Η σημασία της πολιτικής συμφωνίας κοινής δράσης μεταξύ ΔΕΑ, ΛΑΕ και Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων, του Παναγιώτη Καλαβάνου

Η σημασία της πολιτικής συμφωνίας κοινής δράσης μεταξύ ΔΕΑ, ΛΑΕ και Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων, του Παναγιώτη Καλαβάνου

  • |

Οι τελευταίοι μήνες, συμπυκνώνουν με χαρακτηριστικό τρόπο κοσμογονικές εξελίξεις για όλη την ανθρωπότητα. Με μια πανδημία που συντάραξε τα πάντα και δείχνει ότι τίποτε απ’ εδώ και πέρα δεν μπορεί αλλά και δεν πρέπει να παραμείνει ίδιο. Εντός της ριζοσπαστικής αριστεράς, η πολιτική συμφωνία κοινής δράσης μεταξύ Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων, ΛΑΕ και ΔΕΑ, δείχνει ότι ευτυχώς κάποια πρωτόλεια βήματα αλλαγής πραγματοποιούνται στο μεγάλο ζήτημα συγκέντρωσης δυνάμεων.
Η υγειονομική κρίση και η ταχύτατη εμφάνιση μιας νέας βαθιάς οικονομικής ύφεσης αναδεικνύουν τα μεγάλα αδιέξοδα του σύγχρονου καπιταλισμού. Το δίλημμα μεταξύ ανθρώπινης ζωής και οικονομικής ανάπτυξης, η έντονη αμφισβήτηση ιερών πυλώνων του κεφαλαίου, όπως ο νεοφιλελευθερισμός, η ιδιωτική πρωτοβουλία και η αυτορρύθμιση της αγοράς ορίζουν δυνατότητες και συγκεκριμένα καθήκοντα για τις δυνάμεις της αριστεράς και του εργατικού λαϊκού κινήματος. Τα γεγονότα των τελευταίων ημερών στις ΗΠΑ – τη χώρα με τα περισσότερα θύματα από τον κορωνοιό, – μετά την εν ψυχρώ δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικό, δείχνουν κρίσεις και εξεγέρσεις, συνιστούν μια καμπύλη που δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται στατικά.

Στην Ελλάδα η πρώτη φάση της πανδημίας κλείνει και εδώ και μέρες έχει ανοίξει μια νέα φάση όπου υγειονομικό και κοινωνικό ζήτημα συνυπάρχουν, με αβέβαια αποτελέσματα για το λαό και τους εργαζομένους. Η κυβέρνηση της ΝΔ, ο ΣΕΒ και η εγχώρια αστική τάξη, έδειξαν από νωρίς και τώρα ενισχύουν την τάση αξιοποίησης της κρίσης ως μια νέα ευκαιρία για την περαιτέρω επίθεση σε εργατικά και δημοκρατικά δικαιώματα. Πυρήνας της αστικής πολιτικής είναι, μια δεκαετία μετά την προηγούμενη συστημική κρίση, το βάρος της να μετακυλιστεί και πάλι στις πλάτες του λαού, των εργαζομένων και της νεολαίας. Για τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής, ασυμβίβαστης και κομμουνιστικής αριστεράς, για το λαό και το κίνημά του, το ερώτημα που αναζητά απάντηση είναι αν αυτή τη φορά μπορεί «να πάει αλλιώς», να πληρώσει το κεφάλαιο και όχι ο λαός, να αλλάξουν οι κοινωνικοπολιτικοί συσχετισμοί, να εμφανιστεί ένα μαζικό, ανεξάρτητο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα.

Η εμφάνιση της πανδημίας, σε διεθνές και σε εγχώριο επίπεδο, εμφανίστηκε εν μέσω μιας χειροτέρευσης του συσχετισμού για τις δυνάμεις της εργασίας. Στην Ελλάδα, ήδη μετά την περσινή τριπλή εκλογική μάχη και τα αποτελέσματά της, ένα νέο ΤΙΝΑ στεκόταν πάνω από οποιοδήποτε παράθυρο αμφισβήτησης της ισχύουσας τάξης πραγμάτων. Η Αριστερά, μουδιασμένη και κατακερματισμένη και το κίνημα σε ύφεση συνέθεταν ένα γκρίζο τοπίο, ενώ διεθνώς εμφανίζονταν τα πρώτα σημάδια μιας νέας ανόδου (Χιλή, Γαλλία κ.α.) που έδειχναν την ανάγκη για βαθιές τομές ανασυγκρότησης σε όλα τα επίπεδα, στην στρατηγική προγραμματική αναζήτηση, στη σφαίρα της πολιτικής και στο ταξικό μαζικό εργατικό και λαϊκό κίνημα.

Ο Συντονισμός Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων, καρπός αυτής της εποχής, από την πρώτη στιγμή επιχείρησε να αναμετρηθεί και με τα τρία αυτά επίπεδα: Για ένα σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα, για ένα εργατολαϊκό κοινωνικοπολιτικό μέτωπο και μια πολιτική ανατρεπτική αριστερή συμμαχία, για την ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Γνωρίζουμε ότι από αυτή την προοπτική απέχουμε πολύ. Ότι το πρώτιστο είναι να κατακτήσουμε ένα καινοτόμο στρατηγικό πρόγραμμα που θα αντλεί τα αναγκαία συμπεράσματα από τη δεκαετία που πέρασε και που θα ανιχνεύει τις καινούριες δυνατότητες που αναδεικνύονται από τις βαθιές και οξυνόμενες αντιθέσεις του καπιταλισμού. Γνωρίζουμε, επίσης, ότι η έλλειψη ενός τέτοιου προγράμματος (και της αντίστοιχης οργάνωσης) δυσκολεύει πολύ τη συγκέντρωση αριστερών δυνάμεων στην πολιτική και αγωνιστικών δυνάμεων στο μαζικό κίνημα.

Η πάλη για την κατάκτηση ενός τέτοιου προγράμματος, όμως, δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες πολιτικής και κινηματικής απραξίας. Κανένα στρατηγικό πρόγραμμα δεν κατακτήθηκε σε θεωρητικό θερμοκήπιο. Και αυτή η μάχιμη κατεύθυνση για βήματα στην πολιτική και κινηματική σφαίρα, παράλληλα με τα βήματα στη στρατηγική σφαίρα, δεν έχει σχέση με μια απλή «επανασυγκόλληση» δυνάμεων με «άλλη γεωμετρία» ή με ένα πολιτικό «παιγνίδι stratego». Οι απόψεις αυτές δείχνουν να μην παίρνουν υπόψη τους ούτε τις νέες συνθήκες, ούτε τις αναδιατάξεις που έχουν συντελεσθεί μεταξύ και στο εσωτερικό των δυνάμεων της ανυπότακτης Αριστεράς.

Η προσπάθεια για την κατάκτηση ενός σύγχρονου επαναστατικού κομμουνιστικού προγράμματος συνδυάζονται με την ανάγκη να αναπτυχθούν έστω πρωτόλεια οι μαζικές αντιστάσεις στο εργατικό και λαϊκό κίνημα σε μια περίοδο που ο καπιταλισμός και ιμπεριαλισμός επιχειρούν να μην αφήσουν τίποτα όρθιο, που εργατικά και δημοκρατικά δικαιώματα, ακόμα και η ίδια η ανθρώπινη ζωή θυσιάζονται στον βωμό του κέρδους των λίγων ολιγαρχών. Διαφορετικά δεν θα έχουν χώρο «να αναπνεύσουν».

Σε μια περίοδο, μάλιστα, όπου η στάση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ που λειτουργούν ανοιχτά πλέον ως τροχοπέδη του εργατικού λαικού κινήματος, φανερώνουν ακόμα περισσότερο την ανάγκη ενωτικής πάλης και συγκέντρωσης δυνάμεων απέναντι στο νέο τοπίο περαιτέρω ελαστικοποίησης των σχέσεων εργασίας και αύξησης της ανεργίας (πρόγραμμα «Συν-εργασία ).

Αλλά και σε μια περίοδο όπου η συμπολιτευόμενη αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ και η άνευ αμφισβήτησης της ΕΕ πολιτική του ΜΕΡΑ 25 διεκδικούν να παγιδεύσουν το λαό και πάλι σε μια αστική πολιτική με δήθεν αντινεοφιλελεύθερο πρόσημο.

Οι νέες συνθήκες απαιτούν να υπερβούμε τον πολιτικό ναρκισσισμό της «ομάδας» μας, να υπερβούμε την ατομική «παντογνωσία» και με όσο βαθύτερη αυτοκριτική να ανοίξουμε δρόμους. Αλλά και να αποφύγουμε το δρόμο του κριτή σε «εξετάσεις αυτοκριτικής» των άλλων ως προϋπόθεση για ένα έστω και μικρό, πραγματικό βήμα.

Οι συνθήκες αυτές επιβάλουν τη συγκέντρωση δυνάμεων και στο επίπεδο της πολιτικής σφαίρας και στο επίπεδο του μαζικού κινήματος. Ο πολυκερματισμός των δυνάμεων της Αριστεράς συμβάλει στο να γείρει η πλάστιγγα προς την πλευρά των δυσκολιών και όχι των δυνατοτήτων. Σε μια περίοδο που παρότι η αστική πολιτική εμφανίζεται διασπασμένη, ο αντίπαλος συγκεντρώνει δυνάμεις, οι δυνάμεις του δικού μας στρατοπέδου δεν πρέπει να χτυπούν χωριστά.

Και εδώ, το κύριο είναι η κοινή πάλη στο εργατικό, λαϊκό και νεανικό κίνημα. Έτσι ώστε να υπερβεί τη μεταπήδηση της γραφειοκρατίας της ΓΣΕΕ στο στρατόπεδο του «Ναι» και της «Κοινωνικής Συμμαχίας» με την εργοδοσία, να υπερβεί την αρνητική αλλαγή συσχετισμών στην ΑΔΕΔΥ και σε άλλες ομοσπονδίες που έπαιξαν έναν πιο ενεργητικό ρόλο στα προηγούμενα χρόνιας.

Το κύριο είναι να συγκεντρώνονται δυνάμεις στη σφαίρα της πολιτικής με μια κατεύθυνση που θα προσδίδει το αναγκαίο «να πάει αλλιώς» στο «δεν πάει άλλο» που θα δυναμώσει ξανά μπροστά στη νέα επίθεση. Ώστε να δίνεται προωθητική πνοή στην ενωτική και μαζική αντίσταση.

Σε αυτή την κατεύθυνση απαιτούνται τακτικές πολιτικές συμφωνίες σε διάφορα επίπεδα μεταξύ επαναστατών και μαχόμενων μεταρρυθμιστών της Αριστεράς, με την προϋπόθεση της αυτοτέλειας του καθενός. Στη βάση αυτήν, απαιτούνται συμφωνίες κοινής δράσης που θα δεσμεύουν δημόσια τους συνυπογράφοντες, που θα κρίνονται ανοιχτά από το μαχόμενο μαζικό κίνημα και τους αγωνιστές για την αξιοπιστία του καθενός σε όσα συμφωνούν και όχι, όπως μέχρι τώρα, όπου στα διάφορα «μέτωπα» ο καθένας έκανε ό,τι ήθελε χωρίς να δίνει κανέναν λογαριασμό.

Οι έκτακτες συνθήκες πανδημίας έδειξαν την ανάγκη και τη δυνατότητα να κάνουμε πολιτική αλλιώς, κόντρα στον σεχταρισμό και οπορτουνισμό του παρελθόντος. Οι ενωτικές κινήσεις και η κοινή δράση ΠΑΜΕ – Παρεμβάσεων – ΜΕΤΑ και άλλων, που στήριξε και η Πανελλαδική Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση, στο υγειονομικό κίνημα στις 7 Απρίλη και στο κίνημα των εκπαιδευτικών μπροστά στο Νομοσχέδιο – έκτρωμα για την Παιδεία, δείχνουν το δρόμο και συνιστούν πολύτιμες παρακαταθήκες για τη συνέχεια και την σκληρή ταξική αναμέτρηση που ακολουθεί.

Αλλά και η κοινή δράση σε διαδικτυακές πλατφόρμες, όπως αυτή μεταξύ Κομμουνιστικού Συντονισμού – ΛΑΕ – ΔΕΑ – «Συνάντησης» και ανένταχτων αγωνιστών στο #κανένας μόνος/καμία μόνη antivirus solidarity, στο επιμέρους αλλά κρίσιμο μέτωπο της αντι-πληροφόρησης, έδειξε τις δυνατότητες με την πρωτότυπη και δημιουργική δουλειά που επιβραβεύτηκε με τους πάνω από 30.000 «ακόλουθους». Δεν πρέπει να ακυρωθεί αυτό το ελπιδοφόρο εγχείρημα από τις διαφορετικές πολιτικές οπτικές του καθενός. Αντίθετα, μπορεί να συνεχιστεί στις νέες συνθήκες της οικονομικής κρίσης δυναμώνοντας τη διαδικτυακή παρέμβαση, χωρίς να υποκαθιστά τα πολιτικά μέτωπα ή το μαζικό κίνημα. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να επιτελέσει σπουδαίο έργο. Οι πολιτικές οπτικές μπορεί και πρέπει να διοχετευθούν στο πολιτικό πεδίο, κρατώντας την καμπάνια στο επίπεδο της μαζικής αριστερής αντι-πληροφόρησης.

Την οπτική της κοινής δράσης, με το δικό της, ανολοκλήρωτο τρόπο, έδειχνε και η «Πρωτοβουλία των 4» (Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, ΔΕΑ, Συνάντηση), μετά τις πολλαπλές εκλογές του 2019, αλλά και προηγούμενα, πολλά μετωπικά σχήματα σε Δήμους και Περιφέρειες.

Όλες αυτές οι τάσεις και προσπάθειες και πρώτα από όλα στο μαζικό κίνημα, χρειάζονται ανώτερες τακτικές πολιτικές συμφωνίες μεταξύ των αριστερών, ριζοσπαστικών, ανυπότακτων, αντικαπιταλιστικών και αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, για να κάνουν ένα μεγαλύτερο βήμα. Για παράδειγμα, η κοινή δράση στους υγειονομικούς ή στην εκπαίδευση, ενώ έδειξε τις δυνατότητες, καθηλώνεται στη μερικότητα και στο συγκυριακό, τελικά σε μια αναποτελεσματική άμυνα, λόγω της άρνησης εκ μέρους του ΚΚΕ, αλλά και –με άλλο τρόπο- της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να προχωρούν σε τακτικές πολιτικές συμφωνίες «από τα πάνω» για να ανέβει πιο πάνω το μαζικό συνδικαλιστικό κίνημα σε στόχους, οργάνωση και ενότητα.

Από την άλλη, κατά κανόνα, πολλές συμφωνίες στο παρελθόν, είχαν σαν μοναδικό (και συνήθως κρυφό) στόχο μια κάποια εκλογική κάθοδο καταγραφής. Οι εκλογές έχουν τη σημασία τους και δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με ένα μείγμα κοινοβουλευτικού ή αντικοινοβουλευτικού «κρετινισμού», που τελικά καθηλώνει και στο μαζικό κίνημα και στις εκλογές. Αλλά, κάθε πράγμα στην ώρα του –και οι εκλογικές συνεργασίες στην ώρα τους.

Στα παραπάνω ή τουλάχιστον σε σημαντικές πλευρές τους, επιχείρησε να ανταποκριθεί ο Κομμουνιστικός Συντονισμός. Από τον περασμένο Φλεβάρη έθεσε σε δυνάμεις της ριζοσπαστικής και ασυμβίβαστης Αριστεράς, μέσω διμερών επαφών, την ανάγκη επικοινωνίας προς την προαναφερθείσα κατεύθυνση. Και εν μέσω πανδημίας, βλέποντας τις ανάγκες και δυνατότητες που δημιουργούνταν, πρότεινε ένα πλαίσιο πάλης εντός αυτών των έκτακτων συνθηκών για μια πολιτική συμφωνία κοινής δράσης αρχών και δεσμεύσεων. Για την υπεράσπιση και διεύρυνση του δημόσιου χαρακτήρα της υγείας, των εργασιακών και δημοκρατικών δικαιωμάτων, σε κατεύθυνση απειθαρχίας και εξόδου από την ΕΕ και το χρέος. Για να αναπνεύσουμε απέναντι στους ελέγχους, την καταστολή και τις κάθε είδους διακρίσεις, για να πληρώσουν αυτή την κρίση εκείνοι που τη δημιούργησαν και όχι πάλι ο λαός, η νεολαία και οι εργαζόμενοι.

Η πρόταση αυτή απευθυνόταν στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στη ΛΑΕ, στο ΚΚΕ (μ-λ), στη ΔΕΑ και στην Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική Διεθνιστική Αριστερά. Όχι γιατί ήθελε να αποκλείσει άλλες δυνάμεις. Αλλά γιατί αυτές οι δυνάμεις έθεταν το ζήτημα της κοινής δράσης στις διακηρύξεις τους και διότι μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα για μια ευρύτερη συσπείρωση δυνάμεων.

Το ΚΚΕ (μ-λ) με ειλικρίνεια απάντησε ότι θεωρεί αναβαθμισμένο ένα τέτοιο πλαίσιο δηλώνοντας ότι θα εξακολουθήσει την επαφή και επικοινωνία για από κοινού δράση σε επιμέρους ζητήματα. Δεν συμφωνούμε, αλλά σεβόμαστε την ειλικρινή αυτή τοποθέτηση. Ιδιαίτερα αρνητική ήταν η στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η οποία σε δύο επιστολές που εστάλησαν στην Κεντρική Συντονιστική Επιτροπή της (στις 2 και 6 Απριλίου), επέλεξε να μην απαντήσει καν στην πρόταση του Κομμουνιστικού Συντονισμού. Την ίδια στάση επέλεξε και το ΚΚΕ στο οποίο ο Συντονισμός απευθύνθηκε για διμερή επαφή.

Η πολιτική συμφωνία κοινής δράσης υπογράφεται τελικά από τη ΔΕΑ, τον Κομμουνιστικό Συντονισμό (Αναμέτρηση, ΑΡΑΝ, Εργατικός Αγώνας, Σύλλογος Κορδάτος, Σύγχρονο Κομμουνιστικό Σχέδιο, ανένταχτοι) και τη ΛΑΕ (Αριστερό Ρεύμα, ΑΡΑΣ, ανένταχτοι).

Η Συνάντηση για μια Αντικαπιταλιστική και Διεθνιστική Αριστερά δεν συνυπέγραψε, αλλά δήλωσε ότι θα παρακολουθεί το εγχείρημα. Ωστόσο, είναι θετικό ότι ανταποκρίθηκε στο διάλογο και αφήνει ανοιχτό το μέλλον. Ελπίζουμε να ανταποκριθεί θετικά, αφού στόχος σε κάθε περίπτωση είναι η διεύρυνση αυτής της προσπάθειας και από άλλες δυνάμεις που επιθυμούν να συμβάλουν

Η συμφωνία αυτή επιχειρεί να συμβάλει στο μεγάλο ζήτημα αναδιάταξης της κατάστασης και αντιστροφής της αρνητικής σε όλα τα επίπεδα πορείας των πραγμάτων, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις. Ερωτηματικά δημιουργεί το σχόλιο σε άρθρο της ΕΦΣΥΝ, όπου η συντάκτρια αυθαίρετα αναφέρει ότι το πρόγραμμα της πολιτικής συμφωνίας είναι σχεδόν προεκλογικό, χρεώνοντάς το μάλιστα στις ίδιες τις δυνάμεις που την συναπαρτίζουν, ενώ κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από κανένα σημείο της ανακοίνωσης. Γνωρίζομε άλλωστε καλά, πόσο έχουν ταλαιπωρηθεί και κατασυκοφαντηθεί αντίστοιχες προσπάθειες μετωπικής πολιτικής των δυνάμεων της ριζοσπαστικής αριστεράς είτε ιεραρχώντας το ζήτημα των εκλογών είτε υποτιμώντας το αλλά καταλήγοντας να αποτελούν απλές, άνευρες συγκολλήσεις και εκλογικές φανέλες. Σίγουρα μια τέτοια προσπάθεια δεν είναι επαρκής στις απαιτήσεις της εποχής, αλλά αποτελεί ένα μικρό πρώτο βήμα μπροστά στις δυσκολίες και τις προκλήσεις της περιόδου, που επιχειρεί να συμβάλει στην αντιστροφή του κατακερματισμού στο μαζικό κίνημα και στον αναγκαίο διάλογο για τα μεγάλα στρατηγικά ζητήματα της εποχής μας. Θα κριθεί, πρώτα από όλα στα πεδία του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και του λαϊκού κινήματος στις γειτονιές.

Η συγκροτηθείσα πολιτική συμφωνία κοινής δράσης, δεν κλείνει την πόρτα στα μεγάλα ερωτήματα και καθήκοντα της εποχής. Η ανάγκη προγραμματικής στρατηγικής αναζήτησης μιας σύγχρονης κομμουνιστικής προοπτικής, ενός κοινωνικοπολιτικού μετώπου αντικαπιταλιστικού και αντιιμπεριαλιστικού χαρακτήρα και κυρίως της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού λαϊκού κινήματος συνιστούν την πυξίδα, βάσει της οποίας πρέπει να κινούμαστε.

Ο Παναγιώτης Καλαβάνος είναι μέλος Συντονιστικού Συντονισμού Διαλόγου και Δράσης Κομμουνιστικών Δυνάμεων.

kommon.gr