Από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στους Μαύρους Πάνθηρες

Από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ στους Μαύρους Πάνθηρες

  • |

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 10 του περιοδικού “Κόκκινο” (καλοκαίρι 2018), στα πλαίσια αφιερώματος στο διεθνές “1968”. Γίνεται σήμερα ιδιαίτερο επίκαιρο στις συζητήσεις γύρω από την εξέγερση ενάντια στο ρατσισμό και την αστυνομική βία στις ΗΠΑ, που ρίχνει διαφορετικό “φως” στην κατακλείδα του άρθρου.

Αν κα­νείς κα­λού­ταν τη δε­κα­ε­τία του ’50 να προ­βλέ­ψει τη χώρα από την οποία θα ξε­κι­νού­σε το επό­με­νο με­γά­λο κύμα ρι­ζο­σπα­στι­κής αμ­φι­σβή­τη­σης του κα­πι­τα­λι­σμού διε­θνώς, οι ΗΠΑ μάλ­λον θα βρί­σκο­νταν στις τε­λευ­ταί­ες του επι­λο­γές.

Πάνος Πέτρου

Η χώρα γνώ­ρι­ζε την εκρη­κτι­κή οι­κο­νο­μι­κή ανά­πτυ­ξη της με­τα­πο­λε­μι­κής πε­ριό­δου και βρι­σκό­ταν στο κέ­ντρο των «χρυ­σών δε­κα­ε­τιών» του κα­πι­τα­λι­σμού. Ένα πολύ σο­βα­ρό τμήμα του πλη­θυ­σμού είτε έβλε­πε όντως το βιο­τι­κό του επί­πε­δο να βελ­τιώ­νε­ται, είτε είχε την ελ­πί­δα ότι αυτό θα βελ­τιω­θεί. Ήταν η εποχή του American Dream. Και αυτή η κα­τά­στα­ση έδει­χνε μό­νι­μη: Η τα­ρα­χώ­δης (οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά) δε­κα­ε­τία του ’30 έμοια­ζε ένα μα­κρι­νό πα­ρελ­θόν το οποίο δεν θα επέ­στρε­φε ποτέ. Ήταν η εποχή μιας «με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κής αι­σιο­δο­ξί­ας» κατά την οποία αν­θού­σαν ιδέες που ισχυ­ρί­ζο­νταν ότι ο κα­πι­τα­λι­σμός ήταν τε­λι­κά σε θέση να λύσει τις αντι­φά­σεις του (κάτι το οποίο πα­ρή­γα­γε και το αντί­στρο­φο απο­τέ­λε­σμα μιας «επα­να­στα­τι­κής απαι­σιο­δο­ξί­ας», που θε­ω­ρού­σε ότι η ερ­γα­τι­κή επα­νά­στα­ση στον δυ­τι­κό κόσμο ήταν πλέον ανέ­φι­κτη).

Κοι­νω­νι­κά, ήταν μια χώρα βαθιά συ­ντη­ρη­τι­κή. Στις δια­φη­μι­στι­κές αφί­σες, στην τη­λε­ό­ρα­ση της επο­χής κυ­ριαρ­χού­σε η γνώ­ρι­μη ει­κό­να της χα­μο­γε­λα­στής απα­στρά­πτου­σας από ευ­τυ­χία και κα­λο­σύ­νη νοι­κο­κυ­ράς, που πε­ρι­μέ­νει με την ποδιά της κι ένα ζεστό πιάτο φαΐ στο όμορ­φο σπίτι στα προ­ά­στια τον κα­λο­ντυ­μέ­νο σύ­ζυ­γο να γυ­ρί­σει επί­σης χα­ρού­με­νος από την κα­λο­πλη­ρω­μέ­νη δου­λειά και να χαι­ρε­τί­σει τα ρο­δο­μά­γου­λα, κα­τά­ξαν­θα, σχε­δόν βγαλ­μέ­να από αφί­σες του Τρί­του Ράιχ παι­διά τους.

Ο κοι­νω­νι­κός συ­ντη­ρη­τι­σμός ήταν το «επί­στρω­μα» του πο­λι­τι­κού συ­ντη­ρη­τι­σμού. Είναι η εποχή του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου. Οι ΗΠΑ έχουν πε­ρά­σει από τη λαί­λα­πα του μα­καρ­θι­σμού, ένα ασύλ­λη­πτο κυ­νή­γι μα­γισ­σών που μπό­ρε­σε να εξου­δε­τε­ρώ­σει κάθε ρι­ζο­σπα­στι­κή φωνή στις ΗΠΑ. Όποιος επέ­κρι­νε την κυ­βέρ­νη­ση, όποιος δια­δή­λω­νε, όποιος δια­τύ­πω­νε την οποια­δή­πο­τε αρι­στε­ρή-προ­ο­δευ­τι­κή άποψη (για τον πό­λε­μο, για το ρα­τσι­σμό, για τη φτώ­χεια κλπ) χα­ρα­κτη­ρι­ζό­ταν αμέ­σως «συ­νο­δοι­πό­ρος των κο­μου­νι­στών» και «άν­θρω­πος της Μό­σχας». Μαύ­ρες λί­στες, απο­λύ­σεις, διώ­ξεις, εκ­κα­θα­ρί­σεις μέσα στο ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα και τις κοι­νω­νι­κές ορ­γα­νώ­σεις είχαν επι­βά­λει σιω­πη­τή­ριο.

Εκτός από την «κα­τα­σταλ­τι­κή» της πλευ­ρά, η ιδε­ο­λο­γία του Ψυ­χρού Πο­λέ­μου είχε και την «ηγε­μο­νι­κή» της. Η ει­κό­να που φι­λο­τε­χνού­σε η αμε­ρι­κα­νι­κή άρ­χου­σα τάξη για τον εαυτό της ήταν αυτή της «σπου­δαιό­τε­ρης δη­μο­κρα­τί­ας στον πλα­νή­τη», της ηγέ­τι­δας δύ­να­μης του «ελεύ­θε­ρου κό­σμου». Με τις δάφ­νες του «καλού πο­λέ­μου» ενά­ντια στη Γερ­μα­νία του Χί­τλερ ακόμα φρέ­σκες, το «αντιο­λο­κλη­ρω­τι­κό επι­χεί­ρη­μα», που πλέον στρε­φό­ταν ενά­ντια στον κο­μου­νι­σμό, μπο­ρού­σε να πεί­σει ευ­ρύ­τε­ρα. Πόσο μάλ­λον όταν το προ­ω­θού­σε μια προ­πα­γαν­δι­στι­κή μη­χα­νή που σή­με­ρα μπο­ρεί να μας φαί­νε­ται γκρο­τέ­σκα στην αι­σθη­τι­κή και την επι­χει­ρη­μα­το­λο­γία της, αλλά η ισχύς, η με­θο­δι­κό­τη­τα και η επιρ­ροή της κάνει τους ση­με­ρι­νούς υπο­στη­ρι­κτές της θε­ω­ρί­ας «των δύο άκρων» να μοιά­ζουν μέλη αθώας φι­λο­λο­γι­κής λέ­σχης προ­βλη­μα­τι­σμού. Φυ­σι­κά η ίδια η σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα στην ΕΣΣΔ διευ­κό­λυ­νε το έργο των θινκ τανκς, που πά­σχι­ζαν να απο­δεί­ξουν ότι «οι Κόκ­κι­νοι» είναι η με­γα­λύ­τε­ρη απει­λή για τις δη­μο­κρα­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες.

Στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο, επι­βί­ω­νε ακόμα η ρα­τσι­στι­κή νο­μο­θε­σία που προ­έ­κυ­ψε μετά τον Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο (γνω­στή με το όνομα Τζιμ Κρόου), όταν μετά από μια τα­ρα­χώ­δη πε­ρί­ο­δο όπου το στοί­χη­μα της πραγ­μα­τι­κής κοι­νω­νι­κής δι­καιο­σύ­νης για τους πρώην σκλά­βους μαύ­ρους ήταν ανοι­χτό, οι νι­κη­τές κα­πι­τα­λι­στές του Βορρά ήρθαν σε συ­νεν­νό­η­ση με τους ητ­τη­μέ­νους πρώην δου­λο­κτή­τες του Νότου –σε βάρος των φτω­χών μαύ­ρων. Οι ρα­τσι­στι­κές δια­κρί­σεις δεν ήταν απλά νο­μο­θε­τη­μέ­νες: Θε­ω­ρού­νταν «ακλό­νη­τες» και αντι­με­τω­πί­ζο­νταν ως «η φυ­σι­κή τάξη πραγ­μά­των».

Πίσω από αυτή τη «βι­τρί­να» και κάτω από αυτό το «βράχο», εμ­φα­νί­ζο­νταν δει­λά-δει­λά κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις που δυ­σφο­ρού­σαν. Στην αμε­ρι­κα­νι­κή νε­ο­λαία ανα­πτυσ­σό­ταν μια κουλ­τού­ρα αμ­φι­σβή­τη­σης του συ­ντη­ρη­τι­σμού κι απο­στρο­φής απέ­να­ντι στο Αμε­ρι­κα­νι­κό Όνει­ρο –που τα επό­με­να χρό­νια θα της έδι­ναν «φωνή» και «ήχο» άν­θρω­ποι όπως ο Μπομπ Ντί­λαν και η Τζόαν Μπαέζ, ή ο Τζίμι Χέ­ντριξ. Κά­ποιοι από αυ­τούς τους νέους θα πή­γαι­ναν πέρα από τη γε­νι­κή κουλ­τού­ρα «φυγής» ή αμ­φι­σβή­τη­σης του «συ­ντη­ρη­τι­σμού», θα ανα­κά­λυ­πταν ότι «η με­γα­λύ­τε­ρη δη­μο­κρα­τία του πλα­νή­τη» δεν είναι και τόσο δη­μο­κρα­τι­κή, ότι οι φι­λε­λεύ­θε­ρες ιδέες, που δι­δά­σκο­νταν στα πα­νε­πι­στή­μιά τους, δεν είχαν αντα­νά­κλα­ση στην κοι­νω­νία γύρω τους και θα έμπαι­ναν στον αγώνα για να την αλ­λά­ξουν.

Αυτή η αντί­φα­ση όμως –με­τα­ξύ ει­κό­νας και πραγ­μα­τι­κό­τη­τας– θα δε­χό­ταν την πιο ισχυ­ρή αμ­φι­σβή­τη­ση εκεί όπου ήταν πιο βά­ναυ­ση και εκρη­κτι­κή: στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο. Εκεί, το «αντι-ολο­κλη­ρω­τι­κό επι­χεί­ρη­μα» μετά την «αντι­φα­σι­στι­κή νίκη» δεν είχε κα­νέ­ναν αντί­κτυ­πο στον μαύρο πλη­θυ­σμό. Τα πράγ­μα­τα λει­τούρ­γη­σαν αντί­θε­τα. Στον «Καλό Πό­λε­μο» συμ­με­τεί­χαν πολ­λοί μαύ­ροι στρα­τιώ­τες, που πί­στευαν ότι πο­λε­μούν ενά­ντια στην ιδέα της λευ­κής ανω­τε­ρό­τη­τας και του φυ­λε­τι­σμού. Και γύ­ρι­σαν στα σπί­τια τους στην Αλα­μπά­μα και τον Μι­σι­σί­πη για να δουν ότι, στην ίδια τους τη χώρα, η λευκή ανω­τε­ρό­τη­τα και ο φυ­λε­τι­σμός πα­ρα­μέ­νουν ακλό­νη­τα. Στις τά­ξεις του μαύ­ρου πλη­θυ­σμού άρ­χι­ζε να γί­νε­ται δη­μο­φι­λής η ιδέα ότι, αφού γκρε­μί­στη­κε η Γερ­μα­νία του Χί­τλερ, τώρα ήρθε η ώρα να γκρε­μι­στεί ο Τζιμ Κρόου στις Πο­λι­τεί­ες του Νότου.

Το αμε­ρι­κα­νι­κό «έτος 1968» υπήρ­ξε η στιγ­μή που οι διά­φο­ρες «αμ­φι­σβη­τή­σεις», οι διά­φο­ρες κοι­νω­νι­κές δυ­νά­μεις και τα κι­νή­μα­τα που έχτι­ζαν τη δε­κα­ε­τία του ’60, συ­να­ντή­θη­καν και η συ­νά­ντη­σή τους προ­κά­λε­σε μια κοι­νω­νι­κή έκρη­ξη ρι­ζο­σπα­στι­σμού. Το Βιετ­νάμ και ο «πό­λε­μος κατά του πο­λέ­μου» ήταν ο ένας με­γά­λος πυ­λώ­νας του αμε­ρι­κα­νι­κού 1968 (βλ. δι­πλα­νές σε­λί­δες). Αλλά σε αυτή τη δια­δι­κα­σία, υπήρ­ξε κα­τα­λυ­τι­κός ο ρόλος του κι­νή­μα­τος των μαύ­ρων, στον οποίο είναι αφιε­ρω­μέ­νο το άρθρο που ακο­λου­θεί.

Η τρο­χιο­δει­κτι­κή βολή…

Όλα ξε­κί­νη­σαν στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο. Βρι­σκό­μα­στε ακόμα στο 1955, στο Μο­ντ­γκό­με­ρι, όταν η Ρόζα Παρκς αρ­νεί­ται να πα­ρα­χω­ρή­σει τη θέση της στο λε­ω­φο­ρείο σε λευκό επι­βά­τη (ο οποί­ος βάση νόμου δι­καιού­ταν να κα­θί­σει μπρο­στά, ενώ οι μαύ­ροι υπο­χρε­ού­νταν να κά­θο­νται πίσω). Αυτή η ατο­μι­κή πράξη αντί­στα­σης βρήκε εύ­φο­ρο έδα­φος και οδή­γη­σε στο ιστο­ρι­κό μποϊ­κο­τάζ των λε­ω­φο­ρεί­ων του Μο­ντ­γκό­με­ρι, που κρά­τη­σε 385 μέρες και οδή­γη­σε στην άρση των φυ­λε­τι­κών δια­χω­ρι­σμών στα λε­ω­φο­ρεία το 1957. Ήταν η πρώτη νίκη του μαύ­ρου πλη­θυ­σμού και κυ­ρί­ως η πρώτη που επι­τεύ­χθη­κε μέσα από τη δική του κι­νη­το­ποί­η­ση. Μια δι­κα­στι­κή από­φα­ση του 1954 κατά του δια­χω­ρι­σμού λευ­κών-μαύ­ρων στα σχο­λεία είχε μεί­νει στα χαρ­τιά. Ο αγώ­νας στο Μο­ντ­γκό­με­ρι ήταν το πρώτο δείγ­μα της μα­ζι­κής θέ­λη­σης των μαύ­ρων να αγω­νι­στούν οι ίδιοι ενερ­γά ενά­ντια στη ρα­τσι­στι­κή νο­μο­θε­σία. Ήταν ένας αγώ­νας που θε­ω­ρεί­ται πρό­δρο­μος αυτού που στη συ­νέ­χεια θα γι­νό­ταν γνω­στός ως Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα. Ήταν ένας αγώ­νας στον οποίο έπαι­ξε ηγε­τι­κό ρόλο (με τί­μη­μα την πυρ­πό­λη­ση του σπι­τιού του) και με τον οποίο κέρ­δι­σε με­γά­λο σε­βα­σμό ένας νε­α­ρός μαύ­ρος ιε­ρέ­ας από την Ατλά­ντα, με το όνομα Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ.

Το Μο­ντ­γκό­με­ρι ήταν μια τρο­χιο­δει­κτι­κή βολή. Τα επό­με­να χρό­νια οι προ­σπά­θειες των μαύ­ρων, με­μο­νω­μέ­να, να κα­ταρ­γή­σουν τους δια­χω­ρι­σμούς στην πράξη συ­νά­ντη­σαν την αντί­δρα­ση των λευ­κών του Νότου. Ανα­συ­γκρο­τη­μέ­νες συμ­μο­ρί­ες της Κου Κλουξ Κλαν και Συμ­βού­λια Λευ­κών Κα­τοί­κων πραγ­μα­το­ποιού­σαν επι­θέ­σεις σε μαύ­ρους και κι­νη­το­ποιού­σαν τον λευκό πλη­θυ­σμό υπέρ της ρα­τσι­στι­κής νο­μο­θε­σί­ας των Νό­τιων Πο­λι­τειών.

Το Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα

Η εποχή της μα­ζι­κής άμε­σης δρά­σης των μαύ­ρων θα ξε­κι­νού­σε το 1960. Την 1η Φλε­βά­ρη, σε μια κα­φε­τέ­ρια στο Γκρίν­σμπο­ρο, 4 μαύ­ροι φοι­τη­τές αρ­νού­νται να φύ­γουν από τις θέ­σεις τους, όταν το κα­τά­στη­μα τους ενη­με­ρώ­νει ότι εξυ­πη­ρε­τεί μόνο λευ­κούς, και πα­ρα­μέ­νουν σε αυτές μέχρι να κλεί­σει. Βά­ζουν σε κί­νη­ση μια χιο­νο­στοι­βά­δα. Την επό­με­νη μέρα, στα τρα­πε­ζά­κια της κα­φε­τέ­ριας κά­θο­νται 23 μαύ­ροι φοι­τη­τές που αρ­νού­νται να φύ­γουν. Την τρίτη μέρα εμ­φα­νί­ζο­νται 63. Την τέ­ταρ­τη μέρα, πάνω από 300 μαύ­ροι φοι­τη­τές βρί­σκο­νται στο χώρο. Μέσα σε δύο εβδο­μά­δες, αντί­στοι­χες δρά­σεις συμ­βαί­νουν σε 15 δια­φο­ρε­τι­κές πό­λεις του Νότου, με τη συμ­με­το­χή του­λά­χι­στον 50 χι­λιά­δων μαύ­ρων φοι­τη­τών. Ως το τέλος της χρο­νιάς, αντί­στοι­χες δρά­σεις είχαν ορ­γα­νω­θεί σε 100 πό­λεις του αμε­ρι­κά­νι­κου Νότου, με τη συμ­με­το­χή ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρων. Πολ­λοί από αυ­τούς κα­τα­λα­βαί­νουν ότι, όταν δεν υπάρ­χουν ορ­γα­νώ­σεις ή οι πα­λιές ορ­γα­νώ­σεις δεν αρ­κούν, χρειά­ζο­νται και­νούρ­γιες. Και τον Απρί­λη του 1960 συ­να­ντιού­νται για να ιδρύ­σουν τη SNCC,τη Φοι­τη­τι­κή Μη-Βί­αιη Συ­ντο­νι­στι­κή Επι­τρο­πή, μέσα από την οποία θα «πα­ρα­γό­ταν» ένα ολό­κλη­ρο στρώ­μα ακτι­βι­στών-ηγε­τών.

Τα πρώτα χρό­νια της δε­κα­ε­τί­ας του ’60 ήταν χρό­νια μα­ζι­κής δρά­σης και πο­λι­τι­κής ανυ­πα­κο­ής σε όλο τον αμε­ρι­κά­νι­κο Νότο, με χι­λιά­δες και χι­λιά­δες μαύ­ρους να επι­χει­ρούν να κα­ταρ­γή­σουν τους ρα­τσι­στι­κούς δια­χω­ρι­σμούς στην πράξη, με κα­θι­στι­κές δια­μαρ­τυ­ρί­ες, κα­τα­λή­ψεις, πο­ρεί­ες σε χώ­ρους «μόνο για λευ­κούς» κ.ο.κ. Ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ  θε­ω­ρού­ταν ο «δη­μό­σιος εκ­πρό­σω­πος» αυτού του κι­νή­μα­τος και η ορ­γά­νω­σή του, το SCLC (Συ­νέ­δριο Νό­τιας Χρι­στια­νι­κής Ηγε­σί­ας), ήταν ένα δί­κτυο «επαγ­γελ­μα­τιών ακτι­βι­στών» που εμ­φα­νι­ζό­ταν από πόλη σε πόλη για να «πα­ρέ­χει κα­θο­δή­γη­ση» σε όποιον αγώνα ξε­σπού­σε. Αυτό προ­κα­λού­σε και εντά­σεις: Οι ακτι­βι­στές του SNCC, που έδι­ναν έμ­φα­ση στην ανά­δει­ξη «το­πι­κών ηγε­σιών», δυ­σφο­ρού­σαν από αυτή την πρα­κτι­κή.

Παρ’ όλα αυτά, ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ απο­τε­λού­σε δί­καια τη φωνή του κι­νή­μα­τος: Δεν ήταν μόνο ο πρω­τα­γω­νι­στι­κός του ρόλος, η απε­ριό­ρι­στη ενέρ­γεια που διέ­θε­τε στον αγώνα και το ρη­το­ρι­κό του χά­ρι­σμα.Οι ιδέες του ήταν αυτές που πράγ­μα­τι κυ­ριαρ­χού­σαν σε όλες τις δυ­νά­μεις που αγω­νί­ζο­νταν τότε. Αυτές αφο­ρού­σαν την επι­μο­νή σε μη-βί­αιες κι­νη­το­ποι­ή­σεις, οι οποί­ες αντι­με­τω­πί­ζο­ντας την κα­τα­στο­λή των αστυ­νο­μι­κών αρχών, αλλά και των ρα­τσι­στι­κών συμ­μο­ριών, είχαν στόχο να ευαι­σθη­το­ποι­ή­σουν τη λευκή κοινή γνώμη στον «προ­ο­δευ­τι­κό» Βορρά και να υπο­χρε­ώ­σουν την κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση σε δια­πραγ­μα­τεύ­σεις, με τις οποί­ες θα επι­λύ­ο­νταν τα ζη­τή­μα­τα.

Η ορ­γά­νω­σή του, παρά τις κρι­τι­κές που δε­χό­ταν, έπαι­ξε κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο σε μάχες όπως η «κα­μπά­νια του Μπέρ­μιγ­χαμ» την άνοι­ξη του 1963. Χι­λιά­δες συ­νε­λή­φθη­καν (γέ­μι­σαν τα κελιά και χρειά­στη­κε να φτια­χτούν νέα αυ­το­σχέ­δια), ει­ρη­νι­κοί δια­δη­λω­τές δέ­χτη­καν επι­θέ­σεις με μά­νι­κες (και το νερό σε πίεση ικανή να σπά­σει πέ­τρες από «κρά­μα­τα» ή να ξη­λώ­σει το φλοιό δέ­ντρου) και όταν κά­ποιοι από αυ­τούς εξορ­γι­σμέ­νοι έπα­ψαν να είναι ει­ρη­νι­κοί, δέ­χτη­καν επι­θέ­σεις από τα λυ­κό­σκυ­λα της αστυ­νο­μί­ας. Η κα­μπά­νια του Μπέρ­μιγ­χαμ πέ­τυ­χε τε­λι­κά τον τερ­μα­τι­σμό των δια­χω­ρι­σμών σε όλη την πόλη και οδή­γη­σε στην έξοδο και το δή­μαρ­χο και τον δια­βό­η­το Γιου­τζίν Κόνορ, τον αστυ­νο­μι­κό διευ­θυ­ντή με το προ­σω­νύ­μιο «Ταύ­ρος».

Πέρα από τη νίκη στο ίδιο το Μπέρ­μιγ­χαμ, οι ει­κό­νες που με­τα­δό­θη­καν από τα ΜΜΕ, συ­γκλό­νι­σαν τη χώρα. Τα «πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα» των μαύ­ρων θε­ω­ρού­νταν το πιο επεί­γον ζή­τη­μα της χώρας από το 4% των Αμε­ρι­κα­νών. Μετά το Μπέρ­μιγ­χαμ, σκαρ­φά­λω­σε στο 52%. Στον ίδιο το Νότο, η νίκη έδωσε φτερά στο κί­νη­μα των μαύ­ρων: τους δύο πρώ­τους μήνες του κα­λο­και­ριού του 1963 έγι­ναν 758 δια­δη­λώ­σεις σε 186 πό­λεις (που κα­τέ­λη­ξαν σε 14.733 συλ­λή­ψεις).

Κο­ρυ­φαία στιγ­μή εκεί­νης της πε­ριό­δου του Κι­νή­μα­τος για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα ήταν η διά­ση­μη Πο­ρεία στην Ουά­σινγ­κτον. Αξιο­ποιώ­ντας τον αντί­κτυ­πο του Μπέρ­μιγ­χαμ, αλλά και αντι­μέ­τω­πες με την αδρά­νεια της κε­ντρι­κής κυ­βέρ­νη­σης (πέρα από τη ρη­το­ρι­κή στή­ρι­ξη), οι μαύ­ρες ηγε­σί­ες απο­φά­σι­σαν ότι μια με­γά­λη πο­ρεία στην πρω­τεύ­ου­σα των ΗΠΑ θα έβαζε το ζή­τη­μα στην κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή σκηνή πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά. Σε μια εποχή που η κε­ντρι­κή δια­δή­λω­ση στην πρω­τεύ­ου­σα των ΗΠΑ δεν ήταν συ­νη­θι­σμέ­νη πρα­κτι­κή των κι­νη­μά­των, τον Αύ­γου­στο του 1963, λε­ω­φο­ρεία, τρένα και αε­ρο­πλά­να από κάθε γωνιά της χώρας με­τέ­φε­ραν πάνω από 250.000 μαύ­ρους δια­δη­λω­τές, οι οποί­οι κα­τέ­κλυ­σαν την Ουά­σινγ­κτον, σε μια ιστο­ρι­κή συ­γκέ­ντρω­ση στην οποία ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ έβγα­λε τον λόγο που έγινε διά­ση­μος για τον εκτός κει­μέ­νου αυ­το­σχε­δια­σμό του: «I have a dream…».

Τον Ιούλη του 1964, ψη­φί­ζε­ται τε­λι­κά ο Νόμος για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα. Εκεί­νη η στιγ­μή της νίκης γί­νε­ται και η στιγ­μή της πρώ­της δο­κι­μα­σί­ας για το κί­νη­μα των μαύ­ρων. Από την πρώτη στιγ­μή γί­νε­ται κα­τα­νοη­τό ότι η ψή­φι­ση του νόμου δεν ση­μαί­νει και εφαρ­μο­γή του. Η στάση της ίδιας της κε­ντρι­κής κυ­βέρ­νη­σης αφή­νει τε­ρά­στια πε­ρι­θώ­ρια ελευ­θε­ρί­ας κι ευ­ε­λι­ξί­ας στις Πο­λι­τεια­κές Αρχές του Νότου, ως προς την εφαρ­μο­γή της. Οι οποί­ες προ­φα­νώς αρ­νού­νται την εφαρ­μο­γή της. Στο ίδιο το Μπέρ­μιγ­χαμ, το σύμ­βο­λο της προ­ό­δου του κι­νή­μα­τος, η ανε­νό­χλη­τη ρα­τσι­στι­κή τρο­μο­κρα­τία υπεν­θύ­μι­ζε τη σκλη­ρή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Λίγες μόνο μέρες μετά από την ιστο­ρι­κή ομι­λία του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ στην Ουά­σινγ­κτον, το κλίμα γε­νι­κευ­μέ­νης ευ­φο­ρί­ας συ­γκλό­νι­σε μια βομ­βι­στι­κή επί­θε­ση της Κου Κλουξ Κλαν, που σκό­τω­σε τέσ­σε­ρα μικρά μαύρα κο­ρί­τσια. Και αυτό ήταν μόνο ένα απο­τρό­παιο πα­ρά­δειγ­μα μιας συ­στη­μα­τι­κής εκ­στρα­τεί­ας βίας και τρο­μο­κρα­τί­ας…

Ο αγώ­νας στο Νότο συ­νε­χί­στη­κε με τις ίδιες μορ­φές και πα­ρό­μοιες ιδέες: Η μα­ζι­κή μη-βί­αιη πο­λι­τι­κή ανυ­πα­κοή, διεκ­δι­κώ­ντας την εφαρ­μο­γή της νο­μο­θε­σί­ας και αντι­με­τω­πί­ζο­ντας ρα­τσι­στι­κή κα­τα­στο­λή και ακρο­δε­ξιά βία, θα υπο­χρέ­ω­νε την ομο­σπον­δια­κή κυ­βέρ­νη­ση να κι­νη­θεί για να επι­βά­λει αυτή τον νόμο. Η πο­ρεία από τη Σέλμα στο Μο­ντ­γκό­με­ρι (που έγινε πρό­σφα­τα και ται­νία) είναι εν­δει­κτι­κή εκεί­νης της πε­ριό­δου και των δυ­σκο­λιών της. Παρά κά­ποιες επι­μέ­ρους νίκες, η επι­τυ­χία του Μπέρ­μιγ­χαμ απο­δεί­χθη­κε πολύ δύ­σκο­λο να επα­να­λη­φθεί όποτε συ­να­ντού­σε «ρα­τσι­στι­κό τοί­χος» στις το­πι­κές Αρχές ή τις το­πι­κές κοι­νω­νί­ες, ενώ η κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση, στην οποία επέν­δυαν οι μαύ­ρες ηγε­σί­ες, «έσερ­νε τα πόδια της».

Στο νέο τοπίο που έχει δια­μορ­φω­θεί μετά τη ψή­φι­ση της νο­μο­θε­σί­ας το  1964 και την τυ­πι­κή ανα­γνώ­ρι­ση της ισό­τη­τας, ανοί­γει μια με­γά­λη συ­ζή­τη­ση στο εσω­τε­ρι­κό του κι­νή­μα­τος των μαύ­ρων, που κω­δι­κο­ποιεί­ται σε τρία ερω­τή­μα­τα, αλ­λη­λέν­δε­τα με­τα­ξύ τους:

• Μας αρκεί να κα­θό­μα­στε στα ίδια πα­γκά­κια και να πη­γαί­νου­με στις ίδιες τουα­λέ­τες; Αυτό είναι η πραγ­μα­τι­κή δι­καιο­σύ­νη και ισό­τη­τα;

• Το Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα και η κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση είναι όντως σύμ­μα­χοι στον αγώνα μας, που δεν πρέ­πει να τους «τρο­μά­ξου­με» με ρι­ζο­σπα­στι­κές θέ­σεις ή δρά­σεις, ώστε να υπο­λο­γί­ζου­με στην βο­ή­θειά τους ενά­ντια στις ρα­τσι­στι­κές Πο­λι­τεια­κές Αρχές του Νότου;

• Τι γί­νε­ται με τη φτώ­χεια που μα­στί­ζει τις μαύ­ρες κοι­νό­τη­τες όχι μόνο στο ρα­τσι­στι­κό Νότο, αλλά και στον «ανε­κτι­κό» Βορρά, όπου κυ­βερ­νούν οι «φι­λε­λεύ­θε­ροι» που, τάχα, υπο­στη­ρί­ζουν την ισό­τη­τα;

Ήταν ερω­τή­μα­τα που έβα­ζαν σε αμ­φι­σβή­τη­ση τις ιδέες που κυ­ριαρ­χού­σαν στο Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα. Πίσω από το δόγμα της «μη-βί­ας» του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ κρυ­βό­ταν μια ολό­κλη­ρη πο­λι­τι­κή στρα­τη­γι­κή: Μια «μο­νο­θε­μα­τι­κό­τη­τα» γύρω από τη νο­μο­θε­σία για τους μαύ­ρους, που απέ­φευ­γε κοι­νω­νι­κές γε­νι­κεύ­σεις, για να μη δια­τα­ρα­χθούν οι σχέ­σεις με την κυ­βέρ­νη­ση και μια τα­κτι­κή «lobbying» απέ­να­ντι στο Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα, με τον κύκλο γύρω από τον Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ να λει­τουρ­γεί ως «με­σο­λα­βη­τής» με τον πρό­ε­δρο των ΗΠΑ («δώστε μου κά­ποιες νίκες, για να μπο­ρέ­σω να συ­νε­χί­σω να κη­ρύτ­τω τη με­τριο­πά­θεια και την υπο­μο­νή»).

Ήταν ερω­τή­μα­τα που πήραν πολύ σκλη­ρές απα­ντή­σεις το κα­λο­καί­ρι του 1964. Επι­κρα­τού­σε ακόμα γε­νι­κευ­μέ­νη ευ­φο­ρία από την πρό­σφα­τη ψή­φι­ση του Νόμου για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα, όταν η SNCC επι­χεί­ρη­σε να εκλέ­ξει μαύ­ρους συ­νέ­δρους από το Μι­σι­σί­πη για το πα­νε­θνι­κό Συ­νέ­δριο του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος στην Ατλά­ντα (ως απά­ντη­ση στους λευ­κούς συ­νέ­δρους της βαθιά ρα­τσι­στι­κής ορ­γά­νω­σης του κόμ­μα­τος στο Μι­σι­σί­πη που απέ­κλειε τους μαύ­ρους από τη συμ­με­το­χή στις προ­κρι­μα­τι­κές). Στο ίδιο το συ­νέ­δριο, οι μαύ­ροι σύ­νε­δροι δεν γί­νο­νται δε­κτοί και απο­βάλ­λο­νται, ενώ έξω από το συ­νέ­δριο η δια­δή­λω­ση υπο­στή­ρι­ξής τους κα­τα­στέλ­λε­ται. Όπως είπε ο αγω­νι­στής Τζον Λιού­ις:

«Παί­ξα­με με βάση τους κα­νό­νες, κά­να­με όλα όσα υπο­τί­θε­ται ότι έπρε­πε να κά­νου­με, παί­ξα­με το παι­χνί­δι ακρι­βώς όπως απαι­τεί­ται να παί­ζε­ται, φτά­σα­με έξω από την πόρτα και μας την έκλει­σαν στα μού­τρα».

Η γέν­νη­ση της Μαύ­ρης Δύ­να­μης

Τα γε­γο­νό­τα στην Ατλά­ντα το 1964 απο­τέ­λε­σαν ένα τε­ρά­στιο σοκ κι ένα ση­μείο κα­μπής. Με τα λόγια ανώ­νυ­μων αγω­νι­στών της SNCC: «Η δια­χω­ρι­στι­κή ανά­με­σα στην [«καλή»] κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση και τις [«κακές»] πο­λι­τεια­κές κυ­βερ­νή­σεις που χρη­σι­μο­ποιού­σα­με για να χτί­σου­με το κί­νη­μα, είχε δια­λυ­θεί. Τώρα η αντι­πα­ρά­θε­ση ήταν ανά­με­σα στον λαό και τόσο τις πο­λι­τεια­κές όσο και την κε­ντρι­κή κυ­βέρ­νη­ση», ή «μετά την Ατλά­ντα, ο αγώ­νας δεν ήταν πια απλά για τα πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα, αλλά αγώ­νας για τη συ­νο­λι­κή απε­λευ­θέ­ρω­σή μας». Με τα λόγια ενός άλλου μαύ­ρου αγω­νι­στή, του Κλί­βε­λαντ Σέ­λερς: «Ποτέ ξανά δεν θα εξα­πα­τη­θού­με από το να πι­στέ­ψου­με ότι κα­θή­κον μας είναι απλά να απο­κα­λύ­πτου­με τις αδι­κί­ες, για να πε­ρι­μέ­νου­με μετά να τις εξα­λεί­ψουν οι “καλοί άν­θρω­ποι” της Αμε­ρι­κής».

Αν στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο ερ­χό­ταν το τέλος των αυ­τα­πα­τών των μαύ­ρων για τους Δη­μο­κρα­τι­κούς και για την πο­λι­τι­κή ισό­τη­τα, στον αμε­ρι­κα­νι­κό Βορρά τα αδέρ­φια τους είχαν ζήσει για πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα χρό­νια την κο­ροϊ­δία «φι­λε­λεύ­θε­ρων» δη­μάρ­χων και κυ­βερ­νη­τών, που στή­ρι­ζαν ρη­το­ρι­κά τα πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα στο Νότο, ενώ βύ­θι­ζαν τους μαύ­ρους στην πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση στις δικές τους πό­λεις. Και τον Αύ­γου­στο του 1965, στο Γουότς του Λος Άν­τζε­λες ξεσπά η πρώτη τόσο μα­ζι­κή βίαιη εξέ­γερ­ση του μαύ­ρου πλη­θυ­σμού, που κα­τα­λή­γει σε εκτε­τα­μέ­νες συ­γκρού­σεις με την αστυ­νο­μία και την Εθνο­φρου­ρά, που κρα­τά­νε 6 μέρες και έχουν 34 νε­κρούς. Η φράση «black riots» (μαύ­ρες βί­αιες εξε­γέρ­σεις) μπαί­νει δυ­να­μι­κά στο αμε­ρι­κά­νι­κο πο­λι­τι­κό λε­ξι­λό­γιο.

Στους εξορ­γι­σμέ­νους ει­ρη­νι­κούς δια­δη­λω­τές της Ατλά­ντα και στους εξε­γερ­μέ­νους του Γουότς γεν­νή­θη­κε ένα νέο ρεύμα, που απο­τε­λεί «συ­νέ­χεια» του Κι­νή­μα­τος για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα, αλλά και «τομή» σε σχέση με τις ιδέες και τις πρα­κτι­κές του. Σε αυτό το νέο μα­χη­τι­κό­τε­ρο κί­νη­μα θα έδινε όνομα ο μαύ­ρος ρι­ζο­σπά­στης αγω­νι­στής ηγέ­της Στό­ου­κλι Κάρ­μαϊκλ, που αρ­γό­τε­ρα θα άλ­λα­ζε το όνομά του στο πιο «αφρι­κα­νι­κό» Κουά­με Τουρέ. Ήταν ο πρώ­τος που στη διάρ­κεια μιας δια­δή­λω­σης το 1966 έριξε το σύν­θη­μα «Black Power!». Μαύρη Δύ­να­μη!

Αν ο Κάρ­μαϊκλ είναι ο «νονός» του κι­νή­μα­τος της Μαύ­ρης Δύ­να­μης, ένας άλλος μαύ­ρος ηγέ­της απο­τέ­λε­σε το σύμ­βο­λό του. Αν και ήδη νε­κρός, όταν αυτό φού­ντω­νε, ήταν ο «προ­φή­της» του για χι­λιά­δες νε­α­ρούς μαύ­ρους. Ήταν ο Μάλ­κολμ Χ.

Η δια­δρο­μή του Μάλ­κολμ Χ, η εξέ­λι­ξη των ιδεών του και οι αντι­φά­σεις του θα μπο­ρού­σαν εύ­κο­λα να απο­τε­λέ­σουν ένα ξε­χω­ρι­στό άρθρο.

Μάλ­κολμ Χ

Υπήρ­ξε για χρό­νια ηγε­τι­κό στέ­λε­χος του Έθνους του Ισλάμ. Ήταν μια ορ­γά­νω­ση που συν­δύ­α­ζε τον «μαύρο εθνι­κι­σμό» με μια πολύ ετε­ρό­δο­ξη ερ­μη­νεία του Ισλάμ και μια πε­ρί­ερ­γη θε­ω­ρία για τους «μαύ­ρους ασιά­τες», που απή­χθη­καν από τη Μέκκα πριν 400 χρό­νια και οδη­γή­θη­καν στην Αμε­ρι­κή. Ο ηγέ­της του Έθνους του Ισλάμ, Ελάι­ζα Μο­χά­μεντ, συ­νέ­χι­ζε μια πα­λιό­τε­ρη πα­ρά­δο­ση μαύ­ρου εθνι­κι­σμού, που κα­λού­σε τους αφρο­α­με­ρι­κά­νους να ανα­πτύ­ξουν μια δική τους, αυ­τό­νο­μη κι αυ­τάρ­κη κοι­νω­νία στις ΗΠΑ, με τις δικές τους επι­χει­ρή­σεις και θε­σμούς, και προ­σέ­θε­σε σε αυτή μια θρη­σκευ­τι­κή διά­στα­ση.

Το Έθνος του Ισλάμ ήταν μια βαθιά συ­ντη­ρη­τι­κή ορ­γά­νω­ση (στα ήθη, στη θέση των γυ­ναι­κών, στην άποψη για τους Εβραί­ους κ.ο.κ.), με πολύ αυ­στη­ρή ιε­ραρ­χία στο εσω­τε­ρι­κό της και ανοι­χτά φι­λο-κα­πι­τα­λι­στι­κή: το ζή­τη­μα δεν ήταν το σύ­στη­μα του κέρ­δους, αλλά ο απο­κλει­σμός των μαύ­ρων από τις «ευ­και­ρί­ες» να επι­διώ­ξουν και οι ίδιοι να βγά­λουν κέρ­δος. Ο Ελάι­ζα Μο­χά­μεντ στην ουσία επε­δί­ω­κε την άνοδο μιας «μαύ­ρης αστι­κής τάξης» (μέλος της οποί­ας θα ήταν ασφα­λώς και ο ίδιος) που, για να ανέλ­θει, θα χρη­σι­μο­ποιού­σε την ερ­γα­σία των μαύ­ρων, την κα­τα­νά­λω­ση των μαύ­ρων κ.ο.κ.

Αν και διέ­θε­τε έναν μα­ζι­κό αριθ­μό πει­θαρ­χη­μέ­νων και αφο­σιω­μέ­νων μελών, πα­ρέ­με­νε από άποψη έξω από τα υπαρ­κτά κι­νή­μα­τα των μαύ­ρων και είχε αυ­στη­ρή άποψη «απο­χής από την πο­λι­τι­κή». Ο Μάλ­κολμ Χ απο­δε­χό­ταν για χρό­νια αυτό το πλαί­σιο, αν και φρό­ντι­ζε να το «χρω­μα­τί­ζει». Για πα­ρά­δειγ­μα, υπε­ρα­σπι­ζό­ταν την εχθρό­τη­τα του Έθνους του Ισλάμ απέ­να­ντι στο Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα (ο Μο­χά­μεντ ήταν οπα­δός του «δια­χω­ρι­σμού» λευ­κών και μαύ­ρων), αλλά φρό­ντι­ζε να δια­τυ­πώ­νει κρι­τι­κές που πή­γαι­ναν τη συ­ζή­τη­ση αλλού και κά­λυ­πταν ένα πιο ρι­ζο­σπα­στι­κό ακρο­α­τή­ριο, όπως ο μη-βί­αιος χα­ρα­κτή­ρας του, η σχέση του με την κυ­βέρ­νη­ση των Δη­μο­κρα­τι­κών, το ότι δεν αντι­με­τώ­πι­ζε τα προ­βλή­μα­τα της φτώ­χειας και των γκέτο στο Βορρά. Από αυτή τη σκο­πιά εξα­πέ­λυ­σε μια βι­τριο­λι­κή επί­θε­ση στην Πο­ρεία στην Ουά­σινγ­κτον: Η αυ­το­λο­γο­κρι­σία των ομι­λη­τών, μετά από πα­ρέμ­βα­ση της ίδιας της κυ­βέρ­νη­σης, τον έκανε να μι­λή­σει για τη «Φάρσα της Ουά­σινγ­κτον». Όμως αυτό δεν αναι­ρού­σε το ότι, καθώς ανα­πτυσ­σό­ταν το μα­ζι­κό­τε­ρο κί­νη­μα μαύ­ρων στην ιστο­ρία, ο ίδιος και η ορ­γά­νω­σή του στέ­κο­νταν στο πε­ρι­θώ­ριο. Δεν αναι­ρού­σε ότι το Έθνος του Ισλάμ δεν είχε τί­πο­τε να πει για τους χι­λιά­δες μαύ­ρους που ξυ­λο­κο­πού­νταν και συλ­λαμ­βά­νο­νταν στους με­γά­λους αγώ­νες στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο.

Αντί­στοι­χα ζη­τή­μα­τα βίωνε και στο ζή­τη­μα της εμπλο­κής του Έθνους του Ισλάμ σε αγώ­νες. Ο Μάλ­κολμ Χ, όταν υπήρ­χε ευ­νοϊ­κή ευ­και­ρία που του επέ­τρε­πε να κι­νη­θεί (π.χ. μια αστυ­νο­μι­κή επί­θε­ση σε μέλος της ορ­γά­νω­σης), ορ­γά­νω­νε άμεσα κι­νη­το­ποί­η­ση στο δρόμο. Αλλά πά­ντο­τε σκό­ντα­φτε στην άρ­νη­ση της ηγε­σί­ας να ορ­γα­νώ­σει πιο μό­νι­μες και γε­νι­κευ­μέ­νες κα­μπά­νιες ενά­ντια γε­νι­κό­τε­ρα στην αστυ­νο­μι­κή βία. Τα μέλη της ορ­γά­νω­σης εμ­φα­νί­ζο­νταν σπά­νια και στέ­κο­νταν πά­ντο­τε βλο­συ­ρά στο πε­ρι­θώ­ριο των δια­δη­λώ­σε­ων της μαύ­ρης κοι­νό­τη­τας.

Η ευαι­σθη­σία του Μάλ­κολμ Χ απέ­να­ντι σε αυτά τα ζη­τή­μα­τα τον έθεσε σε τρο­χιά δια­φο­ρο­ποί­η­σης από την ορ­γά­νω­σή του. Όπως το έθετε ο ίδιος, δη­λώ­νο­ντας «ο μο­να­δι­κός από τα στε­λέ­χη μας που επι­κοι­νω­νεί με τον κόσμο έξω από την ορ­γά­νω­ση»:

«Στις κοι­νό­τη­τες των νέ­γρων ακού­γε­ται όλο και πιο συχνά ότι αυτοί οι Μου­σουλ­μά­νοι είναι σκλη­ροί στα λόγια, αλλά είναι μόνο λόγια. Δεν κά­νουν ποτέ τί­πο­τα, εκτός αν κά­ποιος πει­ρά­ξει κά­ποιον δικό τους».

Τα σκάν­δα­λα γύρω από την ηγε­σία του Έθνους του Ισλάμ και τον ίδιο τον Ελάι­ζα Μο­χά­μεντ, η εχθρό­τη­τα ηγε­τι­κών κύ­κλων απέ­να­ντι στις πα­ρεκ­κλί­σεις του Μάλ­κολμ Χ από τη γραμ­μή (και απέ­να­ντι στη με­γά­λη δη­μο­φι­λία του), τον είχε οδη­γή­σει σε τρο­χιά ρήξης με την ορ­γά­νω­ση. Αυτή ολο­κλη­ρώ­θη­κε και ορ­γα­νω­τι­κά το 1964, με αφορ­μή το σκω­πτι­κό δη­μό­σιο σχό­λιό του για τη δο­λο­φο­νία Κέ­νε­ντι, που προ­κά­λε­σε σάλο: «the chickens have come home to roost» («οι κότες γύ­ρι­σαν πίσω για να κουρ­νιά­σουν», μια αμε­ρι­κα­νι­κή έκ­φρα­ση που ται­ριά­ζει στο ελ­λη­νι­κό «ό,τι σπεί­ρεις θα θε­ρί­σεις»).

Παρά την απο­χώ­ρη­σή του, από τα προη­γού­με­να χρό­νια είχε κερ­δί­σει τον σε­βα­σμό χι­λιά­δων μαύ­ρων, που δεν πεί­θο­νταν τόσο από το Έθνος του Ισλάμ όσο από τον ίδιο. Με τα λόγια της μαύ­ρης ποι­ή­τριας και ακτι­βί­στριας Σόνια Σάν­τσεζ: «Τα έβαζε με την Αμε­ρι­κή εκ μέ­ρους μας». Στην πρώτη του δή­λω­ση, μετά το «σιω­πη­τή­ριο» που είχε επι­βλη­θεί μετά τη δή­λω­ση για τον Κέ­νε­ντι, ανή­κει ένα από τα πιο διά­ση­μα ρη­το­ρι­κά του σχή­μα­τα:

«Αν καρ­φώ­σεις ένα μα­χαί­ρι στην πλάτη μου και το χώ­σεις 9 ίν­τσες μέσα και μετά το τρα­βή­ξεις 6 ίν­τσες προς τα έξω, αυτό δεν είναι πρό­ο­δος. Αν τρα­βή­ξεις όλο το μα­χαί­ρι έξω, επί­σης δεν είναι πρό­ο­δος. Πρό­ο­δος είναι να για­τρέ­ψεις το τραύ­μα που προ­κά­λε­σε η μα­χαι­ριά. Και δεν έχουν καν τρα­βή­ξει το μα­χαί­ρι, πόσο μάλ­λον να για­τρέ­ψουν το τραύ­μα. Δεν πα­ρα­δέ­χο­νται καν ότι υπάρ­χει το καρ­φω­μέ­νο μα­χαί­ρι».

Ο Μάλ­κολμ Χ δια­τή­ρη­σε τον μαύρο εθνι­κι­σμό ως ιδε­ο­λο­γία, αλλά απο­μα­κρύν­θη­κε από την εκ­δο­χή που είχε δι­δα­χθεί. Ο δικός του μαύ­ρος εθνι­κι­σμός ήταν «επα­να­στα­τι­κός» σύμ­φω­να με τον ίδιο. Εξα­πέ­λυε τις πιο σκλη­ρές του επι­θέ­σεις στη «μαύρη αστι­κή τάξη», στους «σύγ­χρο­νους μπαρ­μπα-Θω­μά­δες», σε εκεί­νους που «είναι μαύ­ροι απέξω, αλλά λευ­κοί από μέσα». Αλλά την ίδια ώρα εξα­κο­λου­θού­σε να πι­στεύ­ει σε ένα μο­ντέ­λο «μαύ­ρης οι­κο­νο­μι­κής εν­δυ­νά­μω­σης», φέρ­νο­ντας ως πα­ρά­δειγ­μα την Τσάι­να­τα­ουν για τους Κι­νέ­ζους. Είχε πάψει να ανα­φέ­ρε­ται στους «λευ­κούς δια­βό­λους», αλλά δεν έπαψε να ισχυ­ρί­ζε­ται ότι δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει αλ­λη­λεγ­γύη με­τα­ξύ μαύ­ρων και λευ­κών ερ­γα­τών. Την ίδια ώρα δή­λω­νε ότι «πρέ­πει να χτι­στεί ένας και­νούρ­γιος κό­σμος… Εγώ θα ενώσω τις δυ­νά­μεις μου με οποιον­δή­πο­τε –δεν με νοιά­ζει το χρώμα του– θέλει να αλ­λά­ξει αυτή την άθλια κα­τά­στα­ση, που επι­κρα­τεί στον πλα­νή­τη». Άλλες στιγ­μές εξη­γού­σε ότι «δεν μπο­ρεί να υπάρ­ξει ο κα­πι­τα­λι­σμός χωρίς το ρα­τσι­σμό», για να κα­τα­λή­ξει ότι, αν τύχει να πέσει κα­νείς (πα­ρα­δό­ξως) πάνω σε αντι­ρα­τσι­στή λευκό, το πι­θα­νό­τε­ρο αυτός να είναι σο­σια­λι­στής.

Παρ’ όλες τις αντι­φά­σεις του, που 50 χρό­νια μετά συ­νε­χί­ζουν να τρο­φο­δο­τούν την αέναη συ­ζή­τη­ση «πού θα κα­τέ­λη­γε ο Μάλ­κολμ Χ, αν ζούσε πε­ρισ­σό­τε­ρο;» με τις πιο δια­φο­ρε­τι­κές απα­ντή­σεις να κυ­κλο­φο­ρούν, η ουσία είναι ότι δια­μόρ­φω­σε έναν «πυ­ρή­να» ιδεών, ο οποί­ος συ­να­ντή­θη­κε με τη μαύρη ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση μετά το 1964 και τον έκανε σύμ­βο­λο.

• Η αδιάλ­λα­κτη πίστη του στη μαύρη αυ­το­διά­θε­ση, η έκ­κλη­ση στους μαύ­ρους να πά­ρουν την κα­τά­στα­ση στα χέρια τους, αψη­φώ­ντας τα με­γά­λα πο­λι­τι­κά κόμ­μα­τα, αλλά και τους «μπαρ­μπα-Θω­μά­δες» ηγέ­τες.

• Η υπε­ρά­σπι­σή του στο δι­καί­ω­μα των μαύ­ρων στην αυ­το­ά­μυ­να. Σε μια εποχή που το «μη-βί­αιο» κή­ρυγ­μα του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ ερ­χό­ταν σε αντί­φα­ση με τη σκλη­ρή ρα­τσι­στι­κή κα­θη­με­ρι­νή βία που αντι­με­τώ­πι­ζαν χι­λιά­δες μαύ­ροι, η έμ­φα­ση που έδινε όποτε επα­να­λάμ­βα­νε σε ομι­λί­ες του το δι­καί­ω­μα των μαύ­ρων να αμυν­θούν στη ρα­τσι­στι­κή βία «με ΚΑΘΕ ανα­γκαίο μέσο», έκανε το «by ANY means necessary» σύν­θη­μα μιας ολό­κλη­ρης γε­νιάς.

• Η επί­θε­σή του στο πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα, στα δύο με­γά­λα κόμ­μα­τα και στην Αμε­ρι­κή γε­νι­κό­τε­ρα, που συ­να­ντού­σε την οργή των δια­ψευ­σμέ­νων προσ­δο­κιών απέ­να­ντι στους Δη­μο­κρα­τι­κούς:

«Δεν είμαι ούτε Ρε­που­μπλι­κά­νος, ούτε Δη­μο­κρα­τι­κός, ούτε Αμε­ρι­κά­νος… Είμαι ένα από τα 22 εκα­τομ­μύ­ρια μαύρα θύ­μα­τα των Δη­μο­κρα­τι­κών, ένα από τα 22 εκα­τομ­μύ­ρια μαύρα θύ­μα­τα των Ρε­που­μπλι­κά­νων, ένα από τα 22 εκα­τομ­μύ­ρια μαύρα θύ­μα­τα του Αμε­ρι­κα­νι­σμού. Δεν μιλώ ως Δη­μο­κρα­τι­κός ή ως Ρε­που­μπλι­κά­νος ή ως Αμε­ρι­κά­νος. Μιλώ ως θύμα της υπο­τι­θε­μέ­νης Αμε­ρι­κα­νι­κής Δη­μο­κρα­τί­ας».

• Αυτός ο «αντια­με­ρι­κα­νι­σμός» του συ­να­ντή­θη­κε με μια ιδιαί­τε­ρη εκ­δο­χή του «μαύ­ρου εθνι­κι­σμού», που έπαψε να βλέ­πει τους αφρο­α­με­ρι­κα­νούς ως «μειο­νό­τη­τα που θέλει να εν­σω­μα­τω­θεί στη λευκή Αμε­ρι­κή», αλλά ως «μέρος της πα­γκό­σμιας πλειο­νό­τη­τας μαύ­ρων, καφέ, κί­τρι­νων, κόκ­κι­νων, που αγω­νί­ζο­νται ενά­ντια στη λευκή Αμε­ρι­κή». Αυτή την ιδέα εξε­λίσ­σει πε­ρισ­σό­τε­ρο, απο­τε­λώ­ντας τον πρώτο που ει­σά­γει τον αντι-ιμπε­ρια­λι­σμό στο μαύρο κί­νη­μα. Έμπρα­κτα: με τα τα­ξί­δια του στην Αφρι­κή, τις συ­να­ντή­σεις του με ηγέ­τες αντι-αποι­κια­κών κι­νη­μά­των. Αλλά και θε­ω­ρη­τι­κά: Αντι­λαμ­βά­νε­ται τους μαύ­ρους των ΗΠΑ ως θύ­μα­τα της ίδιας αποι­κιο­κρα­τί­ας που βα­σα­νί­ζει τον Τρίτο Κόσμο και κάνει λόγο για κοινό αγώνα.

Το Φλε­βά­ρη του 1965 θα δη­λώ­σει:

«Είναι λάθος να βλέ­που­με την εξέ­γερ­ση των νέ­γρων απλώς ως φυ­λε­τι­κή δια­μά­χη μαύ­ρου ενα­ντί­ον λευ­κού ή ως απο­κλει­στι­κά αμε­ρι­κα­νι­κό ζή­τη­μα. Αυτό που βλέ­που­με σή­με­ρα είναι η πα­γκό­σμια εξέ­γερ­ση των κα­τα­πιε­σμέ­νων ενά­ντια στους κα­τα­πιε­στές, των εκ­με­ταλ­λευό­με­νων ενά­ντια στους εκ­με­ταλ­λευ­τές».

Λίγες μέρες μετά ο Μάλ­κολμ Χ θα δο­λο­φο­νη­θεί. Ο ίδιος δεν πρό­λα­βε να βάλει τις νέες ρι­ζο­σπα­στι­κές ιδέες του σε πράξη, ούτε είχε την ευ­και­ρία να συ­νε­χί­σει να τις εξε­λίσ­σει. Όμως λί­γους μήνες μετά τον θά­να­τό του, η αυ­το­βιο­γρα­φία του έγινε ανάρ­πα­στη και «βι­βλίο ανα­φο­ράς» για μια ολό­κλη­ρη γενιά μαύ­ρων φοι­τη­τών και νέων ερ­γα­τών. Κά­ποιοι από αυ­τούς ανέ­λα­βαν το έργο να εφαρ­μό­σουν, αλλά και να εξε­λί­ξουν τις ιδέες του Μάλ­κολμ Χ.

Στα τέλη του 1966, δύο νε­α­ροί θαυ­μα­στές του Μάλ­κολμ Χ, ο Χιούι Νιού­τον και ο Μπό­μπι Σιλ απο­φα­σί­ζουν ότι κάτι πρέ­πει να γίνει με την αστυ­νο­μι­κή βία. Στον από­η­χο της εξέ­γερ­σης του Γουότς, η αστυ­νο­μία του Όκλαντ κυ­κλο­φο­ρού­σε με κα­ρα­μπί­νες στα γκέτο και κα­κο­ποιού­σε συ­στη­μα­τι­κά νε­α­ρούς μαύ­ρους. Στο πα­ρελ­θόν είχαν υπάρ­ξει προ­σπά­θειες «να πε­ρι­πο­λού­νται οι πε­ρι­πο­λη­τές» από μαύ­ρους ακτι­βι­στές που κα­τέ­γρα­φαν τα πε­ρι­στα­τι­κά βίας. Η ομάδα πε­ρι­πο­λί­ας που έστη­σαν οι Νιού­τον και Σιλ ωστό­σο, ήταν δια­φο­ρε­τι­κή: ήταν ένο­πλη. Και έγινε σύ­ντο­μα γνω­στή με το όνομα Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες.

Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες

Οι Πάν­θη­ρες ακο­λου­θού­σαν με το αυ­το­κί­νη­τό τους όποιο πε­ρι­πο­λι­κό έμπαι­νε στο γκέτο. Όταν οι μπά­τσοι στα­μα­τού­σαν κά­ποιον μαύρο νε­ο­λαίο για έλεγ­χο, οι Πάν­θη­ρες κα­τέ­βαι­ναν από το αυ­το­κί­νη­το, με τα όπλα τους σε εμ­φα­νή θέα και στέ­κο­νταν εκεί για να ελέγ­ξουν αν όλα γί­νο­νται σύμ­φω­να με το νόμο και αν η αστυ­νο­μία ασκή­σει υπερ­βο­λι­κή ή απρό­κλη­τη βία. Κου­βα­λού­σαν μαζί τους τον ποι­νι­κό κώ­δι­κα, για να εξη­γούν στους μαύ­ρους τα δι­καιώ­μα­τά τους και για να απο­δει­κνύ­ουν στους μπά­τσους ότι η δη­μό­σια οπλο­κα­το­χή είναι νό­μι­μο δι­καί­ω­μά τους στην Πο­λι­τεία της Κα­λι­φόρ­νιας. Η δράση τους προ­κά­λε­σε σύ­ντο­μα τε­ρά­στιο σε­βα­σμό στα γκέτο. Ο Έλ­ντριτζ Κλί­βερ, που σύ­ντο­μα έγινε ο τρί­τος της ηγε­τι­κής ομά­δας, ανα­κα­λού­σε την πρώτη φορά που είδε τους Πάν­θη­ρες ως πε­ρι­φρού­ρη­ση σε μια ομι­λία της χήρας του Μάλ­κολμ Χ, Μπέτι Σα­μπάζ:

«Το πιο όμορ­φο θέαμα που είχα αντι­κρύ­σει στη ζωή μου: Τέσ­σε­ρις μαύ­ροι, με μαύρα μπερέ, μαύρα δερ­μά­τι­να μπου­φάν και μαύρα πα­πού­τσια –όλοι τους ένο­πλοι».

Είναι απο­κα­λυ­πτι­κό ότι με την εμ­φά­νι­ση των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων εί­χα­με και τη μο­να­δι­κή ίσως φορά στην αμε­ρι­κα­νι­κή ιστο­ρία που η αμε­ρι­κα­νι­κή Δεξιά συ­ντά­χθη­κε υπέρ ενός νο­μο­σχε­δί­ου που να πε­ριο­ρί­ζει τη δη­μό­σια οπλο­κα­το­χή! Το νο­μο­σχέ­διο τε­λι­κά πέ­ρα­σε, αλλά η απά­ντη­ση των Παν­θή­ρων έμει­νε στην ιστο­ρία. Μια αντι­προ­σω­πεία 24 αντρών και 6 γυ­ναι­κών στις 2 Μάη του 1967 με­τέ­βη στην Πο­λι­τεια­κή πρω­τεύ­ου­σα Σα­κρα­μέ­ντο και βά­δι­σε απο­λύ­τως πει­θαρ­χη­μέ­να και φέ­ρο­ντας όπλα μέσα στο κτί­ριο του Κα­πι­τω­λί­ου. Προ­σπέ­ρα­σε τον εμ­βρό­ντη­το κυ­βερ­νή­τη Ρό­ναλντ Ρί­γκαν και βρέ­θη­κε στο χώρο συ­νε­δριά­σε­ων, όπου ο Μπό­μπι Σιλ διά­βα­σε μια ανα­κοί­νω­ση ενά­ντια «στη νο­μο­θε­σία που στο­χεύ­ει να κρα­τή­σει τους μαύ­ρους άο­πλους κι αδύ­να­μους».

Είναι δύ­σκο­λο να πε­ρι­γρα­φεί το σοκ που προ­κά­λε­σε η ει­κό­να ένο­πλων μαύ­ρων στο Κα­πι­τώ­λιο στα αστι­κά ΜΜΕ. Η μικρή ομάδα από το Όκλαντ βρέ­θη­κε στο επί­κε­ντρο της (αρ­νη­τι­κής) δη­μο­σιό­τη­τας πα­νε­θνι­κά. Μόνο που στα γκέτο αυτή η δη­μο­σιό­τη­τα ήταν θε­τι­κή…

Λί­γους μήνες μετά, η αστυ­νο­μία κα­τα­δί­ω­ξε τον Χιούι Νιού­τον και στο πι­στο­λί­δι που ξε­κί­νη­σαν πρώ­τοι οι αστυ­νο­μι­κοί, ένας αστυ­νο­μι­κός σκο­τώ­θη­κε και ο Νιού­τον τραυ­μα­τί­στη­κε. Ο Νιού­τον οδη­γή­θη­κε στη φυ­λα­κή, όπου πα­ρέ­μει­νε ως το 1970. Όμως η κα­μπά­νια «Λευ­τε­ριά στον Χιούι» προ­κά­λε­σε ακόμα με­γα­λύ­τε­ρη δη­μο­σιό­τη­τα και δη­μο­φι­λία στους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες.

Το 1967 ήταν η χρο­νιά που οι Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες έγι­ναν πα­νε­θνι­κό σύμ­βο­λο της «Μαύ­ρης Δύ­να­μης» και κέρ­δι­σαν το σε­βα­σμό χι­λιά­δων νε­α­ρών μαύ­ρων. Το 1967 ήταν η χρο­νιά μιας άλλης με­γά­λης μαύ­ρης εξέ­γερ­σης στο Βορρά, εκεί­νης του Ντι­τρόιτ. Με αφορ­μή την έφοδο της αστυ­νο­μί­ας σε ένα πα­ρά­νο­μο μπαρ και τη σύλ­λη­ψη των 82 θα­μώ­νων, 10.000 κά­τοι­κοι της πε­ριο­χής κα­τέ­βη­καν στους δρό­μους και συ­γκρού­στη­καν με την αστυ­νο­μία. Η εξέ­γερ­ση κρά­τη­σε μια βδο­μά­δα. Χρειά­στη­κε η κυ­βέρ­νη­ση να στεί­λει τον στρα­τό στο Ντι­τρόιτ και να κα­τα­πνί­ξει την εξέ­γερ­ση μετά από σκλη­ρές μάχες, που κό­στι­σαν 7.200 συλ­λή­ψεις και 43 νε­κρούς. Το 1967 ήταν η χρο­νιά που ίδιος ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ «ακού­ει το σφυγ­μό» της μαύ­ρης νε­ο­λαί­ας και αρ­χί­ζει να στρέ­φε­ται προς τα αρι­στε­ρά.

Ο άγνω­στος Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ

Η στιγ­μή που συμ­βο­λί­ζει αυτή τη δια­δι­κα­σία είναι όταν μαύ­ροι νε­ο­λαί­οι απο­δο­κι­μά­ζουν τον Δρ. Κινγκ σε μια ομι­λία του. Για τους κα­θω­σπρέ­πει ανα­λυ­τές ήταν «ασέ­βεια» και δείγ­μα των «πα­θο­γε­νειών» της μαύ­ρης κοι­νό­τη­τας. Για τον ίδιο τον Κινγκ τα συ­μπε­ρά­σμα­τα ήταν τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κά:

«Για 12 χρό­νια, εγώ και άν­θρω­ποι σαν εμένα υπο­στη­ρί­ξα­με υπο­σχέ­σεις προ­ό­δου… τους κα­λέ­σα­με να έχουν πίστη στην Αμε­ρι­κή και τη λευκή κοι­νω­νία. Και οι ελ­πί­δες τους εκτο­ξεύ­τη­καν. Σή­με­ρα μας απο­δο­κί­μα­σαν, γιατί ένιω­σαν ότι ήμα­στε ανί­κα­νοι να εκ­πλη­ρώ­σου­με τις υπο­σχέ­σεις μας. Σή­με­ρα μας απο­δο­κί­μα­σαν, γιατί τους κα­λέ­σα­με να έχουν πίστη σε αν­θρώ­πους που απο­δεί­χθη­καν ανα­ξιό­πι­στοι…».

Ο Κινγκ κα­τα­λά­βαι­νε κα­λύ­τε­ρα από κάθε άλλον τη ρι­ζο­σπα­στι­κή χροιά και την αίγλη της «Μαύ­ρης Δύ­να­μης». Η τάση του κι­νή­μα­τος να απορ­ρί­πτει «τους λευ­κούς» μπο­ρεί να δεί­χνει λάθος από τη σκο­πιά της μαρ­ξι­στι­κής Αρι­στε­ράς και της τα­ξι­κής ενό­τη­τας. Αλλά η «Μαύρη Δύ­να­μη» πρέ­πει να κρι­θεί με τα μέτρα της επο­χής της. Οι νε­α­ροί «μαύ­ροι εθνι­κι­στές» δεν εξε­γεί­ρο­νταν «από τα δεξιά» ενά­ντια σε μια θε­ω­ρία «κοι­νού τα­ξι­κού αγώνα», αλλά «από τα αρι­στε­ρά» ενά­ντια σε μια θε­ω­ρία που τους κα­λού­σε να κά­νουν υπο­μο­νή, μέχρι να αλ­λά­ξουν μυαλά οι κα­τα­πιε­στές τους. Ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ κα­τα­λά­βαι­νε ότι το χρι­στια­νι­κό-πα­ναν­θρώ­πι­νο μή­νυ­μά του για «συ­χώ­ρε­ση στους λευ­κούς» και για «συ­νύ­παρ­ξη με τους λευ­κούς» προ­κα­λού­σε απο­στρο­φή σε χι­λιά­δες μαύ­ρους, για τους οποί­ους «οι λευ­κοί» δεν ήταν απα­ραί­τη­τα οι γεί­το­νές τους ή οι συ­νά­δελ­φοί τους, αλλά οι λευ­κοί μπά­τσοι, οι λευ­κοί δι­κα­στές, οι λευ­κοί βου­λευ­τές, δή­μαρ­χοι, κυ­βερ­νή­τες, ένα ολό­κλη­ρο «λευκό» πο­λι­τι­κό σύ­στη­μα που τους κα­τα­πί­ε­ζε και το οποίο δεν είχαν καμιά διά­θε­ση «να συγ­χω­ρή­σουν» και να πε­ρι­μέ­νουν καρ­τε­ρι­κά να «φω­τι­στεί» για να αλ­λά­ξει γνώμη…

Με τα λόγια του Στό­ου­κλι Κάρ­μαϊκλ:

«Αν είσαι μη-βί­αιος και υπο­φέ­ρεις, τότε ο αντί­πα­λός σου θα δει το δράμα σου και θα αλ­λά­ξει γνώμη… Όμως ο Κινγκ έκανε μια λάθος εκτί­μη­ση. Για να είναι απο­τε­λε­σμα­τι­κή η μη-βία, πρέ­πει ο αντί­πα­λός σου να έχει συ­νεί­δη­ση. Και οι ΗΠΑ δεν έχουν».

Αν το ένα ζή­τη­μα που έσπρω­ξε τον Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ προς τα αρι­στε­ρά ήταν η αθλιό­τη­τα στα γκέτο του Βορρά και η οργή των μαύ­ρων σε αυτά, το δεύ­τε­ρο αφο­ρού­σε τον πό­λε­μο στο Βιετ­νάμ, ένα ζή­τη­μα για το οποίο έμενε για χρό­νια σιω­πη­λός, για να μη «δια­τα­ρά­ξει» τη συ­νερ­γα­σία του με τον πρό­ε­δρο Τζόν­σον. Στις 4 Απρί­λη του 1967, σε πεί­σμα των πιέ­σε­ων των πα­λιών «με­τριο­πα­θών» συ­νο­δοι­πό­ρων του, δή­λω­σε ότι «έρ­χε­ται η ώρα που δεν μπο­ρεί κα­νείς να μένει σιω­πη­λός» κι έβγα­λε μια ομι­λία λι­γό­τε­ρο γνω­στή από την «Ι have a dream…», αλλά πολύ πιο σπου­δαία.

Σε αυτή την ιστο­ρι­κή ομι­λία, ο Κινγκ έκανε όλες τις «συν­δέ­σεις» που το Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα δεν ήθελε να κάνει. Κα­τήγ­γει­λε τον πό­λε­μο κα­ταρ­χήν ως αντί­θε­το στα συμ­φέ­ρο­ντα των φτω­χών, μιας και απορ­ρο­φού­σε πό­ρους που δεν πή­γαι­ναν σε κοι­νω­νι­κά προ­γράμ­μα­τα. Τον συ­νέ­δε­σε με τον ρα­τσι­σμό:

«Βλέ­που­με νέ­γρους και λευ­κούς να σκο­τώ­νουν και να πε­θαί­νουν μαζί για ένα έθνος που δεν θα τους βάλει στα ίδια σχο­λεία…». Ήταν άλ­λω­στε η ίδια χρο­νιά που ο μαύ­ρος πυγ­μά­χος Μο­χά­μεντ Άλι αρ­νή­θη­κε τη στρά­τευ­ση και, για να υπε­ρα­σπι­στεί την επι­λο­γή του, εκλα­ΐ­κευ­σε αυτή τη συ­νά­ντη­ση αντι­πο­λε­μι­κού και αντι­ρα­τσι­στι­κού αι­σθή­μα­τος με το εμ­βλη­μα­τι­κό: «δεν έχω καμιά δια­μά­χη με τους Βιετ­να­μέ­ζους. Κα­νέ­νας Βιετ­κόνγκ δεν με απο­κά­λε­σε ποτέ νέγρο…».

Ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ, σε μια κο­ρυ­φαία ρη­το­ρι­κή του στιγ­μή, συ­νέ­δε­σε την κρι­τι­κή στον πό­λε­μο με την πίεση που δε­χό­ταν να κα­τα­δι­κά­σει τη βία των μαύ­ρων εξε­γέρ­σε­ων:

«Δεν θα μπο­ρού­σα ποτέ να υψώσω τη φωνή μου ενά­ντια στη βία των κα­τα­πιε­σμέ­νων στα γκέτο, αν δεν μι­λή­σω πρώτα ανοι­χτά για εκεί­νον που ασκεί τη με­γα­λύ­τε­ρη βία στον κόσμο σή­με­ρα: την ίδια μου την κυ­βέρ­νη­ση».

Η ομι­λία του έγινε γνω­στή ως «Πέρα από το Βιετ­νάμ…», από μια απο­στρο­φή του λόγου του, πριν αρ­χί­σει να γε­νι­κεύ­ει για το άδικο του πο­λέ­μου και τον «αντε­πα­να­στα­τι­κό» ρόλο των ΗΠΑ διε­θνώς…

Αυτή του η ομι­λία προ­κά­λε­σε τους πα­λιούς του «φί­λους». Το πε­ριο­δι­κό «TIME», που έναν χρόνο πριν τον είχε ανα­κη­ρύ­ξει «πρό­σω­πο της χρο­νιάς», τώρα του έκανε πρω­το­σέ­λι­δη επί­θε­ση, γιατί «απο­προ­σα­να­το­λί­ζει από τον στόχο του», χα­ρα­κτη­ρί­ζο­ντάς τον «ανί­δεο». Εκα­τόν εξή­ντα οχτώ εφη­με­ρί­δες τού επι­τέ­θη­καν για την «κα­τα­στρο­φή της χρη­σι­μό­τη­τάς του στον σκοπό του», την «αυ­το­κα­τα­στρο­φι­κή πα­ρέμ­βα­ση στην εξω­τε­ρι­κή πο­λι­τι­κή», το «ανα­κά­τε­μα δύο προ­βλη­μά­των που είναι δια­κρι­τά και χω­ρι­στά»… Κατ’ ιδίαν, ο ίδιος ο πρό­ε­δρος Τζόν­σον ανα­ρω­τή­θη­κε εξορ­γι­σμέ­νος «τι προ­σπα­θεί να μου κάνει αυτός ο γα­μη­μέ­νος νέ­γρος;». Σύ­ντο­μα οι «φι­λε­λεύ­θε­ροι» του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος διέ­κο­ψαν κάθε σχέση και στή­ρι­ξη στον Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ και τις προ­σπά­θειές του…

Την ίδια χρο­νιά, ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ έγρα­ψε το βι­βλίο «Πώς προ­χω­ρά­με από εδώ και πέρα;», στο οποίο ανέ­πτυσ­σε τις ιδέες του για την οι­κο­νο­μι­κή ισό­τη­τα. Σε αυτόν τον «ύστε­ρο» και καλά κρυμ­μέ­νο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ ανή­κουν δια­τυ­πώ­σεις όπως η πα­ρα­κά­τω:

«Μια μέρα πρέ­πει να ανα­ρω­τη­θού­με: “Γιατί υπάρ­χουν σα­ρά­ντα εκα­τομ­μύ­ρια φτω­χοί στην Αμε­ρι­κή;”. Κι αν ανα­ρω­τη­θείς γι’ αυτό, αρ­χί­ζεις να ανα­ρω­τιέ­σαι για το οι­κο­νο­μι­κό σύ­στη­μα, για την ανα­δια­νο­μή του πλού­του. Όταν ανα­ρω­τιέ­σαι γι’ αυτό, αρ­χί­ζεις να αμ­φι­σβη­τείς την κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία…».

Αυτές τις ιδέες ο Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ επι­χεί­ρη­σε να κάνει πράξη. Στις αρχές του 1968, σχε­δί­α­ζε να ορ­γα­νώ­σει μια «Πο­ρεία των Φτω­χών» στην Ουά­σινγ­κτον, για να απαι­τή­σει το κοι­νω­νι­κό «αντί­στοι­χο» του νόμου για τα πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα. Βρέ­θη­κε στο Μέμ­φις, για να υπο­στη­ρί­ξει μια απερ­γία μαύ­ρων ερ­γα­ζο­μέ­νων στην κα­θα­ριό­τη­τα. Δεν πρό­λα­βε να υλο­ποι­ή­σει τα σχέ­διά του. Δο­λο­φο­νή­θη­κε στις 4 Απρί­λη του 1968.

Η οργή ξεσπά…

Τρία χρό­νια πριν, η δο­λο­φο­νία του Μάλ­κολμ Χ δεν είχε προ­κα­λέ­σει μα­ζι­κό αντί­κτυ­πο. Το μαύρο κί­νη­μα βρι­σκό­ταν ακόμα σε κα­τά­στα­ση «ανα­ζή­τη­σης». Ενώ τα «με­τριο­πα­θή» ΜΜΕ αι­σθά­νο­νταν ότι είχαν την άνεση να γρά­φουν βι­τριο­λι­κά σχό­λια, που συ­νο­ψί­ζο­νταν στο «πή­γαι­νε γυ­ρεύ­ο­ντας». Τον Απρί­λη του 1968, τα πράγ­μα­τα ήταν τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κά. Ο «σπό­ρος» του Μάλ­κολμ Χ είχε βρει εύ­φο­ρο έδα­φος και η «Μαύρη Δύ­να­μη» είχε εμ­φα­νι­στεί στο προ­σκή­νιο ως απά­ντη­ση στις ανα­ζη­τή­σεις του κι­νή­μα­τος. Και φυ­σι­κά κα­νείς δεν δι­καιού­ταν να ισχυ­ρι­στεί ότι ο φι­λει­ρη­νι­κός Δρ. Κινγκ «πή­γαι­νε γυ­ρεύ­ο­ντας».

Είναι δύ­σκο­λο να κα­τα­νο­ή­σου­με το σοκ που προ­κά­λε­σε η βίαιη δο­λο­φο­νία του κή­ρυ­κα της μη-βί­ας. Είναι κυ­ριο­λε­κτι­κή η δια­τύ­πω­ση ότι μαζί του πέ­θα­νε και η επιρ­ροή των πα­λιών ιδεών του. Όσοι τις ακο­λου­θού­σαν, ένιω­σαν προ­δο­μέ­νοι. Όσοι τις αμ­φι­σβη­τού­σαν, πεί­στη­καν πέρα από κάθε αμ­φι­βο­λία για τον δια­φο­ρε­τι­κό δρόμο που είχαν δια­λέ­ξει. Όσοι τα­λα­ντεύ­ο­νταν, κα­τέ­λη­ξαν. Μία μέρα μετά τη δο­λο­φο­νία, ο Κάρ­μαϊκλ απο­τύ­πω­νε τα συ­ναι­σθή­μα­τα της «μαύ­ρης Αμε­ρι­κής», μι­λώ­ντας σε δη­μο­σιο­γρά­φους:

«Δεν είχαν κα­νέ­να λόγο να σκο­τώ­σουν τον αδερ­φό Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ. Ήταν ο μο­να­δι­κός άν­θρω­πος της φυλής μας που πά­σχι­ζε να δι­δά­ξει το λαό μας να δεί­χνει αγάπη, συ­μπό­νια και έλεος για όλα όσα έχουν κάνει οι λευ­κοί. Όταν η Λευκή Αμε­ρι­κή δο­λο­φό­νη­σε τον Δρ. Κινγκ χθες βράδυ, μας κή­ρυ­ξε τον πό­λε­μο… Θα πρέ­πει να εκ­δι­κη­θού­με για τους θα­νά­τους των ηγε­τών μας».

Δεν ήταν μόνο λόγια. Την ώρα που ο Κάρ­μαϊκλ πε­ριέ­γρα­φε τη μαύρη οργή, αυτή ξε­σπού­σε από άκρη σε άκρη. Μαύ­ρες εξε­γέρ­σεις συ­γκλό­νι­σαν πε­ρί­που 110 πό­λεις των ΗΠΑ, σε έναν ξε­ση­κω­μό που θε­ω­ρεί­ται η με­γα­λύ­τε­ρη ανα­τα­ρα­χή στην αμε­ρι­κα­νι­κή ιστο­ρία μετά τον Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο.

Ο πρό­ε­δρος Τζόν­σον κα­τα­νο­ού­σε από­λυ­τα τους λό­γους των εξε­γέρ­σε­ων, σύμ­φω­να με τον εκ­πρό­σω­πο Τύπου του Λευ­κού Οίκου, ο οποί­ος του απέ­δω­σε τη φράση: «Τι πε­ρι­μέ­να­τε; Δεν κα­τα­λα­βαί­νω γιατί εκ­πλα­γή­κα­τε τόσο. Όταν πατάς κά­ποιον στον λαιμό και τον κρα­τάς στο χώμα για 300 χρό­νια, τι θα κάνει, όταν τον αφή­σεις να ση­κω­θεί;». Η ορθή ερ­μη­νεία δεν σή­μαι­νε και συ­μπά­θεια. Σε απο­μα­γνη­το­φω­νη­μέ­νες συ­νο­μι­λί­ες με τον δή­μαρ­χο του Σι­κά­γου, ο Τζόν­σον δή­λω­νε: «το κέ­ρα­τό μου, δεν ξέρω πώς αντι­με­τω­πί­ζου­με τέ­τοιες κα­τα­στά­σεις. Αλλά ξέρω ένα πράγ­μα: πρέ­πει να τις αντι­με­τω­πί­σου­με με μού­σκου­λα και με σκλη­ρό­τη­τα». Ασκώ­ντας κρι­τι­κή στον δή­μαρ­χο, που πε­ρί­με­νε να εξα­ντλή­σει όλα τα άλλα μέσα και δεν ζή­τη­σε την κι­νη­το­ποί­η­ση του στρα­τού με την ίδια προ­θυ­μία που το έκα­ναν άλλοι το­πι­κοί αξιω­μα­τού­χοι, του είπε: «προ­τι­μώ να κι­νη­το­ποι­ή­σω τους στρα­τιώ­τες και να μην τους χρεια­στώ, παρά να χρεια­στώ στρα­τιώ­τες και να μην τους έχω».

Αυτά δεν ήταν απλά λόγια. Μετά το Γουότς του 1965 και το Ντι­τρόιτ του 1967, το ίδιο το Πε­ντά­γω­νο είχε επε­ξερ­γα­στεί σχέ­δια απά­ντη­σης σε μαύ­ρες εξε­γέρ­σεις και τη νύχτα της δο­λο­φο­νί­ας του Κινγκ ζή­τη­σε από την αε­ρο­πο­ρία να είναι έτοι­μη να συν­δρά­μει σε πι­θα­νή από­πει­ρα (ανα)κα­τά­λη­ψης της Ουά­σινγ­κτον! Στις 5 Απρί­λη, ο Τζόν­σον διέ­τα­ξε την κι­νη­το­ποί­η­ση του στρα­τού και της εθνο­φρου­ράς. Σε πολ­λές πό­λεις χρειά­στη­καν πο­λυ­ή­με­ρες σκλη­ρές οδο­μα­χί­ες, που κό­στι­σαν δε­κά­δες νε­κρούς και χι­λιά­δες τραυ­μα­τί­ες, για να κα­τα­στα­λούν οι εξε­γέρ­σεις.

Στην ίδια την πρω­τεύ­ου­σα Ουά­σινγ­κτον, οι πυρ­πο­λή­σεις κτι­ρί­ων και οι συ­γκρού­σεις έφτα­σαν δύο τε­τρά­γω­να μα­κριά από τον Λευκό Οίκο, πριν υπο­χρε­ω­θούν οι δια­δη­λω­τές σε υπο­χώ­ρη­ση. Στην πρω­τεύ­ου­σα των ΗΠΑ κι­νη­το­ποι­ή­θη­καν 13.600 στρα­τιώ­τες, η 3η Με­ραρ­χία ανέ­λα­βε τη φύ­λα­ξη του Λευ­κού Οίκου, ενώ πε­ζο­ναύ­τες έστη­σαν οπλο­πο­λυ­βό­λα για να φυ­λά­ξουν το Κα­πι­τώ­λιο.

Οι μαύ­ρες εξε­γέρ­σεις απο­τι­μώ­νται μέχρι σή­με­ρα είτε ως κα­τα­στρο­φι­κές («ρή­μα­ξαν τις ίδιες τους τις γει­το­νιές!» ή «οδή­γη­σαν σε μα­ζι­κή έξοδο των λευ­κών και κα­τέ­στρε­ψαν τις προ­ο­πτι­κές συ­νύ­παρ­ξης!»), είτε ως ο λάθος τρό­πος, ως το «προ­βλη­μα­τι­κό ξα­δερ­φά­κι του Κι­νή­μα­τος για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα». Σε ένα άρθρο υπε­ρά­σπι­σης των μαύ­ρων εξε­γέρ­σε­ων το 2011, η Κι­γιάν­γκα Για­μά­τα-Τέι­λορ τις πε­ρι­γρά­φει εύ­στο­χα ως

«βίαιη εί­σο­δος των μαύ­ρων μαζών στην πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση που ως τότε τις αντι­με­τώ­πι­ζε ως αό­ρα­τες ή αδιά­φο­ρες. Η μαύρη φτώ­χεια και ο ρα­τσι­σμός στα αστι­κά κέ­ντρα έγινε ένα από τα πιο ση­μα­ντι­κά ζη­τή­μα­τα της δε­κα­ε­τί­ας».

Η πε­ρι­γρα­φή των εξε­γέρ­σε­ων ως «φωνή των χωρίς φωνή» δεν είναι απλό ποι­η­τι­κό σχήμα, αλλά πραγ­μα­τι­κό­τη­τα: Εντε­λώς ξαφ­νι­κά, το κα­λο­καί­ρι του 1968, όλη η κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή συ­ζή­τη­ση αφο­ρού­σε την αθλιό­τη­τα στα γκέτο και την «κρίση στις πό­λεις μας». Πέρα από τον πο­λι­τι­κό αντί­κτυ­πο, η μαύρη συγ­γρα­φέ­ας-ακτι­βί­στρια κα­τα­θέ­τει και στοι­χεία που απο­δει­κνύ­ουν ότι ο «λάθος τρό­πος» απο­δεί­χθη­κε πε­τυ­χη­μέ­νος ακόμα και με όρους δια­πραγ­μά­τευ­σης με το κρά­τος: Πριν το κύμα μαύ­ρων εξε­γέρ­σε­ων, οι δη­μό­σιες δα­πά­νες σε ζη­τή­μα­τα λαϊ­κής στέ­γης και φτώ­χειας στα αστι­κά κέ­ντρα ήταν 600 εκα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια. Στο τέλος της δε­κα­ε­τί­ας του ’60, δη­λα­δή στον από­η­χο των μαύ­ρων εξε­γέρ­σε­ων, το ποσό είχε φτά­σει στα 5 δισ. δο­λά­ρια. Σε αυτά τα στοι­χεία αξί­ζει να προ­σθέ­σου­με ένα ακόμα: Ένα νο­μο­σχέ­διο για αξιο­πρε­πή στέ­γα­ση, το οποίο ο Λού­θερ Κινγκ διεκ­δι­κού­σε για χρό­νια και το οποίο συ­να­ντού­σε μο­νί­μως εμπό­δια στις διά­φο­ρες επι­τρο­πές του Κο­γκρέ­σου, «ξαφ­νι­κά» έγινε πρώτη προ­τε­ραιό­τη­τα και εγκρί­θη­κε…

Το άρθρο της Τέι­λορ κα­τα­λή­γει:

«Οι εξε­γέρ­σεις φυ­σι­κά δεν κρα­τά­νε για πάντα. Συ­να­ντούν τε­λι­κά τη δύ­να­μη του κρά­τους και οι εξε­γερ­μέ­νοι κου­ρά­ζο­νται, όταν υπο­χω­ρή­σει η αδρε­να­λί­νη της αί­σθη­σης ότι είναι πο­λι­τι­κά ζω­ντα­νοί. Για να πε­τύ­χου­με τις ου­σια­στι­κές αλ­λα­γές που χρειά­ζο­νται για να αλ­λά­ξουν πραγ­μα­τι­κά οι ζωές των φτω­χών και των ερ­γα­τών, χρειά­ζο­νται κι άλλα πράγ­μα­τα: Στρα­τη­γι­κή, πο­λι­τι­κή και ορ­γά­νω­ση».

Και το πιο εντυ­πω­σια­κό που συ­νέ­βη στο μαύρο κί­νη­μα εκεί­νη την άνοι­ξη-κα­λο­καί­ρι του 1968, είναι ότι χι­λιά­δες αγω­νι­στές έβγα­λαν αντί­στοι­χα συ­μπε­ρά­σμα­τα. Οι ορ­γι­σμέ­νες εξε­γέρ­σεις δεν ήταν η μο­να­δι­κή απά­ντη­ση στην εί­δη­ση της δο­λο­φο­νί­ας του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ. Μια άλλη απά­ντη­ση ήταν η στρά­τευ­ση στον επα­να­στα­τι­κό αγώνα, μέσα από τις γραμ­μές των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων.

Η άνο­δος των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων

Για πολ­λούς αγω­νι­στές που εξε­λί­χθη­καν σε στε­λέ­χη των Παν­θή­ρων τα επό­με­να χρό­νια, η 4η Απρί­λη του 1968 ήταν η μέρα που άλ­λα­ξε τις ζωές τους.

Ο Άαρον Ντί­ξον ήταν ένας μαύ­ρος αγω­νι­στής που βρι­σκό­ταν σε κελί, επει­δή είχε ορ­γα­νώ­σει μια δια­δή­λω­ση. Εκεί έμαθε τα νέα της δο­λο­φο­νί­ας και θυ­μά­ται:

«Με πλημ­μύ­ρι­σε η οργή εκεί­νη τη νύχτα. Όχι άλλα δά­κρυα, όχι άλλος διά­λο­γος. Εκεί­νη τη νύχτα, ξε­κί­νη­σε ο πό­λε­μος σε όλη την Αμε­ρι­κή. Ορ­κί­στη­κα στον εαυτό μου ότι ο θά­να­τος του Μάρ­τιν δεν θα μεί­νει χωρίς εκ­δί­κη­ση. Αν ένας ει­ρη­νι­κός άν­θρω­πος δο­λο­φο­νεί­ται με βία, τότε η βία θα είναι η απά­ντη­ση».

Ο Ντί­ξον λίγες μέρες μετά τα­ξί­δε­ψε στο Όκλαντ για να συ­να­ντή­σει τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες και γύ­ρι­σε στην πόλη του το Σιάτλ, για να γίνει ο ηγέ­της της το­πι­κής ορ­γά­νω­σης εκεί.

Η Ασάτα Σα­κούρ γρά­φει στην αυ­το­βιο­γρα­φία της για τη στιγ­μή που έμαθε τα νέα:

«Μια σκέψη περνά από το μυαλό μου: Θέλω να νι­κή­σω. Δεν θέλω απλά να εξε­γερ­θώ, θέλω να νι­κή­σω. Η επα­νά­στα­ση δεν θα παι­χτεί στην τη­λε­ό­ρα­ση στις ει­δή­σεις των 6. Πρέ­πει να προ­ε­τοι­μα­στώ. Επα­νά­στα­ση. Αυτή η λέξη με κα­θο­δη­γεί».

Όπως ο Ντί­ξον, η Σα­κούρ τα­ξι­δεύ­ει στο Όκλαντ για να συ­να­ντή­σει τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες και, γυρ­νώ­ντας στο Χάρ­λεμ, γί­νε­ται η ηγέ­τι­δα της το­πι­κής ορ­γά­νω­σης εκεί. Κα­τα­λή­γει στο ίδιο κε­φά­λαιο της αυ­το­βιο­γρα­φί­ας της:

«Ήθελα να γίνω πάρα πολλά πράγ­μα­τα, όταν ήμουν μικρό κο­ρί­τσι και σί­γου­ρα το να γίνω επα­να­στά­τρια δεν ήταν ένα από αυτά. Αλλά τώρα ήταν το μο­να­δι­κό πράγ­μα που ήθελα να κάνω».

Ήταν πολ­λοί οι μαύ­ροι αγω­νι­στές που έκα­ναν τις ίδιες σκέ­ψεις και το ίδιο δρο­μο­λό­γιο: Τα­ξί­δι στο Όκλαντ, επαφή με τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες κι επι­στρο­φή στην πόλη τους για να χτί­σουν το Κόμμα και εκεί. Στο τέλος του 1967, πα­ρό­λο το κύρος τους, οι Πάν­θη­ρες ήταν μια ορ­γά­νω­ση 75 ατό­μων.Το κα­λο­καί­ρι του 1968, ήταν ένα κόμμα με του­λά­χι­στον 5.000 μέλη και υπερ-πολ­λα­πλά­σιους υπο­στη­ρι­κτές. Η βδο­μα­διά­τι­κη εφη­με­ρί­δα τους έφτα­σε κά­ποια στιγ­μή να πουλά 250.000 φύλλα. Σε μια δη­μο­σκό­πη­ση του 1970, ένας στους τέσ­σε­ρις μαύ­ρους δή­λω­νε «απε­ριό­ρι­στο σε­βα­σμό» στο Κόμμα των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων, ενώ στη νε­ο­λαία αυτή η ταύ­τι­ση έφτα­νε στο 43%. Πέντε στους έξι μαύ­ρους συμ­φω­νού­σαν στη γε­νι­κό­τε­ρη άποψη ότι «οι μαύ­ροι πρέ­πει να ενω­θούν και να αμυν­θούν».

Η άνο­δος των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων σή­μαι­νε πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα από μια ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση του μαύ­ρου κι­νή­μα­τος. Οι Πάν­θη­ρες δή­λω­ναν μαρ­ξι­στές και επα­να­στά­τες. Η πα­ρου­σία τους εξέ­φρα­ζε το υψη­λό­τε­ρο επί­πε­δο της ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­σης που γέν­νη­σε το αμε­ρι­κα­νι­κό 1968. Για πρώτη φορά μετά τη δε­κα­ε­τία του ’30, απέ­κτη­σε τόσο μα­ζι­κό ακρο­α­τή­ριο ένα πο­λι­τι­κό κόμμα που ανα­φε­ρό­ταν ρητά στην επα­να­στα­τι­κή σο­σια­λι­στι­κή πο­λι­τι­κή και την προ­ο­πτι­κή ανα­τρο­πής του κα­πι­τα­λι­σμού. Η «πο­λε­μι­κή τους κραυ­γή», το σύν­θη­μα με το οποίο άνοι­γαν κι έκλει­ναν τις ομι­λί­ες τους, τις δη­λώ­σεις τους στον Τύπο κ.ο.κ. κι έγινε σήμα κα­τα­τε­θέν τους, δεν ήταν τόσο το «Black Power!» όσο το εμ­βλη­μα­τι­κό «All Power to the People!» («Όλη η εξου­σία στο λαό!»).

Η ει­κό­να του ένο­πλου μαύ­ρου απο­τέ­λε­σε σί­γου­ρα ισχυ­ρό σύμ­βο­λο και πόλο έλξης: ήταν η απο­φα­σι­στι­κή αυ­το­ά­μυ­να, αλλά και το μή­νυ­μα ότι δεν πα­ρα­κα­λά­με πια το αμε­ρι­κα­νι­κό κρά­τος να μας δώσει δι­καιώ­μα­τα, αλλά το πο­λε­μά­με για την απε­λευ­θέ­ρω­σή μας. Ένα μή­νυ­μα που υπο­στή­ρι­ζε το πε­ρί­φη­μο Πρό­γραμ­μα των 10 Ση­μεί­ων, που συν­δύ­α­ζε το κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα της φτώ­χειας με τη σύ­γκρου­ση με το κρά­τος και την προ­ο­πτι­κή της απε­λευ­θέ­ρω­σης. Όμως στα χρό­νια της ακμής τους, οι Πάν­θη­ρες ήταν πολύ πε­ρισ­σό­τε­ρα πράγ­μα­τα από τα όπλα τους.

Πέρα από τα όπλα…

Τα γκέτο με­τα­μορ­φώ­θη­καν από τα κοι­νω­νι­κά προ­γράμ­μα­τα των Παν­θή­ρων: δω­ρε­άν πρω­ι­νό στα μικρά παι­διά, αυ­το­σχέ­διες κλι­νι­κές,  δια­νο­μή ρού­χων, επι­σι­τι­στι­κά προ­γράμ­μα­τα, υπη­ρε­σί­ες με­τα­φο­ράς (λε­ω­φο­ρεία!), «αστυ­νό­μευ­ση» των δρό­μων, ακόμα και εθε­λο­ντι­κές ερ­γα­σί­ες (επι­σκευ­ές, υδραυ­λι­κά κ.ο.κ.).

Ο Μπό­μπι Σιλ εξη­γού­σε ότι αυτά δεν απο­τε­λού­σαν «προ­σαρ­μο­γή στο υπαρ­κτό σύ­στη­μα». Αυτά που κά­ποιοι ονό­μα­ζαν «ρε­φορ­μι­στι­κά», έλεγε, απο­κτού­σαν τε­λεί­ως άλλο νόημα, όταν τα ορ­γά­νω­νε «το επα­να­στα­τι­κό στρα­τό­πε­δο», που «απα­ντά στις κα­θη­με­ρι­νές ανά­γκες των φτω­χών, ενώ διε­ξά­γει τον επα­να­στα­τι­κό αγώνα». Και πράγ­μα­τι η συ­στη­μα­τι­κή δια­κί­νη­ση της εφη­με­ρί­δας τους, τα σχο­λεία όπου δί­δα­σκαν τη μαύρη ιστο­ρία και η πο­λι­τι­κή ορ­γά­νω­ση συ­νό­δευαν τα κοι­νω­νι­κά προ­γράμ­μα­τα κι επι­χει­ρού­σαν έτσι να «μπο­λιά­σουν» τα γκέτο με πο­λι­τι­κή συ­νεί­δη­ση.

Οι Πάν­θη­ρες, επι­διώ­κο­ντας τη συ­νερ­γα­σία με τη «λευκή» αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά και με τα άλλα κι­νή­μα­τα (με πιο εμ­βλη­μα­τι­κή τη συ­νει­δη­τή, ορ­γα­νω­μέ­νη συ­μπό­ρευ­ση με το αντι­πο­λε­μι­κό) έκα­ναν ένα με­γά­λο βήμα μπρος στην ιστο­ρία της «Μαύ­ρης Δύ­να­μης». Αν ο Λού­θερ Κινγκ κα­λού­σε τους μαύ­ρους να εκλι­πα­ρούν τους λευ­κούς «να δεί­ξουν συ­μπό­νια», οι μαύ­ροι εθνι­κι­στές ήρθαν σε ρήξη με αυτή την πα­ρά­δο­ση με πρω­τό­γο­νο τρόπο, αρ­νού­με­νοι να απευ­θυν­θούν γε­νι­κά στους λευ­κούς. Οι Πάν­θη­ρες έδω­σαν την απά­ντη­ση στο ζή­τη­μα, αντι­με­τω­πί­ζο­ντας τους λευ­κούς ούτε ως «κα­λούς αν­θρώ­πους που κά­ποια στιγ­μή θα δεί­ξουν κα­τα­νό­η­ση», ούτε ως «εχθρούς», αλλά ως αδέρ­φια στον κοινό αγώνα –του­λά­χι­στον τους ρι­ζο­σπά­στες, αντι­ρα­τσι­στές λευ­κούς. Ο Έλ­ντριτζ Κλί­βερ, μι­λώ­ντας για «τον Δεύ­τε­ρο Εμ­φύ­λιο Πό­λε­μο στις ΗΠΑ», προ­έ­βλε­πε «χι­λιά­δες λευ­κούς Τζον Μπρά­ουν να πο­λε­μούν στο πλευ­ρό των μαύ­ρων» –μια ανα­φο­ρά στον λευκό πο­λέ­μιο της σκλα­βιάς των μαύ­ρων, που ισχυ­ρι­ζό­ταν τον 19ο αιώνα ότι χρειά­ζε­ται ένο­πλη εξέ­γερ­ση για να συ­ντρι­βεί το δου­λο­κτη­τι­κό κα­θε­στώς και ερ­γά­στη­κε και «πρα­κτι­κά» προς αυτό τον στόχο…

Οι Πάν­θη­ρες ανέ­πτυ­ξαν μια πο­λυ-επί­πε­δη πο­λι­τι­κή αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή δράση. Κα­τέ­βη­καν σε συμ­μα­χία με το Κόμμα Ει­ρή­νης και Ελευ­θε­ρί­ας στις προ­ε­δρι­κές εκλο­γές του 1968, με τον Έλ­ντριτζ Κλί­βερ ως υπο­ψή­φιο να «ανά­βει φω­τιές» στις ομι­λί­ες του, μπρο­στά σε ένα κοινό που εκεί­νη τη χρο­νιά ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποιού­ταν μέσα από τις εμπει­ρί­ες του στο αντι­πο­λε­μι­κό κί­νη­μα. Συμ­με­τεί­χαν ενερ­γά στην πρώτη γραμ­μή του αντι­πο­λε­μι­κού κι­νή­μα­τος, ενι­σχύ­ο­ντας τον ήδη σε εξέ­λι­ξη ρι­ζο­σπα­στι­σμό του. Μι­λού­σαν σε «λευκά» φοι­τη­τι­κά αμ­φι­θέ­α­τρα για τον αντι­κα­πι­τα­λι­σμό, προ­σφέ­ρο­ντας μια πο­λι­τι­κή εναλ­λα­κτι­κή στη νε­α­νι­κή ρι­ζο­σπα­στι­κο­ποί­η­ση της επο­χής. Μέσα από τις στή­λες της εφη­με­ρί­δας τους διέ­δι­δαν πο­λι­τι­κή άποψη για την Πα­λαι­στί­νη, για το Βιετ­νάμ, για το Κον­γκό, για τους αγώ­νες ενά­ντια στον ιμπε­ρια­λι­σμό πα­γκό­σμια.

Σε μια εποχή που το σύ­στη­μα, αδυ­να­τώ­ντας να εξου­δε­τε­ρώ­σει τη «Μαύρη Δύ­να­μη», επι­χει­ρού­σε να την εν­σω­μα­τώ­σει (με θε­ω­ρί­ες περί ατο­μι­κής ανέ­λι­ξης των «ικα­νών» μαύ­ρων –οι­κο­νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά), οι Πάν­θη­ρες στά­θη­καν απέ­να­ντι:

«Η απά­ντη­ση είναι ο σο­σια­λι­σμός και όχι ο μαύ­ρος κα­πι­τα­λι­σμός που ει­ση­γεί­ται ο Νίξον».

Σε μια εποχή που η «λευκή» αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή Αρι­στε­ρά τα­λα­νι­ζό­ταν όσον αφορά τη στάση της απέ­να­ντι στα νέα αντι­σε­ξι­στι­κά κι­νή­μα­τα, οι Πάν­θη­ρες έδει­ξαν εντυ­πω­σια­κή ευ­ρύ­τη­τα πνεύ­μα­τος –με τα μέτρα πάντα της επο­χής. Το 1970 ο Χιούι Νιού­τον σε ομι­λία του «υιο­θε­τού­σε» ανοι­χτά τους αγώ­νες των γυ­ναι­κών και των ομο­φυ­λο­φί­λων. Οι γυ­ναί­κες, που έπαι­ζαν πρω­τα­γω­νι­στι­κό ρόλο στη ζωή και την ορ­γά­νω­ση του Κόμ­μα­τος, είχαν θέσει πρώ­τες το ζή­τη­μα της ισό­τι­μης θέσης τους σε αυτό. Έγινε ολό­κλη­ρη εσω­τε­ρι­κή κα­μπά­νια, ώστε να απο­δε­χτούν όλα τα μέλη ότι θα πρέ­πει να απο­δέ­χο­νται να κα­θο­δη­γού­νται από γυ­ναί­κες συ­ντρό­φισ­σες (κα­θό­λου αυ­το­νό­η­το) και να απο­θαρ­ρυν­θούν από τη χρήση της λέξης «bitch» (κα­ριό­λα/σκύλα). Αντί­στοι­χα, κα­λω­σο­ρί­ζο­ντας το ξέ­σπα­σμα του ΛΟΑΤ κι­νή­μα­τος, απο­θάρ­ρυ­ναν τα μέλη από τη χρήση της λέξης «faggot» (πού­στης) ως προ­σβο­λή/βρι­σιά.

Αυτά τα «απλά» στις ση­με­ρι­νές συν­θή­κες δεν ήταν κα­θό­λου αυ­το­νό­η­τα ούτε καν στη «λευκή» Αρι­στε­ρά της επο­χής, πόσο μάλ­λον στην πα­ρα­δο­σια­κά «μάτσο» κουλ­τού­ρα του γκέτο, που επη­ρέ­α­ζε ακόμα και τους πλέον μα­χη­τι­κούς αγω­νι­στές.

Όταν ο Χιούι Νιού­τον ολο­κλή­ρω­σε το πε­ρί­φη­μο «πρό­γραμ­μα των 10 ση­μεί­ων», ζή­τη­σε τη γνώμη ενός παι­δι­κού του φίλου, του Ρί­τσαρντ Αόκι, που ήταν ασια­τι­κής κα­τα­γω­γής. Εκτός από τη γνώμη του, του ζή­τη­σε και να εντα­χθεί στο Κόμμα. Ο διά­λο­γος που ακο­λού­θη­σε ήταν απλός:

– Τι με θέ­λε­τε εμένα; Είμαι Ασιά­της, όχι μαύ­ρος.

– Η πάλη για την απε­λευ­θέ­ρω­ση δια­περ­νά όλα τα χρώ­μα­τα…

Και υπήρ­ξαν Ασιά­τες στις γραμ­μές των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων. Αλλά κυ­ρί­ως, υπήρ­ξε η προ­σπά­θεια να έρ­θουν σε επαφή με τις άλλες κοι­νό­τη­τες. Είναι λι­γό­τε­ρο γνω­στές οι ιστο­ρί­ες της «Κί­τρι­νης Δύ­να­μης» (Ασιά­τες), της «Κόκ­κι­νης Δύ­να­μης» (Ιθα­γε­νείς), της «Καφέ Δύ­να­μης» (ισπα­νό­φω­νοι). Αλλά όλες αυτές οι προ­σπά­θειες όχι μόνο εμπνεύ­στη­καν από τους Πάν­θη­ρες, αλλά και στη­ρί­χθη­καν απο­φα­σι­στι­κά από αυ­τούς. Οι «λα­τί­νος» της ορ­γά­νω­σης La Sieta de la Raza για ένα διά­στη­μα είχαν μό­νι­μο «χώρο» στην εφη­με­ρί­δα των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων. Το κί­νη­μα των ιθα­γε­νών επί­σης πάντα έβρι­σκε φι­λο­ξε­νία στην εφη­με­ρί­δα τους.

Κο­ρυ­φαίο πα­ρά­δειγ­μα υπήρ­ξε η «Συμ­μα­χία του Ου­ρά­νιου Τόξου» στο Σι­κά­γο, όπου συμ­μά­χη­σαν οι Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες με τους Πορ­το­ρι­κα­νούς «Young Lords», τους λευ­κούς «Νέους Πα­τριώ­τες» (που υπήρ­ξαν ρα­τσι­στές πριν τη συ­νά­ντη­σή τους με τους Πάν­θη­ρες) και τους Κι­νέ­ζους Κόκ­κι­νους Φρου­ρούς.

Αλλά και αλλού, τα «Καφέ Μπερέ» των λα­τί­νων, οι Λευ­κοί Πάν­θη­ρες, όπως και το φοι­τη­τι­κό ρι­ζο­σπα­στι­κό SDS που στε­κό­ταν σε αλ­λη­λεγ­γύη και ορ­γά­νω­νε κοινή δράση με τους Πάν­θη­ρες.

Όπως έλεγε ο Ίμορι Ντά­γκλας, από τα πα­λιό­τε­ρα στε­λέ­χη του Κόμ­μα­τος: «Δεί­ξα­με μια πολύ ευ­ρύ­τε­ρη κα­τα­νό­η­ση του συν­θή­μα­τος του Μάλ­κολμ Χ “με οποιο­δή­πο­τε ανα­γκαίο μέσο”». Σύμ­φω­να με τον Ίμορι αυτό δεν αφο­ρού­σε μόνο την αυ­το­ά­μυ­να, αλλά και το ότι «θα συμ­μα­χή­σου­με με οποιον­δή­πο­τε θέλει να πο­λε­μή­σει αυτή τη ρα­τσι­στι­κή άθλια κυ­βέρ­νη­ση».

Όλα αυτά συ­νέ­βαι­ναν με όρια, με αντι­φά­σεις, με προ­βλή­μα­τα (ούτε τα σε­ξι­στι­κά κρού­σμα­τα έλει­ψαν, ούτε οι τα­λα­ντεύ­σεις με­τα­ξύ «ενό­τη­τας των φτω­χών» και «μαύ­ρου εθνι­κι­σμού» έλει­ψαν κ.ο.κ.). Αλλά ήταν όλα αυτά μαζί που έκα­ναν τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες να απο­κτή­σουν ένα με­γά­λο πα­ρά­ση­μο: τον χα­ρα­κτη­ρι­σμό τους από το FBI ως «Νού­με­ρο Ένα Δη­μό­σιο Κίν­δυ­νο». Στα σχε­τι­κά έγ­γρα­φα, η πρώτη ανη­συ­χία των Αρχών ήταν «η εμ­φά­νι­ση ενός Μαύ­ρου Μεσ­σία που θα εμπνεύ­σει και θα ενο­ποι­ή­σει το μα­χη­τι­κό μαύρο κί­νη­μα», αλλά η δεύ­τε­ρη ήταν ότι «δη­λη­τη­ριά­ζουν τις αξίες της αμε­ρι­κα­νι­κής νε­ο­λαί­ας», με την αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή τους προ­πα­γάν­δα στους λευ­κούς φοι­τη­τές. Αυτό που έκανε τους Πάν­θη­ρες τόσο επι­κίν­δυ­νους ήταν ότι η δράση και οι ιδέες τους έβρι­σκαν τέ­τοια απή­χη­ση, που υπο­χρέ­ω­σαν το 1969 το πε­ριο­δι­κό «Life» να κυ­κλο­φο­ρή­σει με ένα αφιέ­ρω­μα που ανα­ρω­τιό­ταν: «Επα­νά­στα­ση: Μπο­ρεί να συμ­βεί στις ΗΠΑ;».

Κρίση και πτώση

Η πε­ρι­πέ­τεια των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων απο­δεί­χτη­κε σύ­ντο­μη. Όσο εντυ­πω­σια­κή ήταν η εκτό­ξευ­σή τους, άλλο τόσο ρα­γδαία ήταν η κα­τάρ­ρευ­σή τους. Ως το 1973, είχαν πρα­κτι­κά εξα­φα­νι­στεί, αδυ­να­τώ­ντας να απα­ντή­σουν στην ανε­λέ­η­τη αντε­πί­θε­ση του αμε­ρι­κα­νι­κού κρά­τους.

Υπάρ­χουν πο­λι­τι­κές αδυ­να­μί­ες που απο­τε­λούν μέρος της εξή­γη­σης. Η ανα­φο­ρά τους στο μα­οϊ­σμό υπήρ­ξε κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη τα πρώτα χρό­νια. Οι Πάν­θη­ρες απο­τέ­λε­σαν διε­θνώς μια από τις κα­λύ­τε­ρες πε­ρι­πτώ­σεις δη­μιουρ­γι­κής «αξιο­ποί­η­σης» των μη­νυ­μά­των που έρ­χο­νταν από την Κίνα «στις συ­γκε­κρι­μέ­νες συν­θή­κες». Όμως η ίδια ανα­φο­ρά απο­τέ­λε­σε τη βάση για τα προ­βλή­μα­τα που τους δυ­σκό­λε­ψαν να αντέ­ξουν στην αντε­πί­θε­ση του κρά­τους. Η αυ­στη­ρή ιε­ραρ­χι­κή δομή (αντί­στοι­χη «αντάρ­τι­κου στρα­τού») δεν επέ­τρε­πε μια πιο σο­βα­ρή και ζω­ντα­νή συλ­λο­γι­κή συ­ζή­τη­ση για τις στρο­φές της συ­γκυ­ρί­ας, που θα τους επέ­τρε­πε να ανα­προ­σα­να­το­λι­στούν και να απο­φύ­γουν τρι­βές και εντά­σεις, συχνά προ­σω­πο­ποι­η­μέ­νες. Ανα­ζη­τώ­ντας το αμε­ρι­κα­νι­κό αντί­στοι­χο του «ακτή­μο­να αγρό­τη αντάρ­τη», έδω­σαν προ­τε­ραιό­τη­τα στο «πε­ρι­θώ­ριο» (στα «παι­διά του γκέτο») ως κοι­νω­νι­κή βάση στρα­το­λο­γιών και όχι στην ερ­γα­τι­κή τάξη. Αυτή η κοι­νω­νι­κή σύν­θε­ση λει­τουρ­γού­σε αντι­κει­με­νι­κά απο­στα­θε­ρο­ποι­η­τι­κά για το Κόμμα, όταν αυτό βρέ­θη­κε απέ­να­ντι στο κρά­τος. Η «επα­να­στα­τι­κή ανυ­πο­μο­νη­σία» και η διά­ψευ­σή της απο­θάρ­ρυ­νε και προ­κά­λε­σε κάθε εί­δους πα­ρέκ­κλι­ση: Μπρο­στά στα αδιέ­ξο­δα, ο αυ­το­ε­ξό­ρι­στος Κλί­βερ έδινε όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο μο­νο­με­ρή έμ­φα­ση στην «κλι­μά­κω­ση των στρα­τιω­τι­κών ενερ­γειών». Ο Σιλ στρε­φό­ταν στον εκλο­γι­κό δρόμο, εγκα­τα­λεί­πο­ντας τους Πάν­θη­ρες για να κα­τέ­βει για δή­μαρ­χος του Όκλαντ. Ο Νιού­τον απαι­τού­σε τη δια­γρα­φή και των δύο.

Αυτές οι πο­λι­τι­κές αδυ­να­μί­ες δυ­σκό­λε­ψαν τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες στην προ­σπά­θεια να χει­ρι­στούν τις δυ­σκο­λί­ες, που κλό­νι­σαν τη με­γά­λη πλειο­ψη­φία της «Νέας Αρι­στε­ράς» του 1968.

Η Μαύρη Δύ­να­μη στο ερ­γο­στά­σιο

Μια λι­γό­τε­ρη γνω­στή ορ­γά­νω­ση, ο Σύν­δε­σμος Μαύ­ρων Επα­να­στα­τών Ερ­γα­τών, είχε επι­χει­ρή­σει να δώσει άλλες απα­ντή­σεις. Γεν­νή­θη­κε ως προ­έ­κτα­ση του DRUM (Επα­να­στα­τι­κό Συν­δι­κα­λι­στι­κό Κί­νη­μα στην Dodge), μια συν­δι­κα­λι­στι­κή ορ­γά­νω­ση στην αυ­το­κι­νη­το­βιο­μη­χα­νία της Κράι­σλερ στο Ντι­τρόιτ, που επι­χει­ρού­σε να ορ­γα­νώ­σει τους μαύ­ρους ερ­γά­τες απέ­να­ντι στην ερ­γο­δο­σία, αλλά και απέ­να­ντι στη λευκή συν­δι­κα­λι­στι­κή γρα­φειο­κρα­τία που τους απέ­κλειε ρα­τσι­στι­κά.

Το DRUM εμπνεύ­στη­κε από ένα κύμα απερ­γιών, στο οποίο εμπλέ­κο­νταν όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο οι μαύ­ροι ερ­γά­τες και απο­τέ­λε­σε την πιο προ­ω­θη­μέ­νη ορ­γα­νω­τι­κή του έκ­φρα­ση, κερ­δί­ζο­ντας στη δια­δρο­μή και τη στή­ρι­ξη ενός τμή­μα­τος της λευ­κής ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης.

Τα στε­λέ­χη του DRUM και του Συν­δέ­σμου είχαν εμπει­ρί­ες από τους αγώ­νες στο δρόμο (τις εξε­γέρ­σεις του Ντι­τρόιτ κλπ), επι­κοι­νω­νού­σαν με τον αντι­κα­πι­τα­λι­σμό των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων, αλλά επι­χει­ρού­σαν να φέ­ρουν τη «Μαύρη Δύ­να­μη» μέσα στα ερ­γο­στά­σια και να ορ­γα­νώ­σουν τη μαύρη ερ­γα­τι­κή τάξη ως δύ­να­μη που θα πε­τύ­χει την ανα­τρο­πή. Κα­τα­λά­βαι­ναν ότι ο αγώ­νας τους «δεν αφορά μόνο τα ερ­γο­στά­σια, αλλά την αλ­λα­γή της κοι­νω­νί­ας». Για ένα διά­στη­μα ο Σύν­δε­σμος και οι Πάν­θη­ρες συ­μπο­ρεύ­τη­καν: «Να ενώ­σου­με τη μαύρη κοι­νό­τη­τα με τη μαύρη ερ­γα­τι­κή τάξη», έλε­γαν οι ηγέ­τες των Παν­θή­ρων, έχο­ντας πλήρη επί­γνω­ση ότι η δου­λειά τους μέχρι τότε είχε αυ­τό-πε­ριο­ρι­στεί «στην κοι­νό­τη­τα». Οι ίδιοι οι Πάν­θη­ρες έφτια­ξαν τον πρώτο τους ερ­γα­τι­κό πυ­ρή­να κι άρ­χι­σαν να αφιε­ρώ­νουν στην εφη­με­ρί­δα τους χώρο και για τους απερ­για­κούς αγώ­νες –αν και ποτέ δεν έγινε προ­τε­ραιό­τη­τά τους η μαύρη ερ­γα­τι­κή τάξη.

Ο Σύν­δε­σμος Μαύ­ρων Επα­να­στα­τών Ερ­γα­τών κα­τέρ­ρευ­σε αρ­γό­τε­ρα, κάτω από δια­φο­ρε­τι­κού εί­δους χτυ­πή­μα­τα: Όχι από το κρά­τος, αλλά από την ερ­γο­δο­σία, καθώς εξε­λισ­σό­ταν η νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη αντε­πα­νά­στα­ση με πρώτα θύ­μα­τα τους μαύ­ρους ερ­γά­τες και πρώ­τους υπο­ψή­φιους για από­λυ­ση τους συν­δι­κα­λι­στές ηγέ­τες τους. Και από δικές τους αδυ­να­μί­ες που ήρθαν στην επι­φά­νεια, όπως οι εντά­σεις με­τα­ξύ συν­δι­κα­λι­στι­κής δου­λειάς και επα­να­στα­τι­κής πο­λι­τι­κής, οι σχέ­σεις με τη λευκή ερ­γα­τι­κή τάξη κ.ο.κ. Όπως και να έχει, επι­χεί­ρη­σαν να κά­νουν πράξη την κι­νη­το­ποί­η­ση των μαύ­ρων με βάση την τα­ξι­κή και όχι απο­κλει­στι­κά τη φυ­λε­τι­κή τους ταυ­τό­τη­τα, εκεί­νο το ση­μείο που αγνο­ού­σε η πο­λι­τι­κή των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων, πα­ρό­τι οι ανα­φο­ρές τους ήταν «τα­ξι­κές».

Η ανε­λέ­τη αντε­πί­θε­ση του κρά­τους

Αλλά χρειά­ζε­ται προ­σο­χή, σε­βα­σμός και με­τριο­φρο­σύ­νη, όταν κρί­νου­με τους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες. Γρά­φο­ντας πα­ρα­πά­νω ότι δεν άντε­ξαν απέ­να­ντι στην ανε­λέ­η­τη αντε­πί­θε­ση του αμε­ρι­κα­νι­κού κρά­τους, πρέ­πει να κα­τα­νο­ή­σου­με ότι αυτή υπήρ­ξε όντως ΑΝΕ­ΛΕ­Η­ΤΗ. Θα ήταν από άδικο έως ύβρη να απο­τολ­μή­σει κα­νείς από την Ελ­λά­δα του 2018 να απο­δώ­σει με βε­βαιό­τη­τα «ευ­θύ­νες για την ήττα» στους χει­ρι­σμούς της ηγε­σί­ας των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων.

Η ωμό­τη­τα, η έντα­ση και η ορ­γα­νω­τι­κό­τη­τα της κα­τα­στο­λής που εξα­πο­λύ­θη­κε ενα­ντί­ον τους, ξε­περ­νά κάθε φα­ντα­σία. Μόνο να φα­ντα­στεί μπο­ρεί κα­νείς τι επι­φυ­λάσ­σει ένα πα­νί­σχυ­ρο κρά­τος όπως το αμε­ρι­κα­νι­κό, όταν αι­σθά­νε­ται πραγ­μα­τι­κή απει­λή, απέ­να­ντι σε έναν αντί­πα­λο που θε­ω­ρεί «Νού­με­ρο Ένα Δη­μό­σιο Κίν­δυ­νο». Κά­ποια στοι­χεία μόνο:

Μόνο το 1969, συ­νε­λή­φθη­καν και φυ­λα­κί­στη­καν 348 μέλη των Παν­θή­ρων. Υπήρ­ξαν μα­ζι­κές συλ­λή­ψεις με στη­μέ­να κα­τη­γο­ρη­τή­ρια (για «σχε­δια­ζό­με­νες εκρη­κτι­κές επι­θέ­σεις» κλπ), που κα­τέρ­ρε­αν στα δι­κα­στή­ρια, αλλά κό­στι­ζαν 2 και 3 χρό­νια «προ­φυ­λά­κι­σης» σε αρ­κε­τά μέλη. Ο Χιούι Νιού­τον έζησε την πιο ση­μα­ντι­κή πε­ρί­ο­δο του κόμ­μα­τος που είχε ιδρύ­σει, μέσα από το κελί του. Το ίδιο διά­στη­μα, ο συ­νι­δρυ­τής Μπό­μπι Σιλ μπαι­νό­βγαι­νε στις φυ­λα­κές ανά τακτά χρο­νι­κά δια­στή­μα­τα. Ο τρί­τος της ηγε­σί­ας, ο Έλ­ντριτζ Κλί­βερ, κά­ποια στιγ­μή επέ­λε­ξε την αυ­το­ε­ξο­ρία για να απο­φύ­γει κι αυτός τον κίν­δυ­νο της σύλ­λη­ψης.

Μόνο το 1968-1969, δο­λο­φο­νή­θη­καν 35 μέλη των Παν­θή­ρων και τραυ­μα­τί­στη­καν οι δι­πλά­σιοι, στη διάρ­κεια ένο­πλων επι­δρο­μών της αστυ­νο­μί­ας στα γρα­φεία τους. Τέ­τοιας έντα­σης κα­τα­στο­λή συ­νό­δευε το Κόμμα κα­θη­με­ρι­νά από την ίδρυ­σή του ως την πτώση του, με την Αστυ­νο­μία να ανοί­γει απρό­κλη­τα πυρ σε συ­γκε­ντρώ­σεις τους, να ορ­γα­νώ­νει γκα­γκ­στε­ρι­κού τύπου επι­θέ­σεις (ανοί­γο­ντας πυρ μέσα από πε­ρι­πο­λι­κά, καθώς αυτά περ­νού­σαν έξω από γρα­φεία του Κόμ­μα­τος), να κάνει εφό­δους σε σπί­τια και γρα­φεία στη διάρ­κεια των οποί­ων είχε πάρει από το FBI την εντο­λή «να πυ­ρο­βο­λεί για να σκο­τώ­σει». Του­λά­χι­στον 35 τέ­τοιες επι­δρο­μές έγι­ναν μόνο το 1969.

Ανά­με­σα στους νε­κρούς, ξε­χω­ρί­ζουν δύο. Ο ένας είναι ο μι­κρού­λης Μπό­μπι Χάτον. Η πρώτη στρα­το­λο­γία των Νιού­τον-Σιλ ορ­γα­νώ­θη­κε όταν ακόμα ήταν 16 χρο­νών και χρειά­στη­κε να ζη­τή­σουν την άδεια της μη­τέ­ρας του για να τον εντά­ξουν στην ορ­γά­νω­ση. Η οι­κο­γέ­νειά του είχε κα­τα­φύ­γει στο Όκλαντ για να γλι­τώ­σει από τη συ­στη­μα­τι­κή ρα­τσι­στι­κή ακρο­δε­ξιά τρο­μο­κρα­τία. Με αυτή την έν­νοια απο­τε­λεί «σύμ­βο­λο» του τι εί­δους νε­α­ροί άν­θρω­ποι έκα­ναν την επι­λο­γή να μπουν στους Πάν­θη­ρες –πολύ συχνά ήταν τα θύ­μα­τα της κρα­τι­κής και της πα­ρα­κρα­τι­κής βίας. Δύο μέρες μετά τη δο­λο­φο­νία του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ, σε μια σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ Μαύ­ρων Παν­θή­ρων και αστυ­νο­μί­ας στο Όκλαντ, η αστυ­νο­μία άνοι­ξε πυρ και ακο­λού­θη­σε πι­στο­λί­δι. Προς τη λήξη του επει­σο­δί­ου, ο μι­κρός Μπό­μπι Χάτον δο­λο­φο­νή­θη­κε εν ψυχρώ, με του­λά­χι­στον 12 σφαί­ρες, ενώ είχε ήδη γδυ­θεί για να απο­δεί­ξει ότι είναι άο­πλος.

Ο δεύ­τε­ρος είναι ο Φρεντ Χάμ­πτον. Στέ­λε­χος πα­νε­θνι­κής εμ­βέ­λειας και ηγέ­της του Κόμ­μα­τος των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων στο Σι­κά­γο. Πρω­τα­γω­νί­στη­σε στη «Συμ­μα­χία του Ου­ρά­νιου Τόξου», ορ­γά­νω­σε κοι­νω­νι­κά προ­γράμ­μα­τα στο γκέτο, που έγι­ναν υπό­δειγ­μα για όλες τις πό­λεις. Απο­τε­λεί σκλη­ρή ει­ρω­νεία ότι υπήρ­ξε από τους πλέον δι­στα­κτι­κούς απέ­να­ντι στα όπλα. Δο­λο­φο­νή­θη­κε στην κρε­βα­το­κά­μα­ρά του (μαζί με τον Μαρκ Κλαρκ) από νυ­χτε­ρι­νή ει­σβο­λή αστυ­νο­μι­κών, που έρι­ξαν 100 σφαί­ρες, ενώ κρα­τού­σαν τον χάρτη του χαφιέ (ο σω­μα­το­φύ­λα­κας του Χάμ­πτον ήταν πρά­κτο­ρας) ση­μα­δε­μέ­νο με ένα «Χ» να γρά­φει «ο Φρεντ κοι­μά­ται εδώ».

Και αυτά είναι μόνο ένα μικρό μέρος μιας ολό­κλη­ρης εκ­στρα­τεί­ας, με δε­κά­δες «φυ­τευ­τούς» χα­φιέ­δες να καρ­φώ­νουν, ή να σπέρ­νουν δι­χό­νοιες, ή να ορ­γα­νώ­νουν προ­βο­κα­τό­ρι­κες ενέρ­γειες, με το αμε­ρι­κα­νι­κό κρά­τος να έχει (μι­κρό­τε­ρο ή με­γα­λύ­τε­ρο) ρόλο στη διά­χυ­ση των ναρ­κω­τι­κών στα γκέτο και στη συ­μπαι­γνία με το­πι­κές συμ­μο­ρί­ες κ.ο.κ. Οι Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες επι­χεί­ρη­σαν με ορ­γα­νω­τι­κά και πο­λι­τι­κά μέτρα να προ­στα­τευ­τούν από όλες αυτές τις απει­λές –με μια προ­σπά­θεια να διώ­ξουν τους χα­φιέ­δες και όσους δρού­σαν εγκλη­μα­τι­κά (ναρ­κω­τι­κά κ.ο.κ.) και μια ανα­βάθ­μι­ση της έμ­φα­σης στην πο­λι­τι­κή εκ­παί­δευ­ση μέσω της στα­θε­ρο­ποί­η­σης της εφη­με­ρί­δας– αλλά απο­δεί­χθη­κε αδύ­να­το να αντα­πε­ξέλ­θουν.

Η αυ­στη­ρή εσω­τε­ρι­κή ιε­ραρ­χία, η προ­σέλ­κυ­ση αν­θρώ­πων που «γού­στα­ραν τα όπλα», το αστα­θές και δύ­σκο­λο πε­ρι­βάλ­λον του γκέτο ως «κοι­νω­νι­κή βάση», έδι­ναν δυ­να­τό­τη­τες στον αντί­πα­λο να ορ­γα­νώ­σει τις συ­νω­μο­σί­ες του. Αλλά αυτές οι συ­νω­μο­σί­ες δεν ήταν «ευ­κο­λά­κι»: Ο δια­βό­η­τος Χού­βερ, επί χρό­νια επι­κε­φα­λής του FBI, είχε ενερ­γο­ποι­ή­σει το σχέ­διο COINTELPRO. Ένα σχέ­διο που προ­έ­βλε­πε την επι­στρά­τευ­ση κάθε δια­θέ­σι­μου μέσου για να «πα­ρε­νο­χλή­σει, απο­στα­θε­ρο­ποι­ή­σει, σα­κα­τέ­ψει, κα­τα­στρέ­ψει κι εξου­δε­τε­ρώ­σει» ρι­ζο­σπα­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις. Κάτω από το βάρος και τα χτυ­πή­μα­τα αυτής της πο­λυ­πλό­κα­μης, πα­νί­σχυ­ρης κι αδί­στα­κτης επί­θε­σης, τε­λι­κά οι Μαύ­ροι Πάν­θη­ρες οδη­γή­θη­καν σε κρίση και στην πτώση.

Πο­λύ­τι­μη κλη­ρο­νο­μιά

Αυτά τα χρό­νια αγώ­νων των μαύ­ρων είχαν όμως κα­θο­ρι­στι­κή ση­μα­σία. Κα­ταρ­χήν, δεν έλη­ξαν «στο σκο­τά­δι». Ο από­η­χός τους κρά­τη­σε πολύ. Το 1971, η «Μαύρη Δύ­να­μη» έσπα­γε τα στε­γα­νά των φυ­λα­κών, με τη θρυ­λι­κή εξέ­γερ­ση στη φυ­λα­κή Άτ­τι­κα, η οποία με τη σειρά της θα ενέ­πνεε με­γά­λους αγώ­νες στις φυ­λα­κές το 1973. Η δράση του DRUM, πα­ρό­τι τερ­μα­τί­στη­κε, έπαι­ξε αναμ­φί­βο­λα ρόλο στο ξέ­σπα­σμα ενός κύ­μα­τος «άγριων» απερ­γιών στο πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του ’70. Στο «κα­λο­καί­ρι των άγριων απερ­γιών», το 1973, πρω­τα­γω­νί­στη­σε το Ντι­τρόιτ και εκεί­νες οι ερ­γο­στα­σια­κές μο­νά­δες στις οποί­ες τα προη­γού­με­να χρό­νια είχε πέσει ο «σπό­ρος» του DRUM…

Πέ­τυ­χαν υλι­κές νίκες. Η κα­τάρ­γη­ση των ρα­τσι­στι­κών νόμων, που σή­με­ρα μας φαί­νε­ται αυ­το­νό­η­τη, ήταν αδια­νό­η­τη στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα και θα πα­ρέ­με­νε αδια­νό­η­τη χωρίς το Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα. Η βελ­τί­ω­ση των συν­θη­κών ζωής στα γκέτο, που ανα­φέ­ρα­με πα­ρα­πά­νω, ήταν εκτός συ­ζή­τη­σης ως τη δε­κα­ε­τία του ’60 και θα ήταν αδια­νό­η­τη χωρίς τις μαύ­ρες εξε­γέρ­σεις.

Άλ­λα­ξαν την αμε­ρι­κα­νι­κή κοι­νω­νία. Έχο­ντας ως ιδρυ­τι­κό θε­μέ­λιο τη δου­λο­κτη­σία, ζώ­ντας αιώ­νες με αυτό το κοι­νω­νι­κό σύ­στη­μα, περ­νώ­ντας δε­κα­ε­τί­ες που ο ρα­τσι­στι­κός δια­χω­ρι­σμός στο Νότο (ή το «αό­ρα­το» κα­θε­στώς των μαύ­ρων στο Βορρά) θε­ω­ρεί­το πλειο­ψη­φι­κά η «φυ­σι­κή τάξη πραγ­μά­των», έφτα­σε να απο­δε­χτεί τους μαύ­ρους ως ίσους. Μοιά­ζει ελά­χι­στο κι αυ­το­νό­η­το. Αλλά για εμάς που κρί­νου­με από μα­κριά, είναι αδύ­να­το να κα­τα­νο­ή­σου­με σε όλο το μέ­γε­θός της την τε­ρά­στια ανα­τρο­πή που συ­νέ­βη στις συ­νει­δή­σεις –που υπο­χρέ­ω­σε κα­τό­πιν και το κρά­τος να απο­δε­χθεί, έστω και εν­σω­μα­τώ­νο­ντάς το, ένα νέο «τε­τε­λε­σμέ­νο». Η εκλο­γή του Μπα­ράκ Ομπά­μα το 2008, δεν θα ήταν καν ανέκ­δο­το λίγες δε­κα­ε­τί­ες πριν κι όχι μαύ­ρος πρό­ε­δρος των ΗΠΑ.

Είχαν διε­θνή αντί­κτυ­πο στο ρι­ζο­σπα­στι­σμό της επο­χής. Το Κί­νη­μα για τα Πο­λι­τι­κά Δι­καιώ­μα­τα στη Βό­ρεια Ιρ­λαν­δία (που κα­τέ­λη­ξε στη Μα­τω­μέ­νη Κυ­ρια­κή και την άνοδο του IRA) πυ­ρο­δο­τή­θη­κε το 1968, όταν χι­λιά­δες κα­θο­λι­κοί Ιρ­λαν­δοί –πο­λί­τες δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας στο «κρά­τος-κα­τα­σκεύ­α­σμα» του βρε­τα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού– είδαν από τις τη­λε­ο­ρά­σεις τους τον αγώνα στον αμε­ρι­κα­νι­κό Νότο. Μετά το 1968, εί­χα­με τους Πάν­θη­ρες του Λον­δί­νου, κά­ποιους Αβο­ρί­γι­νες αγω­νι­στές να δη­λώ­νουν Πάν­θη­ρες στην Αυ­στρα­λία, τους Πάν­θη­ρες Ντα­λίτ στην Ινδία, Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες ακόμα και στο Ισ­ρα­ήλ να επι­χει­ρούν να συμ­μα­χή­σουν με τους Πα­λαι­στί­νιους.

Έπαι­ξαν κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο στο ξε­δί­πλω­μα του γε­νι­κό­τε­ρου αμε­ρι­κά­νι­κου «1968». Αξί­ζει να θυ­μό­μα­στε ότι τα παι­διά που το φθι­νό­πω­ρο του 1964, γυρ­νώ­ντας στη σχολή τους στο Μπέρ­κλεϊ, ορ­γά­νω­σαν το Κί­νη­μα για την Ελευ­θε­ρία του Λόγου, βά­ζο­ντας στη συ­νέ­χεια φωτιά στα πα­νε­πι­στή­μια όλων των ΗΠΑ, είχαν απο­κτή­σει την «τε­χνο­γνω­σία» της πο­λι­τι­κής ανυ­πα­κο­ής και της άμε­σης δρά­σης εκεί­νο το κα­λο­καί­ρι του 1964, συμ­με­τέ­χο­ντας στο «Κα­λο­καί­ρι της Ελευ­θε­ρί­ας» στο Μι­σι­σί­πη, σε δρά­σεις υπο­στή­ρι­ξης των μαύ­ρων.

Η μάχη για το δι­καί­ω­μα στην πο­λι­τι­κή δράση και συ­ζή­τη­ση μέσα στα πα­νε­πι­στή­μια ξε­κί­νη­σε με αφορ­μή το δι­καί­ω­μα στη δράση αλ­λη­λεγ­γύ­ης στο κί­νη­μα των μαύ­ρων. Το Μπέρ­κλεϊ του 1964 ήταν ο τόπος και ο χρό­νος που κά­ποιοι λευ­κοί ρι­ζο­σπά­στες φοι­τη­τές πήραν τη σκυ­τά­λη από τα μαύρα αδέρ­φια τους στο Νότο και την πα­ρέ­δω­σαν στους λευ­κούς συ­να­δέλ­φους τους στο Βορρά, οι οποί­οι μετά το 1965 έμελε να ορ­γα­νώ­σουν το με­γα­λειώ­δες φοι­τη­τι­κό αντι­πο­λε­μι­κό κί­νη­μα.

Αξί­ζει να θυ­μό­μα­στε ότι, όταν το αντι­πο­λε­μι­κό κί­νη­μα έφτα­σε στο δικό του αντί­στοι­χο «Συ­νέ­δριο της Ατλά­ντα», στο Συ­νέ­δριο του Δη­μο­κρα­τι­κού Κόμ­μα­τος στο Σι­κά­γο το 1968, όταν οι μη­χα­νορ­ρα­φί­ες ενά­ντια στον «αντι­πο­λε­μι­κό υπο­ψή­φιο» εντός και η άγρια κα­τα­στο­λή εκτός συ­νε­δρια­κού χώρου διέ­λυε αυ­τα­πά­τες για τους Δη­μο­κρα­τι­κούς, οι αντι­πο­λε­μι­κοί ακτι­βι­στές δεν χρειά­στη­κε να πε­ρά­σουν μήνες ή και χρό­νια απο­προ­σα­να­το­λι­σμού κι απο­θάρ­ρυν­σης, γιατί είχαν ήδη την απά­ντη­ση που δια­μόρ­φω­σε επί­πο­να τα προη­γού­με­να χρό­νια το μαύρο κί­νη­μα.

Οι ανα­λύ­σεις του Μάλ­κολμ Χ, η στρο­φή του Μάρ­τιν Λού­θερ Κινγκ και κυ­ρί­ως η συ­νει­δη­τή δράση των Μαύ­ρων Παν­θή­ρων στο ζή­τη­μα του πο­λέ­μου και του ιμπε­ρια­λι­σμού, έδω­σαν εφό­δια στο «λευκό» αντι­πο­λε­μι­κό κί­νη­μα, καθώς αυτό περ­νού­σε από την ηθική εξέ­γερ­ση ενά­ντια στον άγριο τρόπο διε­ξα­γω­γής του πο­λέ­μου, στην ενα­ντί­ω­ση γε­νι­κά στον πό­λε­μο κι από εκεί στον συ­νει­δη­τό αντι-ιμπε­ρια­λι­σμό και τον αντι­κα­πι­τα­λι­σμό: Η με­τά­βα­ση από το «Bring the troops home!» (φέρτε τους στρα­τιώ­τες πίσω στην πα­τρί­δα) στο «Bring the war home!» (με­τα­φέ­ρε­τε τον πό­λε­μο μέσα στην πα­τρί­δα) δεν γί­νε­ται να ερ­μη­νευ­τεί χωρίς τη δράση εκεί­νων που ήδη «πο­λε­μού­σαν» μέσα στην «πα­τρί­δα».

Το «Gay Power!» ή το «Women Power!» δεν θα υπήρ­χαν το ίδιο εύ­κο­λα, αν δεν είχαν εμπνευ­στεί από το «Black Power!» και όλα τα κι­νή­μα­τα μαζί δεν θα είχαν τον ίδιο ρι­ζο­σπα­στι­σμό, αν δεν είχαν ως ορί­ζο­ντα το σύν­θη­μα των Παν­θή­ρων που τα ενο­ποιού­σε: «All Power to the People!».

Οι υλι­κές νίκες που ανα­φέ­ρα­με πα­ρα­πά­νω, έμελ­λε να σα­ρω­θούν σε με­γά­λο βαθμό κατά την επέ­λα­ση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού. Αυτό που επι­βί­ω­σε ήταν τε­λι­κά ο «μαύ­ρος κα­πι­τα­λι­σμός» του Νίξον, η κοι­νω­νι­κή ανέ­λι­ξη τμή­μα­τος του μαύ­ρου πλη­θυ­σμού. Για την πλειο­ψη­φία, η κα­τά­στα­ση πα­ρα­μέ­νει τρα­γι­κή –οι κα­θη­με­ρι­νές δο­λο­φο­νί­ες των μαύ­ρων από την αστυ­νο­μία είναι η εμ­βλη­μα­τι­κή κο­ρυ­φή ενός ρα­τσι­στι­κού πα­γό­βου­νου, που απο­τε­λεί την άλλη, σκο­τει­νή όψη των ΗΠΑ του «πρώ­του μαύ­ρου προ­έ­δρου».

Όμως η κλη­ρο­νο­μιά του ’60 πα­ρα­μέ­νει πο­λύ­τι­μη. Απέ­να­ντι στο σύγ­χρο­νο ρα­τσι­σμό ανα­πτύσ­σε­ται το κί­νη­μα Black Lives Matter, το οποίο δεν θα ήταν εφι­κτό χωρίς τους αγώ­νες του πα­ρελ­θό­ντος, ακόμα κι αν υπο­χρε­ώ­νε­ται να αντι­με­τω­πί­σει ζη­τή­μα­τα που αυτοί οι αγώ­νες απέ­τυ­χαν να λύ­σουν. Στις προ­κλή­σεις που αντι­με­τω­πί­ζουν –ποιες κοι­νω­νι­κές συμ­μα­χί­ες, ποια στάση απέ­να­ντι στο Δη­μο­κρα­τι­κό Κόμμα, ποια η σχέση ρα­τσι­σμού και κα­πι­τα­λι­σμού– οι νέοι ακτι­βι­στές του  μπο­ρούν να βρουν στους αγώ­νες του ’60 πο­λύ­τι­μες απα­ντή­σεις.

Η ήττα των δε­κα­ε­τιών της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης και της νε­ο­συ­ντη­ρη­τι­κής επί­θε­σης δεν μπό­ρε­σε να σβή­σει τα μη­νύ­μα­τα του 1968. Πάνω στην έκρη­ξη του χιπ-χοπ, το 1986 ένα από τα σπου­δαιό­τε­ρα συ­γκρο­τή­μα­τα επέ­λε­ξε το όνομα «Public Enemy» (Δη­μό­σιος Κίν­δυ­νος), έναν φόρο τιμής στους Μαύ­ρους Πάν­θη­ρες. Στα εφη­βι­κά δω­μά­τια στα γκέτο, πλάι στις αφί­σες παι­χτών του ΝΒΑ, θα βρει κα­νείς ακόμα αφί­σες του Μάλ­κολμ Χ. Στην εξέ­γερ­ση του Λος Άν­τζε­λες το 1992 ή στο Φέρ­γκιου­σον το 2014, η μαύρη νε­ο­λαία έπια­νε το νήμα από το Γουότς και το Ντι­τρόιτ. Σε μια εποχή που τα «νέα» κι­νή­μα­τα αγνο­ούν τα σύμ­βο­λα και τις πα­ρα­δό­σεις του πα­ρελ­θό­ντος, στις δια­δη­λώ­σεις του Black Lives Matter κυ­ριαρ­χεί μια ει­κό­να από το πα­ρελ­θόν: Η υψω­μέ­νη γρο­θιά του Πάν­θη­ρα.

Μπο­ρεί να συμ­βεί!

Ένας από τους κε­ντρι­κούς λό­γους που το πα­γκό­σμιο 1968 πα­ρα­μέ­νει ση­μα­ντι­κό ση­μείο ανα­φο­ράς και άξιο συ­ζή­τη­σης, είναι γιατί λει­τουρ­γεί ως υπεν­θύ­μι­ση ότι «μπο­ρεί να συμ­βεί». Σή­με­ρα ακού­με συχνά ότι οι αντι­κα­πι­τα­λι­στές «νο­σταλ­γούν το ’60 και το ’70». Αξί­ζει να θυ­μό­μα­στε ότι στα με­γά­λα γε­γο­νό­τα του ’60 και του ’70 πρω­τα­γω­νί­στη­σε μια γενιά ρι­ζο­σπα­στών που, με­γα­λώ­νο­ντας, είχε κου­ρα­στεί να ακού­ει ότι «είστε ιδε­α­λι­στές που θέ­λε­τε να επι­στρέ­ψε­τε στη δε­κα­ε­τία του ’30». Κι όμως αυτή η γενιά έζησε μια εποχή όπου ο φόβος άλ­λα­ξε στρα­τό­πε­δο. Και τί­πο­τε δεν συμ­βο­λί­ζει πιο ισχυ­ρά αυτή τη δυ­να­τό­τη­τα από εκεί­νη τη νύχτα όπου οι μέχρι πρό­τι­νος «αό­ρα­τοι» και τα­πει­νοί των γκέτο υπο­χρέ­ω­σαν την αμε­ρι­κα­νι­κή άρ­χου­σα τάξη να οχυ­ρώ­σει φο­βι­σμέ­νη το από­λυ­το σύμ­βο­λο της πα­γκό­σμιας κα­πι­τα­λι­στι­κής ισχύ­ος, στή­νο­ντας οπλο­πο­λυ­βό­λα στο Κα­πι­τώ­λιο…

/rproject.gr

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος