Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος: Ένας ιμπεριαλιστικός, ολοκληρωτικός, φονικός πόλεμος

Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος: Ένας ιμπεριαλιστικός, ολοκληρωτικός, φονικός πόλεμος

  • |

πριν από 75 χρόνια, τον Μάιο του 1945, τέλειωσε τυπικά ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος (σε αντίθεση με την ευρωκεντρική αντίληψη της ιστορίας, ο πόλεμος δεν ξεκίνησε το 1939 αλλά το 1937 με την εισβολή της Ιαπωνίας στην Κίνα και τέλειωσε τον Σεπτέμβριο του 1945 με την παράδοση της Ιαπωνίας στις ΗΠΑ).

Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ήταν ο πρώ­τος πραγ­μα­τι­κά πα­γκό­σμιος πό­λε­μος, αφού -σε αντί­θε­ση με τον Α’ Πα­γκό­σμιο που ήταν μόνον ευ­ρω­παϊ­κός- αγκά­λια­σε με τα φο­νι­κά φτερά του σχε­δόν όλον τον πλα­νή­τη (πρα­κτι­κά μόνον η Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή έμει­νε εκτός).

Πέτρος Τσάγκαρης

Οι από­ψεις σχε­τι­κά με τα αίτια και τη φύση του πο­λέ­μου απο­κλί­νουν ανά­λο­γα με την τα­ξι­κή και πο­λι­τι­κή το­πο­θέ­τη­ση στο κα­θε­νός.

Η κλη­ρο­νο­μιά

Ο Α’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος στό­χευε στα ξα­να­μοί­ρα­σμα εδα­φών, αγο­ρών, αποι­κιών κ.λπ. με­τα­ξύ των ιμπε­ρια­λι­στι­κών δυ­νά­με­ων. Ήταν ένας εντε­λώς άδι­κος πό­λε­μος εκα­τέ­ρω­θεν. Όμως οι νι­κη­τές, κυ­ρί­ως η Γαλ­λία και η Αγ­γλία, επέ­βα­λαν στους ητ­τη­μέ­νους  πρω­τό­γνω­ρα επα­χθείς και τι­μω­ρη­τι­κούς όρους. Ει­δι­κά όσον αφορά τη Γερ­μα­νία η Συν­θή­κη των Βερ­σαλ­λιών την ανά­γκα­σε  να πα­ρα­χω­ρή­σει εδάφη στο Βέλ­γιο, στην Τσε­χο­σλο­βα­κία και στην Πο­λω­νία, ενώ η Αλ­σα­τία και η Λωρ­ραί­νη, οι οποί­ες είχαν προ­σαρ­τη­θεί το 1871 μετά τον Γαλ­λο­πρω­σι­κό πό­λε­μο, επε­στρά­φη­σαν στη Γαλ­λία. Όλες οι γερ­μα­νι­κές υπερ­πό­ντιες αποι­κί­ες πε­ρι­ήλ­θαν υπό την επι­κυ­ριαρ­χία της Κοι­νω­νί­ας των Εθνών. Η συν­θή­κη όριζε την απο­στρα­τι­κο­ποί­η­ση και κα­το­χή της Ρη­να­νί­ας και ει­δι­κό κα­θε­στώς για το Σά­αρ­λαντ υπό γαλ­λι­κό έλεγ­χο.

Ίσως το πιο τα­πει­νω­τι­κό ση­μείο της συν­θή­κης για την ητ­τη­μέ­νη Γερ­μα­νία ήταν το άρθρο 231, γνω­στό ως «Άρθρο της Πο­λε­μι­κής Ενο­χής», το οποίο ανά­γκα­ζε τη Γερ­μα­νία να ανα­λά­βει την απο­κλει­στι­κή ευ­θύ­νη για την έναρ­ξη του Α’ Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου. Ως εκ τού­του, η χώρα θε­ω­ρού­νταν υπεύ­θυ­νη για όλες τις υλι­κές ζη­μιές και ο πρω­θυ­πουρ­γός της Γαλ­λί­ας Ζ. Κλε­μαν­σό επέ­μει­νε ιδιαι­τέ­ρως στην επι­βο­λή υπέ­ρο­γκων πο­λε­μι­κών απο­ζη­μιώ­σε­ων, αν και γνώ­ρι­ζε ότι η Γερ­μα­νία δεν θα ήταν σε θέση να πλη­ρώ­σει τέ­τοιο υπέ­ρο­γκο χρέος. Φυ­σι­κά τις συ­νέ­πειες (όπως γνω­ρί­ζου­με και από τα μνη­μό­νια) τις πλή­ρω­νε η με­γά­λη μάζα του γερ­μα­νι­κού πλη­θυ­σμού.

Ήταν σε αυτό το έδα­φος -δηλ. πάνω στη λαϊκή οργή για τους επα­χθείς και τα­πει­νω­τι­κούς όρους- όπου ανα­πτύ­χθη­καν σε όλες τις ητ­τη­μέ­νες χώρες, αλλά ει­δι­κά στη Γερ­μα­νία, οι ακρο­δε­ξιές εθνι­κι­στι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις, κε­ντρι­κή εκ­δο­χή των οποί­ων απο­τέ­λε­σαν οι ναζί. Η τε­λι­κή κυ­ριαρ­χία του Χί­τλερ, μπο­ρεί να οφει­λό­ταν σε λάθη της γερ­μα­νι­κής Αρι­στε­ράς (Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τών και Κομ­μου­νι­στών), ωστό­σο οι ρίζες του κι­νή­μα­τός του ήταν στη Συν­θή­κη των Βερ­σα­λιών.

Άρα, αφε­νός, τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο τον πυ­ρο­δό­τη­σε η συν­θή­κη με την οποία τε­λεί­ω­σε ο προη­γού­με­νος. Αφε­τέ­ρου τον πυ­ρο­δό­τη­σαν οι­κο­νο­μι­κοί λόγοι:

Οι αντί­πα­λοι της Γερ­μα­νί­ας (οι με­τέ­πει­τα Σύμ­μα­χοι) είχαν τις ίδιες ακρι­βώς βλέ­ψεις με τη Γερ­μα­νία: να ξα­να­μοι­ρά­σουν τον κόσμο η κα­θε­μία για τον εαυτό της φυ­σι­κά. Π.χ. η Αγ­γλία ήθελε να δια­τη­ρή­σει και να επε­κτεί­νει τις αποι­κί­ες της, οι ΗΠΑ ήθε­λαν ακρι­βώς το αντί­θε­το, δηλ. την κα­τάρ­ρευ­ση του βρε­τα­νι­κού μο­ντέ­λου αποι­κιο­κρα­τί­ας, προ­κει­μέ­νου να επι­βάλ­λουν αυτές τον οι­κο­νο­μι­κο­στρα­τιω­τι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό τους. ΗΠΑ, Γαλ­λία και Βρε­τα­νία είχαν αρ­χί­σει να κα­τα­φεύ­γουν σε προ­στα­τευ­τι­κές πο­λι­τι­κές για να στη­ρί­ξουν το εθνι­κό τους κε­φά­λαιο. Η Σο­βιε­τι­κή Ένωση το είχε ήδη κάνει ανα­γκα­στι­κά αυτό. Για τη γερ­μα­νι­κή οι­κο­νο­μία, η οποία εξαρ­τιό­ταν σε πολύ με­γά­λο βαθμό από τις εξα­γω­γές, ο προ­στα­τευ­τι­σμός των άλλων ήταν κα­τα­στρο­φι­κός. Όπως γρά­φει ο Βρε­τα­νός σο­σια­λι­στής C. Bambery, «ακόμη και πριν από την άνοδο του Χί­τλερ, πολλά τμή­μα­τα της γερ­μα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης είχαν αρ­χί­σει να υπο­στη­ρί­ζουν ότι το διττό πρό­βλη­μα της χώρας, δηλ. οι εξα­γω­γές και η έλ­λει­ψη πρώ­των υλών, μπο­ρού­σε να λυθεί μόνο με την κυ­ριάρ­χη­ση στην ανα­το­λι­κή και τη νότια Ευ­ρώ­πη».

Ποιος αντι­φα­σι­σμός;

Η άποψη περί αντι­φα­σι­στι­κού πο­λέ­μου είναι εντε­λώς αστή­ρι­κτη όχι μόνον εξαι­τί­ας των πα­ρα­πά­νω αλλά για μια σειρά άλ­λους πολύ συ­γκε­κρι­μέ­νους λό­γους:

Όλες μαζί οι δη­μο­κρα­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις μαζί με τον Χί­τλερ, τον Μου­σο­λί­νι και τους δι­κτά­το­ρες της Ια­πω­νί­ας, ήθε­λαν τη συ­ντρι­βή της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης. Πα­ρό­τι η στα­λι­νι­κή αντε­πα­νά­στα­ση είχε κα­τα­στρέ­ψει κάθε τι που είχε να κάνει με ερ­γα­τι­κό κρά­τος, η ΕΣΣΔ φαι­νό­ταν σαν φάρος στα μάτια της ερ­γα­τι­κής τάξης όλου του πλα­νή­τη -κι αυτό ήταν ένας πολύ καλός λόγος οι αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις να θέ­λουν τη συ­ντρι­βή της. Αλλά κι αν δεν ήταν κάτι τέ­τοιο, το μο­ντέ­λο κα­πι­τα­λι­στι­κής συσ­σώ­ρευ­σης της ΕΣΣΔ με κέ­ντρο το κρά­τος είχε τε­ρά­στιες οι­κο­νο­μι­κές επι­τυ­χί­ες για να την αγνο­εί κα­νείς ως οι­κο­νο­μι­κό και τε­λι­κά στρα­τιω­τι­κό αντα­γω­νι­στή για τα εδάφη της Α. Ευ­ρώ­πης και της Άπω Ανα­το­λής (το τέλος του πο­λέ­μου επι­βε­βαί­ω­σε αυ­τούς τους φό­βους των Δυ­τι­κών συμ­μά­χων).

Αλλά δεν είναι μόνον η δη­λω­μέ­νη εχθρό­τη­τά τους προς τη λε­γό­με­νη Σο­βιε­τι­κή Ένωση. Οι δη­μο­κρα­τι­κές κυ­βερ­νή­σεις (οι με­τέ­πει­τα Σύμ­μα­χοι) δεν εν­δια­φέ­ρο­νταν, έτσι κι αλ­λιώς, να διε­ξά­γουν έναν αντι­φα­σι­στι­κό, αντι­να­ζι­στι­κό αγώνα, ακόμη κι αν δεν υπήρ­χε η Σο­βιε­τι­κή Ένωση. Και αυτό όχι επει­δή δεν ήξε­ραν τι ση­μαί­νουν αυτά τα κα­θε­στώ­τα. Ο φα­σι­σμός δεν ήταν και­νούρ­γιο «φρού­το», καθώς ο Μου­σο­λί­νι είχε επι­κρα­τή­σει στην Ιτα­λία από τη δε­κα­ε­τία του ’20. Και μά­λι­στα είχε προ­βεί σε ιμπε­ρια­λι­στι­κό κα­τα­κτη­τι­κό πό­λε­μο ενά­ντια στην Αι­θιο­πία, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας απα­γο­ρευ­μέ­να χη­μι­κά όπλα.

Το απαί­σιο πρό­σω­πο του φα­σι­σμού είχε ήδη επί­σης ξε­δι­πλω­θεί στην Ισπα­νία. Η κα­τά­λυ­ση της δη­μο­κρα­τί­ας, η επέ­λα­ση των φα­σι­στι­κών ορδών του Φράν­κο, τα εγκλή­μα­τα τύπου Γκερ­νί­κα δεν θο­ρύ­βη­σαν κα­θό­λου τους με­τέ­πει­τα Συμ­μά­χους. Την ώρα που ο Μου­σο­λί­νι και ο Χί­τλερ έστελ­ναν στον Φράν­κο κάθε εί­δους στρα­τιω­τι­κή βο­ή­θεια, οι Σύμ­μα­χοι -δή­θεν υπο­στη­ρι­κτές της δη­μο­κρα­τί­ας- ένι­πταν τας χεί­ρας των. Προ­τι­μού­σαν να επι­κρα­τή­σει ο Φράν­κο, παρά να υπάρ­ξει κά­ποιου εί­δους επα­νά­στα­ση που θα αμ­φι­σβη­τού­σε τον ισπα­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό.

Μά­λι­στα πολ­λές κυ­βερ­νή­σεις και άρ­χου­σες τά­ξεις φλέρ­τα­ραν οι ίδιες με την ιδέα του φα­σι­σμού και του να­ζι­σμού, ως μο­ντέ­λο δια­κυ­βέρ­νη­σης (π.χ. στην Ελ­λά­δα υπήρ­χε ήδη η φα­σι­στι­κή δι­κτα­το­ρία του Με­τα­ξά). Όπως λέει ο C. Bambery, τα απο­φα­σι­στι­κά γε­γο­νό­τα στην πο­ρεία για το ξέ­σπα­σμα του πο­λέ­μου στην Ευ­ρώ­πη  απο­δει­κνύ­ουν το πόσο δια­βρω­τι­κή ήταν στο εσω­τε­ρι­κό της βρε­τα­νι­κής άρ­χου­σας τάξης η πο­λι­τι­κή κα­τευ­να­σμού των ναζί. Τυ­φλω­μέ­νη από τη συ­μπά­θειά της προς τον γερ­μα­νι­κό και  ιτα­λι­κό φα­σι­σμό η ελίτ του Γου­έ­στι­μιν­στερ αρ­νιό­ταν να δει τον Χί­τλερ ως κύριο εχθρό της Βρε­τα­νί­ας. Μέχρι το τέλος προ­σπα­θού­σαν να έρ­θουν σε συμ­βι­βα­σμό μαζί του. Μά­λι­στα μόλις ένα χρόνο πριν από την επί­θε­ση της Γερ­μα­νί­ας, ο  δε­ξιός πρω­θυ­πουρ­γός της Βρε­τα­νί­ας Ν. Τσά­μπερ­λεν είχε κα­τα­λή­ξει σε συμ­φω­νία με τον φίρερ -υπο­σχό­με­νος ότι στην «εποχή μας θα υπάρ­ξει ει­ρή­νη». Μά­λι­στα επέ­τρε­ψε στον Χί­τλερ να προ­σαρ­τή­σει στη Γερ­μα­νία, τη Ρη­να­νία, την Αυ­στρία και την Τσε­χο­σλο­βα­κία -προ­φα­νώς με την ελ­πί­δα ότι οι ναζί θα στρέ­φο­νταν προς τη Ρωσία.

Φόβος

Εκτός από τα πα­ρα­πά­νω, η αγ­γλι­κή άρ­χου­σα τάξη και οι κυ­βερ­νή­σεις τους φο­βού­νταν πολύ πε­ρισσ­σό­τε­ρο από τον Χί­τλερ μήπως γίνει κομ­μου­νι­στι­κή επα­νά­στα­ση στη με­γά­λη αποι­κία τους, την Ινδία, μήπως χά­σουν τις άλλες αποι­κί­ες τους, αλλά και μήπως υπάρ­ξει εξέ­γερ­ση στην ίδια τη Βρε­τα­νία. Ο Τσόρ­τσιλ που αντι­κα­τέ­στη­σε τον Τσά­μπερ­λεν (όταν πια ήταν σαφές ότι ο Χί­τλερ θα επι­τε­θεί) αντι­τά­χθη­κε στη δη­μιουρ­γία και κυ­ρί­ως στον εξο­πλι­σμό της Φρου­ράς της Πα­τρί­δας, μιας από­πει­ρας να κι­νη­το­ποι­η­θεί ο άμα­χος πλη­θυ­σμός υπό την ηγε­σία του βε­τε­ρά­νου του ισπα­νι­κού εμ­φυ­λί­ου, Τ. Ουί­ντρι­γκαμ. Ο ιστο­ρι­κός AJP Taylor σχο­λί­α­ζε σχε­τι­κά:

«Η κυ­βέρ­νη­ση ήταν ανί­κα­νη να κι­νη­το­ποι­ή­σει τη λαϊκή υπο­στή­ρι­ξη. Και όχι μόνον αυτό: δεν ήθε­λαν τη λαϊκή κι­νη­το­ποί­η­ση. Ένας πό­λε­μος βα­σι­σμέ­νος στον λαϊκό εν­θου­σια­σμό, τους φαι­νό­ταν ότι φέρ­νει στο προ­σκή­νιο το φά­ντα­σμα του αρι­στε­ρού Λαϊ­κού Με­τώ­που. [Φο­βό­ντου­σαν] ότι θα ξα­να­ζή­σουν στη Βρε­τα­νία τον Ισπα­νι­κό Εμ­φύ­λιο πό­λε­μο από την αρχή και πάλι».

Το ίδιο ίσχυε και στην πε­ρί­πτω­ση της Γαλ­λί­ας, η άρ­χου­σα τάξη της οποί­ας είχε ζήσει μόλις το 1936 μια κα­τά­στα­ση ερ­γα­τι­κής εξέ­γερ­σης. Το πό­λε­μο η Γαλ­λία δεν τον έχασε γιατί τάχα ο Χί­τλερ την αιφ­νι­δί­α­σε με το blitzkrieg: οι ναζί δεν είχαν υπε­ρο­πλία ούτε σε τανκς ούτε σε αε­ρο­πλά­να, η δε Γαλ­λία είχε προ­ε­τοι­μα­στεί στρα­τιω­τι­κά να δε­χθεί επί­θε­ση από εκεί όπου τη δέ­χθη­κε, δηλ. από το Βέλ­γιο. Τον πό­λε­μο τον έχασε γιατί αντι­στά­θη­κε με μισή καρ­διά, φο­βού­με­νη ότι πα­ρα­τε­τα­μέ­νος πό­λε­μος ενά­ντια στους ναζί, θα εξα­νά­γκα­ζε σε εξο­πλι­σμό του λαού, και τε­λι­κά θα επα­νέ­φε­ρε την Αρι­στε­ρά στην κυ­βέρ­νη­ση. Αυτές οι ιδέες, σε συν­δυα­σμό με τη στάση των συμ­μά­χων τους, των Βρε­τα­νών, οδή­γη­σαν τη γαλ­λι­κή άρ­χου­σα τάξη σε προ­ε­τοι­μα­σία πα­ρά­δο­σης, κι όχι πο­λέ­μου.

.

Στά​λιν

Αλλά και η στα­λι­νι­κή Ρωσία δεν πήγε πίσω. Παρά τα εγλή­μα­τα των ναζί στην Ισπα­νία, τον Αύ­γου­στο του 1939 ο Στά­λιν υπέ­γρα­ψε συν­θή­κη με τον Χί­τλερ (Σύμ­φω­νο Μο­λό­τοφ-Ρί­μπε­ντροπ) βάσει του οποί­ου υπήρ­χε αμοι­βαία δέ­σμευ­ση οι δύο πλευ­ρές να μην εμπλα­κούν σε με­τα­ξύ τους πό­λε­μο (ο Στά­λιν δεν έκανε τί­πο­τε χει­ρό­τε­ρο από ό,τι απερ­γά­ζο­νταν την ίδια εποχή ο Τσά­μπερ­λεν για λο­γα­ρια­σμό της Αγ­γλί­ας). Ένας -μυ­στι­κός τότε- όρος της συν­θή­κης προ­έ­βλε­πε τον δια­με­λι­σμό της Πο­λω­νί­ας με­τα­ξύ του Τρί­του Ράιχ και της Σο­βιε­τι­κής Ένω­σης -και συ­να­κό­λου­θα ο Κόκ­κι­νος Στρα­τός μπήκε στην ανα­το­λι­κή Πο­λω­νία και την προ­σάρ­τη­σε στη Σο­βιε­τι­κή Ένωση. Φυ­σι­κά ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέ­λη­ση του λαού και σε πλήρη αντί­θε­ση με την πο­λι­τι­κή του Λένιν για αυ­το­διά­θε­ση των λαών. Αντί­θε­τα με την πα­ρά­δο­ση και την πο­λι­τι­κή των μπολ­σε­βί­κων, ο δια­με­λι­σμός της Πο­λω­νί­ας ανήκε στην πα­ρά­δο­ση του τσα­ρι­σμού, καθώς τρεις φορές στο πα­ρελ­θόν ο τσά­ρος είχει δια­με­λί­σει την πο­λύ­πα­θη χώρα ανά­με­σα στη Ρωσία, την Πρω­σία και την Αυ­στρία.

Το πε­ρί­ερ­γο με τον Στά­λιν είναι ότι ενώ επε­φύ­λασ­σε για τους πά­ντες μια βα­θύ­τα­τη δυ­σπι­στία, φαι­νό­ταν ότι εμπι­στευό­ταν τον ναζί δι­κτά­το­ρα της Γερ­μα­νί­ας, ώστε ακόμη και την προη­γου­μέ­νη της να­ζι­στι­κής ει­σβο­λής (21/6/41) ο Στά­λιν αρ­νιό­ταν να δε­χθεί ότι ο Χί­τλερ θα επι­τε­θεί. Αυτή η εντε­λώς ατεκ­μη­ρί­ω­τη θε­ώ­ρη­ση, σε συν­δυα­σμό με τις δίκες (πα­ρω­δί­ες) της Μό­σχας, που είχαν οδη­γή­σει στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα εκα­το­ντά­δες ανώ­τα­τους στρα­τιω­τι­κούς ηγέ­τες του Κόκ­κι­νου Στρα­τού, οδή­γη­σε σε  τε­ρά­στιες ήττες αυτόν τον Στρα­τό όταν οι ναζί ει­σέ­βα­λαν.

Όλα αυτά έρ­χο­νται σε από­λυ­τη αντί­θε­ση με την άποψη ότι ο Στά­λιν υπέ­γρα­ψε το σύμ­φω­νο με τον Χί­τλερ μόνο και μόνο για να κερ­δί­σει χρόνο και να προ­ε­τοι­μα­στεί για τη να­ζι­στι­κή επί­θε­ση. Χρειά­στη­κε να πια­στούν στον ύπνο η σο­βιε­τι­κή άμυνα και σε έδα­φος και σε αέρα, χρειά­στη­κε να φτά­σει η Βέρ­μα­χτ μέχρι τα πε­ρί­χω­ρα της Μό­σχας και του Στά­λιν­γκραντ, χρειά­στη­κε να σκο­τω­θούν πε­ρί­που 26 εκα­τομ­μύ­ρια Σο­βιε­τι­κοί στρα­τιώ­τες και άμα­χοι, χρειά­στη­κε να υπάρ­ξουν τα με­γα­λύ­τε­ρα εγκλή­μα­τα των ναζί όσον αφορά την εξό­ντω­ση των Εβραί­ων αλλά και των Ρώσων (βλ. σφαγή Μπά­μπι Γιάρ), χρειά­στη­κε ο Στά­λιν να εγκα­τα­λεί­ψει κάθε ιδε­ο­λο­γία των μπολ­σε­βί­κων και να απευ­θυν­θεί στα εθνι­κι­στι­κά έν­στι­κτα των Ρώσων («πα­τριω­τι­κός πό­λε­μος»), ώστε να ανέ­βει το ηθικό των τε­λευ­ταί­ων, χρειά­στη­κε αυτοί και αυτές να πο­λε­μή­σουν ηρω­ι­κά για να στα­μα­τή­σουν τη γερ­μα­νι­κή προ­έ­λα­ση, αλλά χρειά­στη­κε να συμ­βά­λει και ο «στρα­τη­γός Χει­μώ­νας». Αν όλα αυτά έγι­ναν πα­ρό­τι ο Στά­λιν «κέρ­δι­ζε χρόνο για να προ­ε­τοι­μα­στεί», τι άραγε θα γι­νό­ταν αν δεν είχε προ­ε­τοι­μα­στεί;

Αντί­στα­ση

Όμως ο Β’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος, εκτός από ιμπε­ρια­λι­στι­κός, είχε και ένα άλλο, εντε­λώς νέο χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό. Την εμ­φά­νι­ση και ανά­πτυ­ξη κι­νη­μά­των αντί­στα­σης, στα πε­ρισ­σό­τε­ρα από τα οποία ηγή­θη­κε η Αρι­στε­ρά.

Στην Ιτα­λία, τη Γαλ­λία, τη Γιου­γκο­σλα­βία, την Αλ­βα­νία και την Ελ­λά­δα, οι δυ­νά­μεις της αντί­στα­σης ενά­ντια στον Άξονα κυ­ριαρ­χού­νταν λι­γό­τε­ρο ή πε­ρισ­σό­τε­ρο από τα κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα. Στις χώρες αυτές υπήρ­ξε είτε πλή­ρης κα­τάρ­ρευ­ση του αστι­κού κα­θε­στώ­τος και των κομ­μά­των του είτε προ­σχώ­ρη­σή τους στο φα­σι­στι­κό στρα­τό­πε­δο. Το πο­λι­τι­κό κενό που άφη­σαν ήταν τε­ρά­στιο και η πο­λι­τι­κή έχει συχνά τις ιδιό­τη­τες της φύσης.

Καμία πλευ­ρά των αντι­μα­χό­με­νων ιμπε­ρια­λι­σμών (σε αυ­τούς πε­ρι­λαμ­βά­νω και την ΕΣΣΔ) δεν αι­σθα­νό­ταν άνετα με την ύπαρ­ξη αυτών των  κι­νη­μά­των. Και έκα­ναν σχε­δόν ό,τι περ­νού­σε από το χέρι τους για να τα εξου­δε­τε­ρώ­σουν. Η γρή­γο­ρη από­βα­ση των Βρε­τα­νών στην ήδη απε­λευ­θε­ρω­μέ­νη Ελ­λά­δα το φθι­νό­πω­ρο του 1944 είχε μόνον έναν εχθρό: το ΕΑΜ (το πρό­βλη­μα ήταν ότι το ΕΑΜ δεν είχε εχθρό τους Βρε­τα­νούς).

Όμως αρ­νη­τι­κή ήταν και η Μόσχα ως προς τα κι­νή­μα­τα αντί­στα­σης, πα­ρό­τι αυτά κυ­ριαρ­χού­νταν ως επί το πλεί­στον από κομ­μου­νι­στι­κά κόμ­μα­τα. Για την Ελ­λά­δα τα πράγ­μα­τα είναι λίγο πολύ γνω­στά. Στην Ιτα­λία, οι παρ­τι­ζά­νοι είχαν επι­φέ­ρει ση­μα­ντι­κά πλήγ­μα­τα ενά­ντια στη Βέρ­μα­χτ το 1943 και το 1944 και όλη η βό­ρεια Ιτα­λία ήταν στα χέρια κομ­μου­νι­στι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων. Οι τρεις βιο­μη­χα­νι­κές πό­λεις, το Μι­λά­νο, το Το­ρί­νο και η Γέ­νο­βα απε­λευ­θε­ρώ­θη­καν από ένο­πλες εξε­γέρ­σεις την άνοι­ξη του 1945 και το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμμα εκτί­να­ξε τη δύ­να­μή του από τα 5.000 στα 400.000 μέλη. Όμως ο ηγέ­της του κόμ­μα­τος Π. Το­λιά­τι εκλή­θη στη Μόσχα την άνοι­ξη του 1944 και όταν γύ­ρι­σε επέ­βα­λε της γραμ­μή του αφο­πλι­σμού και της συ­νερ­γα­σί­ας με τον πρω­θυ­πουρ­γό Μπα­ντό­λιο -τον χα­σά­πη της Αι­θιο­πί­ας και επι­κε­φα­λής της ει­σβο­λής του ιτα­λι­κού φα­σι­σμού σε Αλ­βα­νία και Ελ­λά­δα- που είχε ανα­λά­βει μετά την πτώση του Μου­σο­λί­νι, κι όλα αυτά προ­κει­μέ­νου να νι­κη­θεί… ο φα­σι­σμός.

Το ίδιο έγινε και στη Γαλ­λία. Την πε­ρί­ο­δο Ιού­νιος-Νο­έμ­βριος 1944 οι ερ­γά­τες πραγ­μα­το­ποί­η­σαν ση­μα­ντι­κές απερ­γί­ες και η αντί­στα­ση κα­τα­νί­κη­σε το­πι­κές γερ­μα­νι­κές δυ­νά­μεις κα­το­χής και έστη­σε Επι­τρο­πές Απε­λευ­θέ­ρω­σης και Λαϊκά Δι­κα­στή­ρια. Όταν όμως επέ­στρε­ψε από τη Μόσχα στο Πα­ρί­σι ο ηγέ­της του ΓΚΚ, Μ. Τορές, κά­λε­σε την ερ­γα­τι­κή τάξη και το κόμμα να υπο­τα­χθούν στους γκο­λι­κούς (δηλ. στη Δεξιά) ει­σά­γο­ντας το σύν­θη­μα «Ένα κρά­τος, ένας στρα­τός, μία αστυ­νο­μία».

Το αντάρ­τι­κο της Πο­λω­νί­ας αριθ­μού­σε 400.000 μέλη στο ζενίθ του. Στην εξέ­γερ­ση της Βαρ­σο­βί­ας 50.000 αντάρ­τες, ανά­με­σά τους πολ­λοί κομ­μου­νι­στές και Εβραί­οι κα­τέ­λα­βαν το κέ­ντρο της πόλης και το στρα­τό­πε­δο συ­γκέ­ντρω­σης που είχε στη­θεί στο παλιό εβραϊ­κό κέ­ντρο. Δη­μιουρ­γή­θη­κε ολό­κλη­ρη υπο­δο­μή με μα­γα­ζιά, νο­σο­κο­μεία και διοι­κη­τι­κές αρχές. Όμως ο Κόκ­κι­νος Στρα­τός πε­ρί­με­νε λίγο πιο μα­κριά, αφή­νο­ντας επί δύο μήνες στους ναζί τη δυ­να­τό­τη­τα να συ­ντρί­ψουν την εξέ­γερ­ση στην αρχή βομ­βαρ­δί­ζο­ντας την πόλη και μετά εξα­πο­λύ­ο­ντας τον τι­μω­ρη­τι­κό τρόμο.

Απο­λο­γι­σμός

Ένα με­γά­λο τμήμα της Αρι­στε­ράς, η Σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τία, τα ΚΚ και η αστι­κή τάξη όλων των χωρών πε­ρι­γρά­φουν τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο ως δί­καιο από την μιά μεριά των αντι­μα­χο­μέ­νων, δηλ. ως αντι­φα­σι­στι­κό και «πα­τριω­τι­κό». Όμως στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα δεν είχε τί­πο­τε το δί­καιο ο πό­λε­μος αυτός, εκτός από την απε­γνω­σμέ­νη προ­σπά­θεια των λαών να επι­βιώ­σουν. Η στρα­τιω­τι­κή ήττα του να­ζι­σμού ήταν ση­μα­ντι­κή αλλά επι­τεύ­χθη­κε με τε­ρά­στιο κό­στος. Με­γά­λο μέρος των 56 εκα­τομ­μυ­ρί­ων νε­κρών μπο­ρού­σε να έχει απο­φευ­χθεί αν το αντι-να­ζι­στι­κό στρα­τό­πε­δο έπαιρ­νε εγκαί­ρως τα μέτρα του, αν δεν φο­βό­ταν την κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση πε­ρισ­σό­τε­ρο από ό,τι τον Χί­τλερ. Τα ατι­μώ­ρη­τα εγκλή­μα­τα του «δη­μο­κρα­τι­κού» στρα­το­πέ­δου ήταν πολ­λές φορές με­γα­λύ­τε­ρα από αυτά των ναζί: το Να­γκα­σά­κι, η Χι­ρο­σί­μα και η Δρέσ­δη στέ­κουν έως σή­με­ρα ως αδιά­ψευ­στοι μάρ­τυ­ρες.

Και μήπως τάχα εξα­λεί­φθη­κε ο φα­σι­σμός; Μετά το τέλος του πο­λέ­μου ένα φα­σι­στι­κό κα­θε­στώς επέ­ζη­σε μέσα στη Δυ­τι­κή Ευ­ρώ­πη ακόμη και μέχρι το 1975: η Ισπα­νία του Φράν­κο. Δι­κτα­το­ρί­ες επι­βλή­θη­καν σε Ελ­λά­δα και Πορ­το­γα­λία.

Ούτε τα απο­τε­λέ­σμα­τα του πο­λέ­μου ήταν δί­καια. Γιατί έπρε­πε να κυ­ριαρ­χή­σουν οι ΗΠΑ στον μισό πλα­νή­τη; Γιατί έπρε­πε να χάσει τα εδάφη που έχασε η Γερ­μα­νία; Γιατί, αντί­θε­τα, έπρε­πε να μην τι­μω­ρη­θούν οι πε­ρισ­σό­τε­ροι ναζί και οι συ­νερ­γά­τες τους σε όλες τις χώρες -της Ελ­λά­δας πε­ρι­λαμ­βα­νο­μέ­νης; Γιατί έπρε­πε να μοι­ρα­στεί ο κό­σμος στη Γιάλ­τα σε σφαί­ρες επιρ­ρο­ής ανε­ξάρ­τη­τα από τη θέ­λη­ση των λαών;

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση η πα­ρα­τε­τα­μέ­νη ει­ρή­νη που επι­κρά­τη­σε μετά τον Β’ Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο στον ανα­πτυγ­μέ­νο κα­πι­τα­λι­στι­κό κόσμο δεν ήταν προ­ϊ­όν μιας τάχα δί­και­ης διευ­θέ­τη­σης, αλλά προ­ϊ­όν της ισορ­ρο­πί­ας του τρό­μου των πυ­ρη­νι­κών.

Σί­γου­ρα ο πό­λε­μος αυτός, όπως και ο προη­γού­με­νος, έφε­ραν θέ­λο­ντας και μη τις μάζες στο προ­σκή­νιο, άνοι­ξαν τις δυ­να­τό­τη­τες για δη­μο­κρα­τι­κές ή ακόμη και για σο­σια­λι­στι­κές κα­τα­κτή­σεις δηλ. για κοι­νω­νι­κή επα­νά­στα­ση. Είναι αλή­θεια ότι σε πολ­λές πε­ριο­χές του πλα­νή­τη, αμέ­σως μετά τον πό­λε­μο, τε­ρά­στιοι πλη­θυ­σμοί απε­λευ­θε­ρώ­θη­καν από τα αποι­κια­κά δεσμά των στρα­τιω­τι­κά ητ­τη­μέ­νων του πο­λέ­μου και της οι­κο­νο­μι­κά ητ­τη­μέ­νης Βρε­τα­νί­ας και εν μέρει της Γαλ­λί­ας. Όμως τα με­γα­λύ­τε­ρα από αυτά τα γε­γο­νό­τα έγι­ναν μετά τον πό­λε­μο.

Πέρα από κάθε αμ­φι­βο­λία, ο Β’ Πα­γκό­σμιος Πό­λε­μος ήταν ο πρώ­τος ολο­κλη­ρω­τι­κός πό­λε­μος, ο πρώ­τος πό­λε­μος δηλ. όπου τα πυρά στρά­φη­καν ενα­ντί­ον αμά­χων σε μα­ζι­κή κλί­μα­κα. Ήταν μέχρι σή­με­ρα η με­γα­λύ­τε­ρη τρα­γω­δία της αν­θρω­πό­τη­τας που σε καμιά πε­ρί­πτω­ση δεν πρέ­πει να επα­να­λη­φθεί.

rproject.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.