Κάθε μέρα σχεδόν την ίδια ώρα, προς το σούρουπο, η Εσθήρ ανηφορίζει τη λεωφόρο Αμαλίας. Το σπίτι της όλο μέσα στις τσάντες που κρατά, σχεδόν ισοζυγιασμένα, για να έχει ισορροπία. Αραγε από πού έρχεται; Φορά καπέλο να προστατεύει από τον ήλιο το πρόσωπο που κάτω από το ευγενικό μειδίαμα, λες και κρύβει μια διαφορετική αφετηρία, που μόνο τη ζωή στον δρόμο δεν προέβλεπε για τα στερνά της.
Χριστίνα Κοψίνη
Σαν να το έσκασε από ταινία εποχής με τη μακριά φούστα, το καθαρό μπλουζοπουκάμισο και μια ομπρέλα βροχής με άσπρα πουά σε μαύρο φόντο, με ξύλινο χερούλι, σφηνωμένη προσεκτικά ανάμεσα στα χερούλια της τσάντας που κρατά με το αριστερό της χέρι.
Θα μπορούσε να επιστρέφει από εκδρομή στην Αίγινα ή από τα παιδιά της, με τα άπλυτά τους στους μπόγους της ή με τα πλαστικά τάπερ από φαγητά που τους ετοίμασε στη -γιατί όχι;- πολυτελή κουζίνα της. Ναι, πολύ βολική σκέψη για μας τους ενοχικά αδιάφορους, που ξέρουμε έναν προς έναν τους αστέγους της Αθήνας.
Ανεβαίνει αργά αργά και κάπου στο ύψος της Αρεοπαγίτου -κάποιος είπε ότι την άκουσε να καλησπερίζει τη Μελίνα που στέκει αγέρωχη στο γλυπτό της, μπροστά από το ίδρυμα Ωνάση- θα ξαποστάσει για λίγο στο παγκάκι που κάποτε πολιορκούσαν μόνο οι τουρίστες.
Αντε, λίγα βήματα ακόμη επί της Αμαλίας κι έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Εκεί στο πεζούλι της, όπου και φέτος ξεχειμώνιασε, θα ακουμπήσει τις τσάντες με το σπίτι της, θα απολυμάνει τη μαρμάρινη κόχη της, θα ανοίξει την ομπρέλα που σαν στέγαστρο μαζί και πόρτα γίνεται η ασπίδα της, μέχρι τα ξημερώματα. Κι όταν βγει ο πρώτος νοικοκύρης και τον καλημερίσει, θα αρχίσει τη μέρα της. Ιδια και απαράλλαχτη όπως η χθεσινή.








