Σε λάθος δρόμο η αλλαγή αριστερού παραδείγματος

Σε λάθος δρόμο η αλλαγή αριστερού παραδείγματος

  • |

Στις 16 Μαρτίου ο σ. Κ. Δουζίνας δημοσίευσε στην «Αυγή» ένα πολύ σοβαρό κείμενο προσυνεδριακού διαλόγου που είχε τον χαρακτήρα ενός περιληπτικού ιδεολογικοπολιτικού μανιφέστου. Θεωρώντας εξαιρετικά χρήσιμο τον διάλογο πάνω στις θέσεις του σ. Δουζίνα, θα ήθελα να παρατηρήσω τα εξής:

Βεβαίως και «θέλουμε να κερδίσουμε τις επόμενες εκλογές», όπως τονίζει ο σ. Δουζίνας, αλλά υπό τον όρο ότι γνωρίζουμε καλά τι θα κάνουμε ως κυβέρνηση. Αυτή τη στιγμή δεν έχουμε ακόμη δει το σχέδιο προγράμματος κι ούτε καν έχουν αρχίσει οι εσωκομματικές συζητήσεις για τον απολογισμό, το κόμμα που θέλουμε και τις συμμαχίες.

Κριτική στο άρθρο του Κ. Δουζίνα «Αλλαγή (αριστερού) παραδείγματος»

Του Κ. Καλλωνιάτη*

Ναι, θέλουμε «να δυναμώσουμε τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα της Αριστεράς», αλλά γιατί; Είναι επειδή συμβιβαστήκαμε το προηγούμενο διάστημα της διακυβέρνησης (λόγω Μνημονίου) και ο λαός μας καταψήφισε ή γιατί συνειδητοποιούμε το μέγεθος της επερχόμενης κρίσης που δεν επιλύεται με συμβατικά μέσα και πολιτικές ή και τα δύο; Η λύση και στους δύο παραπάνω στόχους (νίκη στις εκλογές και ριζοσπαστικότερος ΣΥΡΙΖΑ) δεν είναι απαραίτητα το να μεγαλώσει σε αριθμό μελών το κόμμα, αφού συχνά η διεύρυνση χωρίς αφομοίωση των νέων μελών οδηγεί σε χαλάρωση των διαδικασιών και νόθευση ή σύγχυση ιδεολογικών και πολιτικών αντιλήψεων. Οι ιδέες θέλουν ζύμωση, ανανέωση και βάθεμα πριν από κάθε «διεύρυνση ακροατηρίου», γιατί διαφορετικά θα ήταν σαν να πιστεύαμε πως οι ιδέες μας είναι αψεγάδιαστες και απλώς δεν τις επικοινωνούμε σωστά. Επίσης, δεν χρειαζόμαστε ένα «ελκυστικό και αριστερό πρόγραμμα» (ελκυστικό μπορεί να σημαίνει λαϊκιστικό), αλλά ένα πρόγραμμα που να ανταποκρίνεται στις κοινωνικές ανάγκες και να προσφέρει λύσεις σε πραγματικά προβλήματα.

Η άποψη ότι το παλιό παράδειγμα δεν δίνει λύσεις στα προβλήματα, αλλά το νέο δίνει, συγγνώμη, αλλά πρόκειται για καθαρή κοινοτοπία. Ποιο είναι το παλιό που δεν δίνει λύσεις (ο νεοφιλελευθερισμός;) και ποιο το νέο που δίνει και για ποιον; Ο ισχυρισμός ότι «ο καπιταλισμός δείχνει την επαναστατική του δυναμική ανατρέποντας τις προηγούμενες σταθερές για να διατηρήσει την παντοδυναμία του» είναι πιστεύω εσφαλμένος. Επαναστατική δυναμική είχε ο καπιταλισμός όταν διαδραμάτιζε αναπτυξιακό ρόλο για την κοινωνία συνολικά, όχι τώρα που την καταστρέφει. Παρομοίως, η άποψη ότι όλες έως τώρα οι συζητήσεις που γίνονται στην Αριστερά είναι άχρηστες, καθότι του 20ού αιώνα, είναι αρκετά ελιτίστικη έως και αλαζονική. Οι συζητήσεις που γίνονται αντανακλούν το συνειδησιακό επίπεδο του χώρου και της κοινωνίας. Μπορεί να είναι ατελείς ή προβληματικές, αλλά είναι και η βάση για την ανάπτυξή τους. Ας μην τις περιφρονούμε με το πρόσχημα αλλαγής παραδείγματος.

Ο δημοκρατικός σοσιαλισμός -αν και ταυτολογία, αφού σοσιαλισμός χωρίς δημοκρατία δεν υπάρχει- όντως είναι ο προορισμός της Αριστεράς. Όμως είναι αυταπάτη να πιστεύει κανείς ότι «αποτελεί τον ορίζοντα υπέρβασης του καπιταλισμού αλλάζοντας σταδιακά τα κεντρικά χαρακτηριστικά του… και τη σκληρή ταξική εξουσία που θεμελιώνεται στην ιδιοκτησία και στις σχέσεις παραγωγής»! Δεν υπάρχει στην Ιστορία κάποια σκληρή ταξική εξουσία που να εκχώρησε σταδιακά και ειρηνικά τα ηνία της στην ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Από πού πηγάζει παρόμοια αισιοδοξία όταν υπάρχει όχι μόνο η κυβερνητική εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ιστορική εμπειρία 140 ετών αποτυχίας παρόμοιας συνταγής από την ευρωπαϊκή Σοσιαλδημοκρατία; Αντιθέτως, στον ενάμιση τελευταίο αιώνα η κυριαρχία των αγορών, η εμπορευματοποίηση, η ανθρώπινη εκμετάλλευση και αλλοτρίωση αυξήθηκαν σε απαράμιλλο βαθμό.

Σε περιόδους άνθισης του αναπτυγμένου καπιταλισμού, πρόσβαση σε βασικά αγαθά (εργασία, Παιδεία, Υγεία κ.λπ.) μπορεί να είχαν όλοι οι πολίτες. Αυτό δεν σημαίνει πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, ο οποίος, εκτός από την υλική ευημερία, αποσκοπεί στην αυτοπραγμάτωση του ανθρώπου, τον εξανθρωπισμό τής κοινωνίας και την εναρμόνισή της με τη φύση.

Ορθά τονίζεται ακόμη ότι η αγορά στηρίζεται ιδεολογικά στο ατομικό συμφέρον, την ανταγωνιστική εξατομίκευση και τον καταναλωτισμό. Όμως, οι αντίθετες αξίες της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης, της συλλογικότητας και της συμμετοχικής δράσης δεν αναπτύσσονται στο ίδιο έδαφος όπως λέγεται, δηλαδή αυτό της αγοράς, αλλά της δυσλειτουργίας και των κρίσεών της. Η καπιταλιστική κουλτούρα προσπαθεί να ενσωματώσει και να υποτάξει τις αξίες αυτές στρεβλώνοντας το νόημά τους. Δεν είναι όμως δικές της, αλλά μιας αντικαπιταλιστικής και δυνητικά σοσιαλιστικής κουλτούρας. Είναι αστείο να λέμε ότι η αγάπη και ο ανταγωνισμός είναι μέρος της ίδιας καπιταλιστικής κουλτούρας. Ενώ θα τρίζουν τα κόκαλα του  Ένγκελς στην ιδέα πως βασική υποχρέωση της Αριστεράς είναι να ενδυναμώνει συλλογικότητες όπως η… οικογένεια.

Τι εννοεί η φράση «με τον δημοκρατικό δρόμο που συνδυάζει την κεντρική πολιτική, το κίνημα και την πάλη των ιδεών κερδίζονται οι εκλογές και αποτρέπεται η σοσιαλδημοκρατικοποίηση»; Ποιο γενικό δεν γίνεται. Ποια κεντρική πολιτική; Τι είδους κίνημα; Ποια πάλη των ιδεών; Οι εκλογές μπορεί να κερδίζονται όταν στηρίζεσαι στο κίνημα (βλ.: 2015), όμως μπορεί και να χάνονται αν απολέσεις την επαφή με το κίνημα (βλ 2019). Πώς αποτρέπεις τότε τη σοσιαλδημοκρατικοποίηση;

Εκτιμάται πως «οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις του ΣΥΡΙΖΑ» (ενίσχυση συνεταιρισμών, κοινωνικής οικονομίας, ενεργειακών κοινοτήτων κ.ά.) «αποτέλεσαν σημαντικά βήματα στον εκσυγχρονισμό και τον σταδιακό ριζικό μετασχηματισμό του κράτους». Όμως, επειδή δεν στηρίχτηκαν ενεργητικά από το κόμμα και τα κινήματα, έμειναν ρηχές και μόλις επέστρεψε η Δεξιά, τις κατέστρεψε. Δηλαδή, οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις ορθά σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν. Αν δεν άντεξαν, την ευθύνη γι’ αυτό φέρουν το κόμμα και τα κινήματα, όχι η ηγεσία και η πολιτική της. Μήπως εδώ έχουμε μια αντιστροφή της πραγματικότητας;

Από το σημείο παραδοχής της αδυναμίας των αριστερών μεταρρυθμίσεων και της καταστροφής τους από τη Δεξιά μέχρι να οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως «καμιά πολιτική, κυβερνητική απόφαση ή επιτυχία δεν είναι τερματικός σταθμός» και πως «όσο πλησιάζουμε στον ορίζοντα (του σοσιαλισμού;) αυτός απομακρύνεται» υπάρχει μεγάλη απόσταση. Απόσταση που δεν καλύπτεται από μια ποιητική, αλλά καθόλου βάσιμη αισιοδοξία του είδους «κάθε επιτυχία οδηγεί στο επόμενο βήμα, στην επόμενη μείωση των ανισοτήτων ή εμβάθυνση της δημοκρατίας… Δεν θα φτάσουμε ποτέ στο τέρμα, δεν θα αναφωνήσουμε κάποια στιγμή ‘πετύχαμε, έχουμε σοσιαλισμό’. Αντίθετα, θα είμαστε συνεχώς στον δρόμο, το ταξίδι θα είναι ο προορισμός». Πρόταση που μάλλον θυμίζει τη σοσιαλδημοκρατική οδύσσεια στον δρόμο για την Ιθάκη εξωραϊσμού τού καπιταλισμού που βλέπουμε σήμερα πού οδηγεί…

Ο «‘άπληστος’ καπιταλισμός» δεν έχει ηθικούς ενδοιασμούς, υπακούει στον νόμο του κέρδους κι όταν το ποσοστό κέρδους υποχωρεί, τότε διεκδικεί ακόμη και αγορές που παραδοσιακά ανήκαν στη σφαίρα του Δημοσίου (Υγεία, Παιδεία, κοινωνική ασφάλιση, δημόσιες μεταφορές). Αυτό συμβαίνει τις δύο-τρεις τελευταίες δεκαετίες διεθνώς με τις ιδιωτικοποιήσεις, με τη λογική της αγοράς να εφαρμόζεται μια χαρά (και δυο τρομάρες) χωρίς να λαμβάνονται φυσικά υπόψη οι ανάγκες των πολιτών. Αυτό που χρειάζεται δεν είναι «η υπέρβαση του ‘άπληστου’ καπιταλισμού», αλλά του καπιταλισμού γενικά, όχι «η αλλαγή των εξουσιαστικών σχέσεων που δημιουργεί και αναπαράγει η ιδιοκτησία» γενικά (δεν γυρνάμε στον Προυντόν), αλλά η ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής (Μαρξ). Αν την αλλαγή αυτή πιστεύουμε ότι θα πετύχουμε με τον «εκδημοκρατισμό της οικονομίας», την περίοδο μάλιστα που η καπιταλιστική οικονομία γίνεται ολοένα και πιο ολοκληρωτική (λόγω κρίσης), τότε κοιμόμαστε ύπνο βαθύ σοσιαλδημοκρατικό… Πριν αναζητήσουμε «τα συστατικά της αγοράς που ταιριάζουν καλύτερα στις μορφές συνεταιριστικής, Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας», καλό είναι να διερευνήσουμε τους λόγους που αυτές οι μορφές «σκάλωσαν» επί ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμη, άλλο η εισαγωγή βασικού και άλλο ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, η οποία ούτως ή άλλως δεν στοιχειοθετεί «κοινωνικοποίηση της αγοράς», αλλά ενίσχυση του δικτύου κοινωνικής προστασίας. Τέλος, «η επιβολή δημοκρατικού ελέγχου στις επενδυτικές αποφάσεις» δεν λέει τίποτα σαν πρόταση αν δεν πεις ποιοι και πώς θα ασκούν αυτόν τον έλεγχο: θα είναι ορκωτοί λογιστές, εκπρόσωποι του υπουργείου ή οι εργαζόμενοι στις ίδιες τις επιχειρήσεις; Θα τον ασκούν μέσα από μια τυπική συμμετοχή εκπροσώπων τους στο Δ.Σ. ή μέσω εκλεγμένων επιτροπών στους χώρους δουλειάς;

Λέμε ναι στην αυτοδιαχείριση και τη λαϊκή δημοκρατία ως μορφές άμεσης δημοκρατίας που οδηγούν στον δημοκρατικό σοσιαλισμό. Όμως, για να μην ακούγονται σαν ευχολόγια, απαραίτητη προϋπόθεση εφαρμογής τους είναι μια στοιχειώδης κριτική και αυτοκριτική για τους λόγους που αγνοήθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν. Διαφορετικά δεν θα πείσουμε ότι εννοούμε όσα λέμε.

Η άποψη ότι «ο δημοκρατικός σοσιαλισμός δεν χωρίζεται από τον καπιταλισμό με κάθετη ρήξη, αλλά σταδιακά, με μέτρα που ‘διαβρώνουν’ την ταξική και ιδεολογική του εξουσία» είναι διαβλητή. Γιατί η ιδεολογική και ταξική εξουσία δεν θα ήταν τίποτα χωρίς την οικονομική εξουσία που απορρέει από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Είναι αυτή «η ιδιοκτησία που όταν συγκρούεται με την ελευθερία πάντα κερδίζει». Κι αυτές οι σχέσεις εξουσίας ουδέποτε άλλαξαν με τη φορολόγηση της κληρονομιάς και του πλούτου ή με τη σταδιακή δημιουργία νέων μορφών ιδιοκτησίας (π.χ. συνεταιρισμοί κ.λπ.) οι οποίες μεσοπρόθεσμα, αντί να περιθωριοποιούν την ιδιωτική ιδιοκτησία όπως αφήνεται να εννοηθεί, ενσωματώνονται σ’ αυτήν. Στη Γαλλία, όπου το 10% της οικονομίας αφορά μορφές κοινωνικής οικονομίας, ο καπιταλισμός ζει και βασιλεύει. Στη δε Ισπανία, το μεγαλύτερο πείραμα συνεταιρισμού (Μόντραγκον) έχει καταστεί μεγάλη πολυεθνική των αγορών.

Σωστά επισημαίνεται πως οι νέες τεχνολογίες σήμερα καθιστούν απολύτως εφικτή την επαρκή πληροφόρηση για τον κεντρικό δημοκρατικό προγραμματισμό τής οικονομίας. Όμως η εκτίμηση πως μπορούμε να τα πετύχουμε όλα αυτά μέσω των νέων επειδή αυτοί «ενδιαφέρονται ελάχιστα για θέσεις και θώκους, για τη διανομή μιας φαντασιακής εξουσίας, για αντιπαραθέσεις περί ηλεκτρονικής ή σωματικής συμμετοχής» προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Πόσο αδιάφοροι στα θέλγητρα του καπιταλισμού είναι οι νέοι; Αν οι νέοι ήταν απρόσβλητοι από τις αστικές αξίες για καριέρα, κατανάλωση, κοινωνική προβολή και άσκηση εξουσίας, τότε δεν θα υπήρχε η ιδεολογική ηγεμονία της Δεξιάς. Ακόμη, δεν πρέπει να υποτιμώνται οι αντιπαραθέσεις περί φυσικής ή ηλεκτρονικής συμμετοχής στις κομματικές διαδικασίες. Έχουν τη σημασία τους για τη λειτουργία και την ανάπτυξη του κόμματος.

Τέλος, αν το κλειδί για να αγγίξουμε την καρδιά των νέων είναι η αλλαγή παραδείγματος, σίγουρα δεν μπορεί να είναι το «αριστερό υπόδειγμα» που στο άρθρο προτείνεται, καθώς πρόκειται για μια μορφή αριστερού σοσιαλδημοκρατικού προγράμματος. Πολύ μεγάλη φόρα για ένα τόσο μικρό άλμα, το οποίο, δυστυχώς, δεν είναι προς τα εμπρός, μιας και -ας μην το λησμονούμε- από σοσιαλδημοκρατική διαχείριση προερχόμαστε.

* Ο Κώστας Καλλωνιάτης είναι οικονομολόγος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.