Μη φεύγεις, μείνε λίγο ακόμα

Μη φεύγεις, μείνε λίγο ακόμα

  • |

Ο συνδετικός κρίκος του έρωτα με το εκάστοτε αντικείμενο του πόθου είναι η Αγάπη σε αυτό για το οποίο αφοσιωνόμαστε. Αντίθετα, η έλλειψη του έρωτα και άρα της επιθυμίας, οδηγεί σε δυο αντιδράσεις. Ή στην απόσυρση, στη ρουτίνα, στο βόλεμα και στο βάλτωμα ή στην αναζήτηση πρόσκαιρων συντρόφων και ενασχολήσεων χωρίς κανένα νόημα

Δημήτρης Κατσορίδας*

Μέσα από τις σε­λί­δες του βι­βλί­ου του Αλέ­ξαν­δρου Σχι­σμέ­νου, με τίτλο «Μικρή πραγ­μα­τεία για τον ερω­τι­κό χρόνο» (εκδ. red marks, 2018), δια­τρέ­χου­με την έν­νοια του έρωτα στον δυ­τι­κό κόσμο, δια­μέ­σου των αιώ­νων μέχρι τη σύγ­χρο­νη ψυ­χο­λο­γία και τη γυ­ναι­κεία χει­ρα­φέ­τη­ση. Μια χει­ρα­φέ­τη­ση που μπο­ρεί να ολο­κλη­ρω­θεί μόνο εντός του ερω­τι­κού ιδιο­χρό­νου, με­τα­ξύ δυο αυ­τό­νο­μων αν­θρώ­πων, στην οποία, όπως λέει η Εμμα Γκόλ­ντμαν, «το σύν­θη­μα δεν θα πρέ­πει να είναι “συγ­χω­ρή­στε ο ένας τον άλλον”, αλλά “κα­τα­νο­ή­στε ο ένας τον άλλον”».

Ερω­τι­κός χρό­νος: επι­κοι­νω­νία, βίωμα και αυ­το­νο­μία

Ομως, τι είναι ο χρό­νος; Κα­τα­πώς φαί­νε­ται έχει αρ­κε­τές έν­νοιες και πολ­λές δια­στά­σεις. Αφε­νός είναι ο υπο­κει­με­νι­κός χρό­νος, ο οποί­ος συν­δέ­ε­ται με το βίωμα (χαρά, λύπη, κί­νη­ση, δια­σκέ­δα­ση, εκ­παί­δευ­ση, προ­σω­πι­κός χρό­νος, κ.λπ.), αφε­τέ­ρου είναι ο αντι­κει­με­νι­κός, ο οποί­ος έχει σχέση με το πέ­ρα­σμα του χρό­νου, την αλ­λοί­ω­ση και τη φθορά. Ομως, είναι και ο ιστο­ρι­κο-κοι­νω­νι­κός χρό­νος, όπως λέει ο Κα­στο­ριά­δης, ο οποί­ος ρυθ­μί­ζει τη ζωή μας (για πα­ρά­δειγ­μα μια κοι­νω­νι­κή συ­νά­ντη­ση ή ο πο­λι­τι­κός χρό­νος ή ο χρό­νος ερ­γα­σί­ας κ.λπ.) και εκ­δη­λώ­νε­ται με την αν­θρώ­πι­νη δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα. Μέσα σε αυ­τούς τους χρό­νους υπάρ­χει και ο ερω­τι­κός, που είναι η επι­κοι­νω­νία δυο αν­θρώ­πων που απο­φα­σί­ζουν να δη­μιουρ­γή­σουν κάτι και­νούρ­γιο, με όλο το προ­σω­πι­κό και ιστο­ρι­κό φορ­τίο που φέ­ρουν (δυο ψυχών, δυο σω­μά­των, δυο κό­σμων, δυο ιστο­ριών), ο οποί­ος δια­με­σο­λα­βεί­ται από την κοι­νω­νία.

Και εδώ τί­θε­ται το επό­με­νο ερώ­τη­μα: Τι είναι έρω­τας;

Ετυ­μο­λο­γι­κά, η λέξη «έρω­τας» προ­έρ­χε­ται από το αρ­χαίο ελ­λη­νι­κό ρήμα Ερα­μαι/εράω-ερώ, που ση­μαί­νει επι­θυ­μώ έντο­να, αγαπώ με πάθος. Και το ρήμα, σε αντί­θε­ση με το ου­σια­στι­κό, δεί­χνει ενέρ­γεια, ανα­ζή­τη­ση και δη­μιουρ­γι­κό­τη­τα, επει­δή η ερω­τι­κή επι­θυ­μία δίνει νόημα στη ζωής μας. Είναι μια φλόγα που μας πε­ρι­βάλ­λει. Είναι η ίδια η ζωή. Γι’ αυτό, ο έρω­τας και ο θά­να­τος θέ­τουν πάντα το ζή­τη­μα του χρό­νου, επει­δή μέσα από τον έρωτα ψά­χνου­με την αθα­να­σία. Είναι οι δυο όψεις του ίδιου νο­μί­σμα­τος. Ο δε συν­δε­τι­κός κρί­κος του έρωτα με το εκά­στο­τε αντι­κεί­με­νο του πόθου είναι η Αγάπη σε αυτό για το οποίο αφο­σιω­νό­μα­στε. Αντί­θε­τα, η έλ­λει­ψη του έρωτα και άρα της επι­θυ­μί­ας, οδη­γεί σε δυο αντι­δρά­σεις. Ή στην από­συρ­ση, στη ρου­τί­να, στο βό­λε­μα και στο βάλ­τω­μα ή στην ανα­ζή­τη­ση πρό­σκαι­ρων συ­ντρό­φων και ενα­σχο­λή­σε­ων χωρίς κα­νέ­να νόημα.

Εχου­με ανά­γκη τον έρωτα επει­δή απο­τε­λεί κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη. Είναι ένα ρίγος που μας δια­περ­νά, μια έξαρ­ση, το σφί­ξι­μο στο στο­μά­χι, ένα χα­μό­γε­λο, ο πε­ρι­βάλ­λων χώρος, ο πόθος για το άλλο, η συ­νε­χής σκέψη, η αμη­χα­νία της στιγ­μής. Είναι τότε που λέμε «την πα­τή­σα­με».

Ταυ­τό­χρο­να, όλα αυτά τα στοι­χεία είναι που τον δια­φο­ρο­ποιούν από τη φιλία. Διότι, ο έρω­τας συν­δέ­ε­ται με την αί­σθη­ση του πόθου της απου­σί­ας του υπο­κει­μέ­νου και άρα με την επι­θυ­μία της πα­ρου­σί­ας του, σε αυτό το «λίγο ακόμη». Αντί­θε­τα, η φιλία συν­δέ­ε­ται με την πα­ρου­σία και τη διάρ­κειά της στον χρόνο. Ετσι, «αν ο χρό­νος είναι αρ­κε­τός και η ευ­μέ­νεια ει­λι­κρι­νής, τότε ο έρω­τας θα εκ­πλη­ρω­θεί σε φιλία», όπως λέει ο συγ­γρα­φέ­ας. Και γι’ αυτό, ο έρω­τας προς ηδονή δια­φέ­ρει από τον έρωτα που οδη­γεί στη φιλία, επει­δή απο­βλέ­πουν σε δια­φο­ρε­τι­κά πράγ­μα­τα. Στην πρώτη πε­ρί­πτω­ση, της ηδο­νής, έχει να κάνει με χρη­σι­μο­ποί­η­ση και ευ­χα­ρί­στη­ση (κα­τώ­τε­ρη μορφή), ενώ στη δεύ­τε­ρη είναι αυ­το­σκο­πός και όχι μέσον, πράγ­μα που προ­ϋ­πο­θέ­τει υπέρ­βα­ση της ετε­ρό­τη­τας και άρα μια σχέση ανα­γνώ­ρι­σης του άλλου ως αυ­τό­νο­μου, η οποία σκο­πεύ­ει, όπως η φιλία, στο καλό του φίλου για χάρη του ίδιου του φίλου (ανώ­τε­ρη μορφή).

Τέλος, να υπεν­θυ­μί­σου­με ότι ήταν το επα­να­στα­τι­κό κί­νη­μα και οι αγώ­νες των γυ­ναι­κών για χει­ρα­φέ­τη­ση που αμ­φι­σβή­τη­σαν το πα­τριαρ­χι­κό μο­ντέ­λο, ανέ­δει­ξαν τα δι­καιώ­μα­τα των γυ­ναι­κών και ανα­ζω­ο­γό­νη­σαν τις σχέ­σεις, ανα­δει­κνύ­ο­ντας τον έρωτα ως ελευ­θε­ρία και αυ­το­νο­μία. Με βάση αυτή την προ­ο­πτι­κή, της συ­νύ­φαν­σης του Ερωτα με την Αυ­το­νο­μία, κα­τα­κτά­ται η «ερω­τι­κή συν-θε­ση με τον άλλο», καθώς το ατο­μι­κό υπερ­βαί­νε­ται δίχως να κα­ταρ­γεί­ται, και «δη­μιουρ­γεί έναν ιδιαί­τε­ρο ερω­τι­κό χρόνο», ο οποί­ος «είναι συ­νά­μα κοι­νός και ιδιαί­τε­ρος, μυ­στι­κός και μοι­ρα­σμέ­νος, προ­σω­πι­κός και δια­προ­σω­πι­κός». Ετσι, ο ερω­τι­κός χρό­νος της αυ­το­νο­μί­ας εμ­φα­νί­ζε­ται «ως χρό­νος συν-δη­μιουρ­γί­ας με βάση την αρχή της ελευ­θε­ρί­ας» και ση­μα­το­δο­τεί μια ζωή που αξί­ζει να ζει κα­νείς.

Τε­λι­κά, τι είναι ο άν­θρω­πος χωρίς την επι­θυ­μία του έρωτα και την ολο­κλή­ρω­ση της αγά­πης;

* Επι­στη­μο­νι­κός συ­νερ­γά­της στο Ιν­στι­τού­το Ερ­γα­σί­ας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ)

/rproject.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.