I can breathe! του Ιορδάνη Χρηστίδη

I can breathe! του Ιορδάνη Χρηστίδη

  • |

Η δολοφονία του Τζoρτζ Φλόιντ από αστυνομικούς του τμήματος της Μιννεάπολις, με το κύμα διαδηλώσεων, ταραχών και γκρεμισμάτων αγαλμάτων σημαντικών προσωπικοτήτων στην ιστορία της Αμερικής, τόσο στις ΗΠΑ όσο και σε ένα μεγάλο μέρος του κόσμου, και το άνοιγμα εκ νέου της κουβέντας στην αμερικανική κοινωνία για το φυλετικό ζήτημα, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν, μάλλον, ο κόμπος που έφτασε στο χτένι, η σταγόνα που ξεχείλησε το ποτήρι, το κερασάκι στην τούρτα στο ζήτημα του θεσμικού, συστημικού ρατσισμού που κυριαρχεί στην αμερικανική κοινωνία από τις πρώτες μέρες της ύπαρξής της, από τον καιρό της αποικιοκρατίας και της βρετανικής παρουσίας.
Το φυλετικό ζήτημα στην Αμερική υπερβαίνει τους Αφροαμερικάνους, την πλέον πληγείσα φυλετική ομάδα από τον ρατσισμό των λευκών προτεσταντών απογόνων των Βρετανών αποίκων. Αφορά τους Λατίνους, τους μουσουλμάνους, τους ιθαγενείς Αμερικανούς -τα πρώτα θύματα του ευρωπαϊκού εποικισμού- αφορά τους λευκούς που παλεύουν χέρι-χέρι με τις καταπιεσμένες μειονότητες για μια δικαιότερη κοινωνία. Μια κοινωνία στην οποία δεν θα κινδυνεύει ένας άνθρωπος με άλλο χρώμα δέρματος από το λευκό να δολοφονηθεί από τους ένστολους φύλακες της αμερικανικής «δημοκρατίας», όπου θα έχει ο λαός δικαίωμα σε δωρεάν και ποιοτική περίθαλψη και εκπαίδευση, όπου ο κατώτατος μισθός θα είναι κατοχυρωμένος, όπως επίσης και το δικαίωμα των εργαζομένων να συνδικαλίζονται και να παλεύουν για βελτιώσεις στους χώρους εργασίας τους χωρίς να κινδυνεύουν να χάσουν τη δουλειά τους, και ενδεχομένως και την οικία τους.

Ανατρέχοντας στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά και στη τρέχουσα ειδησεογραφία, γίνεται αντιληπτό πως στην Αμερική το φυλετικό ζήτημα είναι παράλληλα και βαθιά ταξικό: οι ιθαγενείς στην αρχή, και μετά οι Αφροαμερικάνοι, έχοντας μεταφερθεί στις βρετανικές αποικίες κάτω από καθεστώς σκλαβιάς, υπέστησαν ακραία καταπίεση από τους λευκούς ευρωπαίους εποίκους προκειμένου η εργατική τους δύναμη να γίνει αντικείμενο εκμετάλλευσης προς όφελος της άρχουσας τάξης της Ευρώπης, καθιστώντας την Αμερικανική ήπειρο ουκ ολίγες φορές πεδίο αντιπαραθέσεων μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών.

Παρά την απελευθέρωση του συνόλου των Ηνωμένων Πολιτειών με το πέρας του Αμερικανικού Εμφυλίου και την ήττα της Συνομοσπονδίας, οι Αφροαμερικάνοι παρέμεναν εκτός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων που τους αφορούσαν. Οι λευκές ελίτ διαρκώς μηχανεύονταν ποικίλους τρόπους και μεθοδεύσεις ώστε να τους στερήσουν κάθε δημοκρατικό δικαίωμα, ενώ η εμφάνιση της ρατσιστικής Κου Κλουξ Κλαν συντηρούσε ένα τρομοκρατικό καθεστώς για τους ίδιους, που επί της ουσίας τους κράτησε σε αυτήν την κατάσταση μέχρι και τη δεκαετία του ’60. Αυτό μέχρις ότου ένα μαζικό κίνημα διεκδίκησης δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών για τους Αφροαμερικανούς πέτυχε την ακύρωση των ρατσιστικών νόμων στο σύνολο των ΗΠΑ. Ωστόσο, επρόκειτο για μια ανολοκλήρωτη νίκη: οι Αφροαμερικανοί συνέχιζαν να πληρώνονται μικρότερους μισθούς από τους αντίστοιχους των λευκών, δεν είχαν πρόσβαση σε ποιοτική περίθαλψη και εκπαίδευση, οι γειτονιές τους ήταν οι πλέον υποβαθμισμένες στις αμερικανικές μεγαλουπόλεις, τα ναρκωτικά και οι πόλεμοι συμμοριών αποτελούσαν μάστιγα για τη νεολαία, ενώ είναι πιο πιθανό να πέσουν θύματα διακρίσεων και αυθαιρεσιών από την αστυνομία και το δικαστικό σύστημα. Χαρακτηριστικά, με στοιχεία του 2018, ενώ αποτελούν γύρω στο 18% του συνολικού πληθυσμού, οι Αφροαμερικανοί αποτελούν το 34% του συνολικού πληθυσμού των φυλακισμένων ανδρών, συχνά αναγκασμένοι να κάνουν μεροκάματα για διάφορες εταιρείες χωρίς ή με πάρα πολύ μικρό μισθό. Η σύγχρονη δουλεία είναι, για τους  Αφροαμερικανούς, το σωφρονιστικό σύστημα των ΗΠΑ…

Η πανδημία του κορονοϊού έδειξε για ακόμη μια φορά τη μειονεκτική θέση στην οποία βρίσκονται τόσο οι Αφροαμερικάνοι όσο και οι άλλες εθνοτικές μειονότητες απέναντι στην κυρίαρχη αριθμητικά ομάδα των λευκών. Λόγω της χειρότερης οικονομικής τους κατάστασης και της ελλιπούς πρόσβασής τους στο (έτσι και αλλιώς πλήρως ιδιωτικοποιημένο) σύστημα υγείας, μα κυρίως λόγω της ανάγκης τους να συνεχίσουν να δουλεύουν σε κακοπληρωμένες δουλειές ακόμα και εν μέσω μιας παγκόσμιας πανδημίας, οι Αφροαμερικανοί κατά κύριο πλήρωσαν, και πληρώνουν, βαρύ φόρο αίματος στον κορονοϊό. Η δολοφονία του Τζορτζ Φλόιντ ήταν η σπίθα που άναψε εκ νέου την πυριτιδαποθήκη του φυλετικού ζητήματος, που μάλλον ήταν θέμα χρόνου αν αναλογιστούμε την εξάπλωση μιας διάχυτης, “alt-right” και ξεκάθαρα ακροδεξιάς προπαγάνδας στην αμερικανική κοινωνία και την επιρροή που έχει (όπως και παντού στον κόσμο, άλλωστε) στις δυνάμεις επιβολής της τάξης.

Αυτή τη φορά, όμως, πολλά πράγματα πήγαν αλλιώς.

Σε αντίθεση με το κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων της δεκαετίας του ’60, όπου συσπείρωσε ελάχιστους λευκούς, όπως είχε γίνει και στην εμφάνιση του Black Lives Matter το 2014 και το θόρυβο που δημιουργήθηκε από το γονάτισμα του Κόλιν Κέπερνικ, στο σήμερα πολλά προοδευτικά στρώματα λευκών συσπειρώθηκαν γύρω από τον αγώνα των Αφροαμερικανών για ανάσα και μια αξιοπρεπή, επί της ουσίας, ζωή. Η μέχρι τώρα θητεία του Ντόναλντ Τραμπ ήταν ένα είδος αφύπνισης για πολλά από αυτά τα στρώματα, ειδικά όσα στήριζαν το Δημοκρατικό Κόμμα, καθώς έγινε σαφές σε αυτά τα στρώματα, και κυρίως τους εργαζόμενους και τη νεολαία, πως με μια απλή εναλλαγή κομμάτων στην εξουσία δεν θα υπάρξει κάποια αξιοσημείωτη βελτίωση στους όρους ζωής τους. Η προσπάθεια του ανεξάρτητου γερουσιαστή, συνεργαζόμενου με τους Δημοκρατικούς, Μπέρνι Σάντερς να πάρει το χρίσμα του προεδρικού υποψήφιου  του κόμματος σε 2 εκλογικές αναμετρήσεις, παρά την (μάλλον αναμενόμενη, καθώς τέθηκε αντιμέτωπος με όλον το μηχανισμό εξουσίας των Δημοκρατικών) αποτυχία του, ήταν αρκετά βοηθητική στο να σπείρει την αμφισβήτιση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής  στους νέους και τους εργαζόμενους. Από το 2016 και έπειτα, οι εργατικοί αγώνες αυξάνονται διαρκώς, ο αριθμός των μελών των Δημοκρατών Σοσιαλιστών αυξάνεται και ο μέσος όρος ηλικίας τους μειώνεται. Χαρακτηριστικά παράδειγματα όλων των παραπάνω είναι η μαζική απεργία των λιμενεργατών της Δυτικής Ακτής σε ένδειξη αλληλεγγύης στα θύματα της αστυνομικής βίας στις 11 Ιουνίου, είναι οι μαζικότατες πορείες, διαμαρτυρίες και διαδηλώσεις σε όλες τις αμερικανικές μεγαλουπόλεις, είναι η έμπρακτη αμφισβήτηση του καθεστώτος και, γιατί όχι, και του ίδιου του καπιταλισμού. Άλλωστε η δήλωση του πρώην αρχηγού της Αστυνομίας της Νέας Υόρκης, Μπέρνι Κέρικ, πως πλέον η διάχυτη αποδοχή του σοσιαλισμού είναι σοβαρότερη απειλή από την ισλαμική τρομοκρατία, έχει προκαλέσει τεράστια αίσθηση.

Το κίνημα τώρα στην Αμερική απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί επαναστατικό και σοσιαλιστικό, δεν παύει όμως να είναι το πλέον ελπιδοφόρο κίνημα νεολαίας και καταπιεσμένων τα τελευταία χρόνια, και μάλιστα στην καρδιά του κτήνους του καπιταλισμού. Το εργατικό κίνημα, αποδεσμευμένο από την επιρροή των Δημοκρατικών, δείχνει εκ νέου τα δόντια τους με τους αγώνες για εγγυημένο κατώτατο μισθό, ασφάλιση, περίθαλψη και ελεύθερη συνδικαλιστική δράση. Όσο οι δεσμοί με το πανίσχυρο, πλέον, αντιρατσιστικό κίνημα ισχυροποιούνται, τόσο ο αμερικάνικος καπιταλισμός θα σκληραίνει τη στάση του, με ποικίλους τρόπους, απέναντι σε όσους αγωνίζονται εναντίον του. Δεν μπορούμε παρά να ελπίζουμε πως η πολιτικοποίηση και η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση του κινήματος θα θέσει τα κατάλληλα αναχώματα σε αυτήν τη προσπάθεια από τις ελίτ και θα πυροδοτήσει νέες εξελίξεις στην κοινωνία της Αμερικής.

kommon.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.