Θερινές, παράξενες, κοβιντιανές μέρες

Θερινές, παράξενες, κοβιντιανές μέρες

  • |

Eπίσκεψη, μετά από μήνες, σε μεγάλη και ωραία αμμώδη παραλία, στον πελοποννησιακό Κορινθιακό, εκεί που άλλοτε δεν έβρισκες καρέκλα να καθίσεις. Εκεί λοιπόν, που άλλοτε λούονταν και έπιναν και δροσίζονταν στη σκιά αρμυρικιών ή και ψάθινων τεντών, εκεί τώρα ερημία, σαν νεκρική γαλήνη. Ησαν κάποια καταστήματα ανοιχτά, αλλά τι τα θες, με το ζόρι μπορέσαμε να πιούμε μια μπίρα. Ηταν και καθημερινή, ήταν και λίγο μουντός ο καιρός και ίσως αυτά να εξηγούν την έλλειψη λουομένων και παραθεριστών. Αλλά δεν έφταιγαν αυτά, μας πληροφόρησαν οι ιδιοκτήτες και ένας-δυο που έπαιρναν το απεριτίφ τους. Ο κόσμος έχει πανικοβληθεί, δεν τολμάει να βγει στις παραλίες, φοβάται μην τυχόν αγγίξει κάποιον με τον ιό.

Γιώργος Σταματόπουλος

Εγινε βέβαια και εκεί ένας μικρός συνωστισμός τις πρώτες μέρες τού «φτου ξελευτερία», γρήγορα όμως μαζεύτηκαν και πάλι στο καβούκι τους, στην «ασφάλειά» τους. Και τώρα τι θα απογίνουμε χωρίς τουρίστες, χωρίς καν τους ντόπιους που τόσο αγαπάνε, είναι αλήθεια, την παραλία τους; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει. Αυτό που ίσως προσμένουν οι περισσότεροι είναι να σφίξουν οι ζέστες – και τότε, τι θα κάνει ο κόσμος, θα τρέξει προς τα κύματα να δροσιστεί. «Πολύ άσχημα τα πράγματα», έλεγαν και ξανάλεγαν, μονολογούσαν οι καημένοι, οι ιδιοκτήτες των παραλιακών μαγαζιών, όμορφων πραγματικά, με ωραία αμμουδιά και σε μεγάλη έκταση.

Θερινές κοβιντιανές μέρες – μια απορία και μια αμηχανία στα βλέμματα και στην ομιλία [ποια ομιλία, κάτι ψελλίσματα μόνο ακούγονται] όλων, γηγενών και επήλυδων. Αδυνατούν να αρθρώσουν έναν καλό εξηγητικό λόγο γιατί συμβαίνει αυτό στις μέρες μας, στην κορύφωση του υλικού πολιτισμού, των επιστημονικών μεθόδων και εργαλείων που διαθέτει, ώστε να αντιμετωπίζονται ευκολότερα οι ασθένειες. Τούτο δεν είναι ασθένεια, είναι θεϊκή κατάρα, έχουν αρχίσει και λένε πολλοί – και το πιστεύουν κατά βάθος. Και τι έχουμε να ακούσουμε, και μάλιστα ακόμη και σε επέλαση καύσωνα. Είναι και που πολλοί συνήθισαν να εργάζονται από το σπίτι – κάνουν και οικονομίες, αφού δεν βγαίνουν έξω, χωρίς βέβαια να προβληματίζονται για το εάν έτσι διαμορφώνεται ένα καινούργιο μέλλον, με τους εργοδότες να πράττουν [να απολύουν] ανά πάσα ώρα και στιγμή χωρίς φυσικά να δίνουν λογαριασμό σε κανέναν.

«Ο θαυμαστός καινούργιος κόσμος, λοιπόν, είναι εδώ;» ρωτάμε αφελώς και παύουν να μας δίνουν την προσοχή που η παρουσία μας τούς προκάλεσε αρχικά· ήμασταν οι μόνοι «ξένοι» πελάτες μες στην «απεραντοσύνη» της παραλιακής, κορινθιακής ζώνης. Ο καθένας στον πόνο του, με το δίκιο του. Κλειδωμένες οι θύρες του εγγύς μέλλοντος και δυσεύρετα τα κλειδιά, άσε που αυτά τα κλειδιά οφείλουν να είναι κοινωνικά [πολιτικά] και όχι πολιτειακά [αρχίζει να υποψιάζεται κανείς ή και να είναι βέβαιος ότι αυτά τα κλειδιά τα κρύβει η ίδια η Πολιτεία, γιατί έτσι ελέγχει με άνεση ποιος θα μπει ή δεν θα μπει στο μέλλον]. Αυτό, δε, δεν αφορά μόνο τους νέους αλλά και πολλούς που βρίσκονται σε ώριμη ηλικία – αν χαθούν οι θέσεις εργασίας πώς να ξαναβρεθούν; Κακά άρχισαν οι θερινές μέρες. Και ακόμη δεν έχουμε δει τίποτα, να φανταστεί κανείς, εάν μπορεί, φυσικά.

efsyn.gr/