διαδικτύου. Στις εφορίες, στα ταμεία ή στα υπουργεία δεν «υποβάλλονται χαρτιά», αλλά ηλεκτρονικά αιτήματα. Επιχειρηματίες-«νομάδες» μπορούν να αποκτήσουν ηλεκτρονική έδρα στην Άρτα και στην  Ήπειρο γενικότερα και να διαχειρίζονται την επιχείρησή τους απ’ οπουδήποτε ηλεκτρονικά. Όλα αυτά έχουν επιταχυνθεί στην εποχή του κορονοϊού.

Για την εκπλήρωση βασικών αποστολών όπως η εσωτερική ή εξωτερική ασφάλεια, η έκδοση νομισμάτων, η μείωση των ανισοτήτων, η οργάνωση της αγοράς εργασίας, η λειτουργία του συστήματος υγείας, ο πολεοδομικός σχεδιασμός ή πολλές άλλες λειτουργίες, οι ψηφιακές τεχνολογίες θα μπορούσαν να είναι ασύγκριτα πιο αποτελεσματικές από αυτές που γνωρίζουμε, πιο ευαίσθητες, πιο εξατομικευμένες, και προφανώς πιο οικονομικές. Αλλά για να καταστεί δυνατή η εμφάνιση αυτής της δυναμικής, πρέπει να αλλάξει η ίδια η φύση των κρατών. Πρώτα-πρώτα, επειδή το κράτος υιοθετεί με δυσκολία την κουλτούρα της καινοτομίας, απαιτείται ρήξη με συνήθειες και μία ορισμένη κουλτούρα της κρατικής γραφειοκρατίας. Κι αυτό ώστε οι πολίτες να αποκτήσουν ανοιχτή και άμεση αλληλεπίδραση με τους δημόσιους οργανισμούς, ενισχύοντας έτσι τη συμμετοχή των πολιτών και ασφαλώς την πολιτικοποίησή τους. Οι συζητήσεις, οι αποφάσεις, η κατανομή των πόρων και η μέτρηση της αποτελεσματικότητας των δημοσίων πολιτικών μπορεί κατ’ αυτό τον τρόπο –εκτός από διαφανείς- να αυξήσουν την αποτελεσματικότητα αλλά πάνω από όλα να πραγματώσουν ουσιαστικά τη δημοκρατική συμμετοχή των πολιτών στις αποφάσεις για τις πολιτικές του δημοσίου. Αυτό θα ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στην πορεία προς τη ρομποτοποίηση και γιατί όχι σ’ ένα μοντέλο αθηναϊκής δημοκρατίας!

Παραδόξως, ενώ στην οικονομία έχουμε συνεταιριστικές μορφές και εταιρείες που συνομιλούν και συνδημιουργούν, ενώ το διαδίκτυο ενισχύει τη συλλογικότητα, στο κράτος – και για την ακρίβεια σε πολλά κράτη– η συνεργασία είναι ελάχιστα παρούσα. Οι υπηρεσίες Διαδικτύου χρησιμοποιούν την ελεύθερη δουλειά εκατομμυρίων πελατών για να έχουν σχόλια προϊόντων, για να υπάρξει η ανατροφοδότηση, το feed back, ή ακόμα και να αναπτύξουν εμπορικές προσφορές, που πραγματοποιούνται εξ ολοκλήρου από τους χρήστες. Γιατί δεν πρέπει να το κάνουν αυτό και οι δημόσιοι οργανισμοί; Στην πραγματικότητα, η συνεργασία θεωρείται ως απειλή επειδή απαιτεί ένα βαθμό ανοικτότητας και, προπάντων, προσωποποιημένης ευθύνης για να λειτουργήσει. Αυτό το άνοιγμα θα θέσει υπό αμφισβήτηση τα ίδια τα θεμέλια της οργάνωσης του κράτους όπως είναι σήμερα δομημένο.

Αργά ή γρήγορα, και το κράτος οφείλει να ακολουθήσει την επανάσταση, έτσι ώστε οι πολίτες να μπορούν τελικά να προσαρμόσουν αυτό το εργαλείο παραγωγής – το οποίο παραδοσιακά ανήκει στους λίγους, ή στους έχοντες πρόσβαση(δομική διαπλοκή) – στα δικά τους προσωπικά, πολιτικά και οικονομικά εγχειρήματα, εκδημοκρατίζοντας έτσι και μάλιστα επί της ουσίας τη λειτουργία του κράτους…

Ρομποτική επανάσταση και ανθρώπινη εργασία

Ήδη σήμερα έχουμε πολύ επισφαλείς εργασιακές σχέσεις. Η τάση αυτή ενισχύεται από την τεχνολογική πρόοδο ακόμα περισσότερο, αφού τα ρομπότ και τα προγράμματα λογισμικού αντικαθιστούν ολοένα και πιο πολύ την ανθρώπινη εργασία. Όταν οι άνθρωποι ως εργαζόμενοι δεν είναι πλέον σημαντικοί, η διαπραγματευτική τους θέση στις συλλογικές συμβάσεις θα είναι ασθενέστερη. Και αν θα πρέπει στο μέλλον ο καθένας να γίνει αφεντικό του εαυτού του, όπως προωθείται ήδη μέσω της ψηφιοποίησης της εργασίας, ποιος θα ενδιαφέρεται για τον υπερβολικό φόρτο εργασίας στον οποίο υποβάλουμε τους εαυτούς μας εμείς οι ίδιοι ή αν πληρωνόμαστε με το μπλοκάκι για κάποιες ώρες που θα μας χρειάζονται οι επιχειρήσεις;

Από τώρα δε θα πρέπει να σκεφθούν οι καινούργιες γενιές εργαζομένων, ότι οι καπιταλιστικές σχέσεις εργασίας που προωθούνται με αυτό τον τρόπο, θέτουν σε κίνδυνο τα κοινωνικά δικαιώματα που έχουν σήμερα, έστω και αν αυτά, στην τωρινή περίοδο της κρίσης, περικόπτονται όλο και περισσότερο; Τι πρέπει να συμβεί; Τι θα χρειασθεί να κάνουν οι νέες γενιές που θα ζήσουν τις νέες εξελίξεις από την ρομποτοποίηση και την αυτοματοποίηση της εργασίας, ώστε να μην εξοστρακισθούν από την «αγορά εργασίας», σαν άχρηστες και άρα χωρίς μισθούς και συντάξεις;

Οι προβλέψεις λένε- σε περίπτωση που τις εξελίξεις στο επίπεδο τις εργασίας θα συνεχίζουν να τις καθορίζουν οι καπιταλιστικές σχέσεις-ότι μέχρι τα μέσα του αιώνα το 60% των σημερινών μισθωτών θέσεων εργασίας θα εκλείψουν. Σε μερικά επαγγέλματα μάλιστα τα ρομπότ και οι αλγόριθμοι αντικαθιστούν από τώρα σε μεγάλο βαθμό τους εργαζόμενους. Όλο και περισσότερο εμπλέκονται τα ρομπότ στη ζωή μας. Ήδη σήμερα μηχανές και λογισμικά είναι σε θέση να αντικαταστήσουν τους εργαζόμενους. Σε διάφορα σημερινά επαγγέλματα στη Γερμανία για παράδειγμα, έχουμε ήδη μεγάλο ποσοστό αναπλήρωσης από τις μηχανές.

Και ενώ αυτή την κατάσταση θα μπορούσαμε να την υποδεχτούμε με χαρά, γιατί θα χρειαζόταν ο καθένας μας 20 μόνο ώρες μισθωτής εργασίας για τα προς το ζην, ενώ τον υπόλοιπο χρόνο θα μπορούσαμε να τον χρησιμοποιήσουμε για το ευ ζην, αντίθετα θα πρέπει να μας ανησυχήσει, γιατί την ανάπτυξη προς αυτή την κατεύθυνση την καθοδηγούν οι ιδιωτικές εταιρείες και το ιδιωτικό κεφάλαιο, που θέλει να κερδίσει όσο γίνεται περισσότερα από την ψηφιοποίηση.
Κατά συνέπεια, όσο θα επικρατεί ο καπιταλισμός, που προτιμά την ανεργία αντί για τη δίκαιη κατανομή της ανθρώπινης εργασίας, τα πλεονεκτήματα της ψηφιοποίησης θα είναι  μόνο για τους επενδυτές-κεφαλαιούχους, ενώ για τους εργαζόμενους θα είναι μειονεκτήματα.  Γι’ αυτό, σ’ αυτή την κρίσιμη περίοδο η άνοδος της ακροδεξιάς δημιουργεί τις συνθήκες ώστε η ρομποτική επανάσταση να λειτουργήσει υπέρ των λίγων και όχι των πολλών, υπέρ του 1% και όχι υπέρ του 99% του ανθρώπινου πληθυσμού. Κι είναι παράδοξο που οι αντικαπιταλιστικές συλλογικότητες αγκυρώνουν σε λογικά αλλά παρωχημένα προτάγματα, ενώ η νέα επανάσταση προσφέρει νέες δυνατότητες για την πολιτική και κοινωνική οικολογία καθώς και τη δημοκρατία.

http://artinews.gr/