Ήταν ο Αμερικανικός Εμφύλιος ένας πόλεμος εναντίον της δουλείας;

Ήταν ο Αμερικανικός Εμφύλιος ένας πόλεμος εναντίον της δουλείας;

  • |

Σύντομο ιστορικό σημείωμα για έναν μεγάλο και αιματηρό πόλεμο.

Με αφορ­μή τη δο­λο­φο­νία του Τζωρτζ Φλόιντ από αστυ­νο­μι­κούς και τις ογκώ­δεις και μα­ζι­κές δια­δη­λώ­σεις και δια­μαρ­τυ­ρί­ες στις ΗΠΑ και ολό­κλη­ρο τον κόσμο ενά­ντια στον ρα­τσι­σμό και την κρα­τι­κή βία, επα­νήλ­θε στο προ­σκή­νιο η ιστο­ρι­κή απο­τί­μη­ση του Αμε­ρι­κα­νι­κού Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου. Για πολ­λούς, ακόμη και στο ελ­λα­δι­κό δια­δί­κτυο, ο πό­λε­μος αυτός ήταν ένας πό­λε­μος ενα­ντί­ον της δου­λεί­ας. Η αλή­θεια, όμως, είναι πολύ δια­φο­ρε­τι­κή.

Γιάννης Νικολόπουλος

Όταν την άνοι­ξη του 1861 βρό­ντη­ξαν τα κα­νό­νια στο οχυρό Φορτ Σά­μντερ, ξε­κι­νού­σε μια «ένο­πλη δια­φω­νία με­ρι­κών εβδο­μά­δων (Άντριου Τζόν­σον)» που κρά­τη­σε γε­μά­τα τέσ­σε­ρα χρό­νια, ανά­με­σα στη λευκή, άρ­χου­σα τάξη του κυ­ρί­αρ­χου στην αμε­ρι­κα­νι­κή, πο­λι­τι­κή σκηνή, Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος, που είχε δια­σπα­στεί το προη­γού­με­νο φθι­νό­πω­ρο, ανά­με­σα στους «κα­θα­ρούς» δου­λο­κτή­τες του Νότου και τους «σκε­πτι­κι­στές» περί της δου­λεί­ας, αλλά εξαι­ρε­τι­κά δρα­στή­ριους περί της βιο­μη­χα­νι­κής, κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης και συσ­σώ­ρευ­σης πο­λι­τι­κούς στον Βορρά, οι οποί­οι σχη­μά­τι­σαν το Ρε­που­μπλι­κα­νι­κό Κόμμα με επι­κε­φα­λής και πρό­ε­δρο τον Αβρα­άμ Λίν­κολν.

Για του­λά­χι­στον 40 χρό­νια νω­ρί­τε­ρα, από τη στιγ­μή που οι ΗΠΑ μπή­καν στην κούρ­σα της Βιο­μη­χα­νι­κής Επα­νά­στα­σης και του κα­πι­τα­λι­σμού, οι πο­λι­τι­κές και κυ­βερ­νη­τι­κές συ­γκρού­σεις ανά­με­σα στους Δη­μο­κρα­τι­κούς και τους Ουί­γους, κόμ­μα-προ­πά­το­ρας του δι­κομ­μα­τι­σμού, σχε­τί­ζο­νταν με τον οι­κο­νο­μι­κό με­τα­σχη­μα­τι­σμό των ΗΠΑ προς την τα­χύ­τα­τη εκ­βιο­μη­χά­νι­ση και την εξά­πλω­ση της κρα­τι­κής κυ­ριαρ­χί­ας στη Δύση σε βάρος των Ιν­διά­νων – ιθα­γε­νών Αμε­ρι­κα­νών.

Πέντε ήταν οι βα­σι­κές αι­τί­ες του Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου – 1), ο πά­γιος αρ­νη­τι­σμός των πο­λι­τειών του Νότου απέ­να­ντι σε μια ισχυ­ρή και επι­δρα­στι­κή, κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση, που ανα­γό­ταν στα χρό­νια και τον πό­λε­μο της Ανε­ξαρ­τη­σί­ας, εξού και οι πο­λι­τεί­ες των ΗΠΑ, ει­δι­κά του Νότου, ακόμη και σή­με­ρα, έχουν τε­ρά­στια πε­ρι­θώ­ρια ευ­ε­λι­ξί­ας και «κυ­βερ­νη­σι­μό­τη­τας» σε σχέση με την Ουά­σιγ­κτον,

2), η επι­μο­νή να επι­βλη­θεί μο­νο­πω­λια­κά το κα­θε­στώς κα­ταρ­χάς της γε­ωρ­γι­κής και κτη­νο­τρο­φι­κής «προ­σάρ­τη­σης» και επο­μέ­νως και της δου­λεί­ας, στις νέες πο­λι­τεί­ες των Με­ξι­κα­νι­κών Πο­λέ­μων, το Νέο Με­ξι­κό, το Τέξας και την Ανα­το­λι­κή Κα­λι­φόρ­νια, κα­τεύ­θυν­ση στην οποία πί­ε­ζαν φορ­τι­κά οι γαιο­κτή­μο­νες του βαμ­βα­κιού, που ήλεγ­χαν έως τότε και το ομο­σπον­δια­κό Κο­γκρέ­σο,

3), το συ­ντρι­πτι­κά ετε­ρο­βα­ρές υπέρ του Βορρά πα­ρα­γω­γι­κό και πλη­θυ­σμια­κό  ισο­ζύ­γιο στη βιο­μη­χα­νία και τη με­τα­νά­στευ­ση, όπου οι πο­λι­τεί­ες βό­ρεια του πο­τα­μού Πο­τό­μακ, είχαν ανοί­ξει το βήμα τους, με τη ρα­γδαία αύ­ξη­ση στην πα­ρα­γω­γή χά­λυ­βα και κάρ­βου­νου και την πλη­θυ­σμια­κή εκτί­να­ξη, λόγω της με­τοί­κη­σης Ευ­ρω­παί­ων από την Ιρ­λαν­δία της πεί­νας, την ιτα­λι­κή χερ­σό­νη­σο της φτώ­χειας και τα γερ­μα­νι­κά κρα­τί­δια των κοι­νω­νι­κών ανα­τα­ρα­χών,

4), η οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή προ­στα­τευ­τι­σμού της ομο­σπον­δια­κής κυ­βέρ­νη­σης στα αμε­ρι­κα­νι­κά, βιο­μη­χα­νι­κά και βιο­τε­χνι­κά προ­ϊ­ό­ντα, με την επι­βο­λή τε­ρά­στιων δα­σμών στο ει­σα­γω­γι­κό εμπό­ριο, ήδη από την εποχή της σύ­ντο­μης προ­ε­δρί­ας του Ζά­κα­ρυ Τέι­λορ, πο­λι­τι­κή που είχε εκτι­νά­ξει το κό­στος ει­σα­γω­γών στα αγαθά από την Ευ­ρώ­πη, τα οποία απο­τε­λού­σαν κυ­ρί­ως αγο­ρές και κα­τα­νά­λω­ση της τρυ­φη­λής και σπά­τα­λης ζωής των Νο­τί­ων της άρ­χου­σας τάξης

και  τέλος, 5), η χρη­μα­τι­στι­κο­ποί­η­ση και η κερ­δο­φο­ρία του νέου με­γά­λου Ελ­ντο­ρά­ντο της επο­χής, στην επέ­κτα­ση και την κα­τα­σκευή των σι­δη­ρο­δρό­μων προς τη Δύση, από όπου, οι πλου­το­κρά­τες του Νότου είχαν εκ­πα­ρα­θυ­ρω­θεί εντε­λώς και ολο­κλη­ρω­τι­κά, από τους κε­φα­λαιού­χους του Βορρά.

Όπως δια­πι­στώ­νει κα­νείς, μόνο η δου­λεία δεν υπήρ­χε στα ρα­ντάρ ει­δι­κά των πο­λι­τι­κών του Βορρά και της Ένω­σης, γιατί κατά τα άλλα, οι Νό­τιοι την είχαν πολύ ψηλά στην ατζέ­ντα τους, στα­θε­ρά, πάγια, εκ­βια­στι­κά και απάν­θρω­πα. Πα­ρό­λα αυτά, πο­λι­τεί­ες του Βορρά, όπως το Βερ­μόντ και η Πεν­συλ­βά­νια είχαν κα­ταρ­γή­σει τη δου­λεία στο έδα­φος τους, ήδη από το 1810 ή το 1824, ενώ το ζή­τη­μα είτε της γε­νι­κής κα­τάρ­γη­σης είτε του οι­κο­νο­μι­κού και κοι­νω­νι­κού κα­θε­στώ­τος που θα επι­κρα­τού­σε στις «με­ξι­κα­νι­κές» πο­λι­τεί­ες της Δύσης τα­λά­νι­ζε και κλυ­δώ­νι­ζε την πο­λι­τι­κή σκηνή. Δεν ήταν όμως, το κυ­ρί­αρ­χο ούτε ο Αμε­ρι­κα­νι­κός Εμ­φύ­λιος έγινε με γνώ­μο­να και άξονα την κα­τάρ­γη­ση της δου­λεί­ας. Σε αυτή τη δια­πί­στω­ση, συ­νη­γο­ρούν όλα τα επί­ση­μα κεί­με­να, οι ομι­λί­ες και οι δια­θέ­σεις των Ρε­που­μπλι­κά­νων της επο­χής, με απο­κο­ρύ­φω­μα την κατά τα άλλα, συ­γκλο­νι­στι­κή ομι­λία του Λίν­κολν στο Γκέ­τι­σμπεργκ στις 19 Νο­εμ­βρί­ου 1863, όταν ο πρό­ε­δρος δεν είπε ούτε μια φορά τις λέ­ξεις «δου­λεία» και «χει­ρα­φέ­τη­ση» στην από­τι­ση φόρου τιμής προς τους νε­κρούς της με­γα­λύ­τε­ρης και φο­νι­κό­τε­ρης μάχης του πο­λέ­μου.

Νω­ρί­τε­ρα, η Δια­κή­ρυ­ξη της Χει­ρα­φέ­τη­σης τον Σε­πτέμ­βρη του 1862 και τον Γε­νά­ρη του 1863 απο­τέ­λε­σε πε­ρισ­σό­τε­ρο μια και­ρο­σκο­πι­κή και υστε­ρό­βου­λη πρω­το­βου­λία του Λίν­κολν 1), για να προ­σε­ται­ρι­στεί το πο­λι­τι­κά υπερ­δρα­στή­ριο και κοι­νω­νι­κά γειω­μέ­νο κί­νη­μα για την κα­τάρ­γη­ση της δου­λεί­ας που κι­νού­ταν επι­θε­τι­κά και μα­χη­τι­κά στα «αρι­στε­ρά» των Ρε­που­μπλι­κά­νων του Βορρά

2), για να προ­κα­λέ­σει μια εξέ­γερ­ση στα με­τό­πι­σθεν των Νο­τί­ων, που θα απο­διορ­γά­νω­νε πλή­ρως την πο­λι­τι­κή και στρα­τιω­τι­κή μη­χα­νή τους

και 3), για να κα­τα­στή­σει τον πό­λε­μο από πλευ­ράς Βο­ρεί­ων, πό­λε­μο που έως εκεί­νη τη στιγ­μή, η Ένωση δεν κέρ­δι­ζε, «ηθικά άμεμ­πτο» όπως είχε δη­λώ­σει ο ίδιος ο Λίν­κολν, ενώ­πιον της Γε­ρου­σί­ας, φο­βού­με­νος συ­νά­μα μια επέμ­βα­ση μιας ευ­ρω­παϊ­κής δύ­να­μης κυ­ρί­ως της Βρε­τα­νί­ας ή της Γαλ­λί­ας υπέρ της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας, σε μια προ­σπά­θεια τερ­μα­τι­σμού του πο­λέ­μου, άρσης του ναυ­τι­κού απο­κλει­σμού στα λι­μά­νια του Νότου και απο­κα­τά­στα­σης του εμπο­ρί­ου ει­δι­κά με την πρώτη. Ας το­νι­στεί εδώ κάτι ελά­χι­στα γνω­στό σή­με­ρα, ότι στη διάρ­κεια του Εμ­φυ­λί­ου, ένας στους τρεις στρα­τιώ­τες των Νο­τί­ων πα­ρέ­με­νε σε έδα­φος της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας και όχι στα στρα­τιω­τι­κά, κλι­μα­κού­με­να και γε­ω­γρα­φι­κά, με­τα­βαλ­λό­με­να μέ­τω­πα του πο­λέ­μου λόγω του τρό­μου της κυ­βέρ­νη­σης στο Ρί­τσμοντ της Βιρ­τζί­νια στο εν­δε­χό­με­νο μιας επα­νά­στα­σης των δού­λων, όπως αυτή προ­κλή­θη­κε εν μέρει στη θυ­ελ­λώ­δη Πο­ρεία προς τη Θά­λασ­σα της στρα­τιάς που ηγεί­το ο Γουί­λιαμ Τ. Σέρ­μαν.

Είναι επί­σης ελά­χι­στα γνω­στό σή­με­ρα, ότι ο ίδιος ο Λίν­κολν είχε εμπι­στευ­τεί αρ­χι­κά τη διοί­κη­ση του στρα­τού και του ναυ­τι­κού των Βο­ρεί­ων, σε αξιω­μα­τι­κούς, είτε φα­να­τι­κά υπέρ­μα­χους της δου­λεί­ας, είτε πο­λι­τι­κά ου­δέ­τε­ρους στο θέμα, ώστε να μην προ­κα­λέ­σει ανοι­χτά τους δου­λο­κτή­τες «συ­μπο­λί­τες» – με απο­κο­ρύ­φω­μα την αλ­λο­πρό­σαλ­λη ηγε­σία του Μα­κΛέ­λαν, ο οποί­ος ήταν και δου­λο­κτή­της και δεν κα­τα­λά­βαι­νε για ποιον λόγο είχε ξε­σπά­σει ο πό­λε­μος και είχε σύρει την Ένωση σε ορι­σμέ­νες δει­νές ήττες στο πεδίο της μάχης. Στο ίδιο πλαί­σιο, ο αρ­χι­στρά­τη­γος των Νο­τί­ων, Ρό­μπερτ Ε. Λι, αν και ήταν «φι­λο­λο­γι­κά» αντί­θε­τος στη διαιώ­νι­ση της δου­λεί­ας, θε­ω­ρώ­ντας ότι απο­τε­λού­σε οι­κο­νο­μι­κό και μόνο απο­λί­θω­μα, πρώτα αρ­νή­θη­κε την ηγε­σία του στρα­τού των Βο­ρεί­ων, που του είχε προ­σφερ­θεί από τον Λίν­κολν και έπει­τα συ­ντά­χθη­κε με τον πρό­ε­δρο της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας, Τζέ­φερ­σον Ντέι­βις, για να υπε­ρα­σπι­στεί την πα­τρί­δα «του» από τους επι­δρο­μείς – πα­τρί­δα, στη νο­ο­τρο­πία του Λι, δεν ήταν οι ΗΠΑ, αλλά η πο­λι­τεία της Βιρ­τζί­νια.

Με τη Χει­ρα­φέ­τη­ση όμως ο Λίν­κολν εξα­σφά­λι­σε και κάτι ακόμα, ίσως το ση­μα­ντι­κό­τε­ρο στοι­χείο στη συ­γκυ­ρία – πε­ρί­που 200.000 μαύ­ροι, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι δρα­πέ­τες και φυ­γά­δες σκλά­βοι από τον Νότο, πο­λέ­μη­σαν στον στρα­τό των Βο­ρεί­ων, από το 1863 έως το Απο­μά­τοξ, την άνοι­ξη του 1865. Κά­ποια στιγ­μή, στα μέσα του 1864, ένας στους τρεις στρα­τιώ­τες της Ένω­σης ήταν μαύ­ρος και πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο, ένας στους δύο στα μέ­τω­πα του πο­λέ­μου και της Πο­ρεί­ας προς τη Θά­λασ­σα του Σέρ­μαν, που ήταν το ση­μείο κα­μπής και ολο­κλη­ρω­τι­κής συ­ντρι­βής των Νο­τί­ων στη Τζόρ­τζια, τη Νότια και τη Βό­ρεια Κα­ρο­λί­να.

Η Χει­ρα­φέ­τη­ση πρό­σφε­ρε ου­σια­στι­κά στρα­τιώ­τες στον Λίν­κολν, με εθνι­κή, γλωσ­σι­κή και ηθική «ομοιο­γέ­νεια» και πάθος για την Υπό­θε­ση του Πο­λέ­μου (war cause), (ανε­ξάρ­τη­τα αν αυτή ήταν η δου­λεία, όπως προ­πα­γαν­δι­ζό­ταν μετά το φθι­νό­πω­ρο του 1862, ή ο συ­νο­λι­κός, κα­πι­τα­λι­στι­κός ανα­σχε­δια­σμός της αμε­ρι­κα­νι­κής οι­κο­νο­μί­ας, με με­γά­λο έπα­θλο τις «νέες» πο­λι­τεί­ες στη Δύση). Μία τέ­τοια στρά­τευ­ση, των μαύ­ρων πρώην δού­λων με την Ένωση, ήταν υπερ­πο­λύ­τι­μη για τη Ουά­σιγ­κτον, καθώς και συν τοις άλ­λοις, στα πρώτα δύο χρό­νια του πο­λέ­μου και για πα­ρά­δειγ­μα στη Δεύ­τε­ρη Μάχη του Μπουλ Ραν ή του Αντί­ε­ταμ, οι απλοί στρα­τιώ­τες της Ένω­σης είχαν εξο­ντω­θεί από τα πυρά των Νο­τί­ων,  επει­δή ήταν στην πλειο­ψη­φία τους, νε­ο­φερ­μέ­νοι με­τα­νά­στες από την Κε­ντρι­κή Ευ­ρώ­πη που μέσα σε όλα, δεν κα­τα­νο­ού­σαν καλά τα αγ­γλι­κά και επο­μέ­νως δεν μπο­ρού­σαν να πα­ρα­κο­λου­θή­σουν και να τη­ρή­σουν τις δια­τα­γές και τις οδη­γί­ες των αξιω­μα­τι­κών τους – κα­νο­νι­κό κρέας για τα κα­νό­νια.

Με άλλα λόγια, οι Βό­ρειοι νί­κη­σαν στον Εμ­φύ­λιο και επει­δή έδω­σαν όπλα στους μαύ­ρους για να χύ­σουν το αίμα τους στα πεδία των μαχών και επει­δή εν­στερ­νί­στη­καν, με διετή κα­θυ­στέ­ρη­ση και πο­λι­τι­κή υστε­ρο­βου­λία, την με πολ­λούς αστε­ρί­σκους κα­τάρ­γη­ση της δου­λεί­ας μόνο στις πο­λι­τεί­ες του Νότου, πέρα από τη συ­ντρι­πτι­κή υπε­ρο­χή τους στη βιο­μη­χα­νι­κή πα­ρα­γω­γή οπλι­σμού, πυ­ρο­μα­χι­κών και εφο­δί­ων.

Αν πρέ­πει, όμως, να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με με μια φράση τον Αμε­ρι­κα­νι­κό Εμ­φύ­λιο, θα λέ­γα­με ότι ήταν μια αστι­κή «επα­νά­στα­ση από τα πάνω».

Και στο εσω­τε­ρι­κό του, σο­βού­σαν πολ­λοί άλλοι αό­ρα­τοι και «μι­κροί εμ­φύ­λιοι» – ποιος ιστο­ρι­κός θέλει να θυ­μά­ται και να γρά­φει σή­με­ρα, για τα πο­γκρόμ ενα­ντί­ον των μαύ­ρων στη Νέα Υόρκη, όταν κη­ρύ­χθη­κε γε­νι­κή επι­στρά­τευ­ση και η «χρυσή νε­ο­λαία» της πλου­το­κρα­τί­ας συ­να­σπί­στη­κε με τις συμ­μο­ρί­ες των «άσπρων γη­γε­νών», κα­τα­διώ­κο­ντας στους δρό­μους της πόλης κάθε έγ­χρω­μο (ακόμη και Ιτα­λούς ή Κι­νέ­ζους  με­τα­νά­στες) που είτε τους μα­χαί­ρω­ναν, είτε τους λι­θο­βο­λού­σαν, είτε τους σκό­τω­ναν με ρό­πα­λα και πε­ρί­στρο­φα, είτε τους κρε­μού­σαν με θη­λιές από τους πλη­σιέ­στε­ρους φα­νο­στά­τες και τους έκαι­γαν ζω­ντα­νούς, επει­δή τα πλου­σιό­παι­δα και οι ποι­νι­κοί των λι­μα­νιών αρ­νού­νταν να πο­λε­μή­σουν για τους «νέ­γρους»;

Ποιος θυ­μά­ται σή­με­ρα, την εξέ­γερ­ση των Νό­τιων λευ­κών, φτω­χών αγρο­τών στη Λουι­ζιά­να που αρ­νή­θη­καν να υπη­ρε­τή­σουν στον στρα­τό της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας και κα­τέ­φυ­γαν, κα­τα­διω­κό­με­νοι από το ιπ­πι­κό των γκρι,  στους βάλ­τους για να ιδρύ­σουν εκεί, μια Ελεύ­θε­ρη Δη­μο­κρα­τία, μαζί με μαύ­ρους δρα­πέ­τες των φυ­τειών;

Ποιος ανα­γνω­ρί­ζει σή­με­ρα τα πε­ρι­στα­τι­κά συ­νερ­γα­σί­ας Βο­ρεί­ων και Νο­τί­ων στρα­τιω­τι­κών, στην εξό­ντω­ση των Ιν­διά­νων στη με­θό­ριο του Τέξας ή στη συ­νο­ρια­κή γραμ­μή του Τε­νε­σί, στην προ­έ­λα­ση προς Δυ­σμάς;

Ποιος έχει επι­μεί­νει, τέλος, ιστο­ριο­γρα­φι­κά στο φαι­νό­με­νο της γε­νι­κής εξα­γο­ράς συ­νει­δή­σε­ων και της ανυ­πο­τα­ξί­ας, όταν οι γιοι των πλου­σί­ων είτε του Βορρά είτε του Νότου, απέ­φευ­γαν νό­μι­μα τη στρά­τευ­ση, στέλ­νο­ντας στη θέση τους, άνερ­γους, με­τα­νά­στες και φτω­χούς, που τους είχαν δω­ρο­δο­κή­σει για 20-30 δο­λά­ρια, τους μι­σθούς δη­λα­δή, ενός έτους στα αμε­ρι­κα­νι­κά ερ­γο­στά­σια της επο­χής;

Εν κα­τα­κλεί­δι, το πόσο δεν ήταν ο Αμε­ρι­κα­νι­κός Εμ­φύ­λιος, ένας πό­λε­μος ενά­ντια στη δου­λεία φαί­νε­ται και από όσα ακο­λού­θη­σαν την Πε­ρί­ο­δο της Ανα­συ­γκρό­τη­σης, από το 1865 έως το 1876. Μπο­ρεί οι μαύ­ροι τυ­πι­κά να «απε­λευ­θε­ρώ­θη­καν», αλλά το θε­σμι­κό, πο­λι­τι­κό, οι­κο­νο­μι­κό και νο­μι­κό οπλο­στά­σιο της δου­λεί­ας πα­ρέ­μει­νε σχε­δόν απα­ράλ­λα­χτο και ακέ­ραιο, στους Νό­μους του Τζίμι Κρόου, τις αυ­το­δι­κί­ες και τις δο­λο­φο­νί­ες του λιν­τσα­ρί­σμα­τος και την ίδρυ­ση της Κου-Κλουξ-Κλαν. Ας ση­μειω­θεί ότι μετά το τέλος του πο­λέ­μου, όλες οι πο­λι­τεί­ες της Συ­νο­μο­σπον­δί­ας είχαν πα­ρα­μεί­νει από δύο έως πέντε χρό­νια εκτός της τυ­πι­κής και θε­σμι­κής «επα­νέ­νω­σης» με την Ένωση και τις ΗΠΑ, με απο­τέ­λε­σμα να μην ισχύ­ει σχε­δόν που­θε­νά, κα­νέ­να ευ­ερ­γε­τι­κό και «χει­ρα­φε­τη­τι­κό» μέτρο υπέρ των εγ­χρώ­μων δού­λων ή απε­λεύ­θε­ρων.

Μια επα­νά­στα­ση «από τα πάνω», πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρο μια αστι­κή επα­νά­στα­ση με οι­κο­νο­μι­κούς κα­ταρ­χάς στό­χους με­τα­σχη­μα­τι­σμού και εξά­πλω­σης της βιο­μη­χα­νί­ας και της πρώ­ι­μης αγο­ράς στα μέσα του 19ου αιώνα, δεν εκ­πλη­ρώ­νει ούτε νο­μι­μο­ποιεί τα κοι­νω­νι­κά όνει­ρα και τις πο­λι­τι­κές προσ­δο­κί­ες των «από τα κάτω».

Ο Αμε­ρι­κα­νι­κός Εμ­φύ­λιος, ο πρώ­τος πραγ­μα­τι­κά σύγ­χρο­νος βιο­μη­χα­νι­κός πό­λε­μος των 620.000 νε­κρών, ο πιο αι­μα­τη­ρός στην αμε­ρι­κα­νι­κή ήπει­ρο, το απο­δει­κνύ­ει μέχρι και σή­με­ρα. Από τότε, οι Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί δεν κα­τά­φε­ραν να ανα­πνεύ­σουν πραγ­μα­τι­κή ελευ­θε­ρία στις ΗΠΑ. Από τότε, οι Αφρο­α­με­ρι­κα­νοί δεν κα­τόρ­θω­σαν να ανα­πνεύ­σουν πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη στις ΗΠΑ, ούτε και ερ­γα­σια­κή και μι­σθο­λο­γι­κή ισό­τη­τα.

Απλά σή­με­ρα, ξε­ση­κώ­νο­νται ορι­σμέ­νοι «των πάνω», ξανά και­ρο­σκο­πι­κά και ψη­φο­θη­ρι­κά, με το βλέμ­μα στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του Νο­έμ­βρη, μπρο­στά στις I can’t breath δια­μαρ­τυ­ρί­ες των «από τα κάτω».

//rproject.gr/

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος