Παρέµβαση εκ µέρους της ΔΕΑ στην εκδήλωση µε τίτλο «Για µια Κινηµατική Αριστερά µε µαζική πολιτική απεύθυνση» που διοργανώθηκε στις 20 Δεκεµβρίου στο red n noir.
Η διεθνής συγκυρία είναι γεµάτη αντιφάσεις, προκλήσεις και κινδύνους. Από αυτή την άποψη, κάθε βεβαιότητα που αντιµετωπίζει ως δεδοµένες τις στιγµιαίες αποτυπώσεις των συσχετισµών µέσα στην ιµπεριαλιστική αλυσίδα είναι τουλάχιστον επισφαλής. Στην πραγµατικότητα, ζούµε σε µια εποχή κατά την οποία οι παλιές ισορροπίες έχουν διαταραχθεί ή και ανατραπεί, ενώ ταυτόχρονα διαµορφώνονται νέες. Αν µπορεί να υπάρξει µία βεβαιότητα, αυτή είναι ότι η διαδικασία αυτή δεν θα εξελιχθεί «µε το γάντι», αλλά µέσα από την όξυνση των πολεµικών ανταγωνισµών, των εµπορικών και οικονοµικών ανταγωνισµών.
Χρήστος Σταυρακάκης
Η διεθνής στροφή του κεφαλαίου προς την πολεµική οικονοµία και τις αυξανόµενες εξοπλιστικές δαπάνες αποτελεί, αφενός, µια επιλογή απέναντι στη στασιµότητα και τις δοµικές αντιφάσεις της διεθνούς οικονοµίας – θα µπορούσε να χαρακτηριστεί ως «πολεµικός κεϋνσιανισµός» – και, αφετέρου, έναν παράγοντα που τροφοδοτεί τον διεθνή ανταγωνισµό και φέρνει πιο κοντά τον κίνδυνο γενικευµένων πολεµικών συγκρούσεων. Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης µε το σχέδιο ReArm Europe, που προωθεί τον επανεξοπλισµό των ευρωπαϊκών κρατών σε συνδυασµό µε την ιδεολογική και προπαγανδιστική καλλιέργεια της ιδέας ότι οι κοινωνίες πρέπει να «ετοιµάζονται για πόλεµο», αποτελεί την πιο καθαρή έκφραση αυτής της στρατηγικής στροφής. Σε αυτή την κατεύθυνση, η κυβέρνηση Μητσοτάκη όχι απλώς στοιχίζεται αλλά πρωτοστατεί, τόσο µέσω των εξοπλισµών και της εκτόξευσης των πολεµικών δαπανών όσο και µέσω της γενικευµένης προώθησης του µιλιταρισµού, όπως αποτυπώνεται και στις κατευθύνσεις του νοµοσχεδίου Δένδια για τις αλλαγές στον στρατό.
Για µια µαζική, ενωτική και ριζοσπαστική Αριστερά που θέλει να έχει αξιώσεις µαζικής απεύθυνσης και να συµβάλει στη διαµόρφωση ενός ευρύτερου πολιτικού ρεύµατος, είναι αναγκαίο σήµερα η πάλη ενάντια στον πόλεµο, τον ιµπεριαλισµό και τις πολεµικές δαπάνες να βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής της. Πρόκειται για δαπάνες που στρώνουν τον δρόµο για νέες πολεµικές συγκρούσεις. Αυτή η πολιτική κατεύθυνση, ωστόσο, δεν µπορεί να παραµείνει σε γενικό επίπεδο· οφείλει να µεταφραστεί και να εξειδικευτεί. Τι σηµαίνει, για παράδειγµα, η εντατική πολεµική προετοιµασία και η διοχέτευση τεράστιων πόρων στους εξοπλισµούς σε µια κοινωνία όπου οι κοινωνικές υποδοµές καταρρέουν, µε νοσοκοµεία, σχολεία και πανεπιστήµια να λειτουργούν στα όρια της διάλυσης; Απαιτείται, εποµένως, η αναγκαία πολιτική «επεξεργασία» ώστε η σύνδεση αντιιµπεριαλισµού και αντικαπιταλισµού να αποκτά συγκεκριµένο περιεχόµενο και να εξειδικεύεται σε κάθε κοινωνικό χώρο και αγώνα.
Αυτή η πολιτική συζήτηση είναι απολύτως αναγκαία. Αντίθετα, προσεγγίσεις που εντοπίζουν τον βασικό αντίπαλο σε µια ασαφή «τεχνοφεουδαρχία» και όχι στον σύγχρονο, πολεµικό καπιταλισµό κινδυνεύουν να λειτουργήσουν παραπλανητικά. Τέτοιες αναγνώσεις θολώνουν τόσο το αναγκαίο ριζοσπαστικό πολιτικό στίγµα όσο και την πολιτική απάντηση που χρειάζεται απέναντι στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και στις συνολικότερες πολιτικές προκλήσεις της περιόδου.
Υπάρχει, όµως, πραγµατικό κοινωνικό έδαφος και δυνατότητα για µια τέτοια Αριστερά; Στην Ελλάδα, το µαζικό κίνηµα τα τελευταία χρόνια έχει δώσει σηµαντικές µάχες. Κυρίως, έχει καταφέρει να δώσει µαζικά το «παρών» κάθε φορά που έχει αντιληφθεί ότι η πρόκληση είναι ιδιαίτερα µεγάλη. Οι µεγαλειώδεις εργατικές κινητοποιήσεις για το έγκληµα στα Τέµπη, η µαζικοποίηση και η εξάπλωση του κινήµατος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, η πλατιά στήριξη των αντιρατσιστικών κινητοποιήσεων – από τους πρόσφυγες στον Έβρο έως την αλληλεγγύη στους Ροµά – οι αγώνες στα πανεπιστήµια απέναντι στις διαρκείς νεοφιλελεύθερες επιθέσεις, αλλά και οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των αγροτών, συνθέτουν µια εικόνα υπαρκτής κοινωνικής δυναµικής. Παρ’ όλα αυτά, οι µαζικές κινητοποιήσεις συχνά σκοντάφτουν σε δύο βασικά προβλήµατα: από τη µία, παραµένουν τις περισσότερες φορές ασύνδετες µεταξύ τους και, από την άλλη, αδυνατούν να βρουν µια συγκροτηµένη πολιτική έκφραση.
Η ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά σε όλα τα παραπάνω προσπάθησε και έδρασε — και οι κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα. Το ερώτηµα, όµως, είναι ποιο ακριβώς παράδειγµα συνιστούν και ποια πολιτικά συµπεράσµατα µπορούν να εξαχθούν από αυτές. Είναι προφανές ότι απαιτούνται πολύ περισσότερα. Αυτό προϋποθέτει µια επίµονη και συγκροτηµένη επιχειρηµατολογία «συνδέσεων», καθώς και αντίστοιχες παρεµβάσεις που να δένουν, για παράδειγµα, το κίνηµα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη µε τους εξοπλισµούς, τις πολεµικές δαπάνες και τη συρρίκνωση των κοινωνικών δαπανών. Και ακριβώς επειδή µια µαζική Αριστερά είναι αναγκαία, απαιτείται ο συντονισµός πρωτοβουλιών, συλλογικοτήτων και πολιτικών οργανώσεων, σε µια κατεύθυνση που να συνδέεται ουσιαστικά µε ανένταχτους αγωνιστές και ανένταχτες αγωνίστριες, δίνοντάς τους πραγµατικό χώρο και ρόλο.
Η αναγκαία αυτή πολιτική συζήτηση πρέπει να γίνει µαζί µε τον κόσµο που κινητοποιείται και αγωνίζεται. Πρέπει να γίνει µέσα στο κίνηµα και µαζί µε τα τµήµατα του κινήµατος που αναζητούν και τις συνδέσεις και τις πολιτικές απαντήσεις. Αυτό το στοιχείο θεωρούµε ότι είναι ιδιαίτερα κρίσιµο για τη διαµόρφωση πολιτικού ρεύµατος.
Μια µαζική, ενωτική και ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να δουλέψει συστηµατικά για τη συγκέντρωση πολιτικής και κοινωνικής δύναµης µε τις παραπάνω πολιτικές προϋποθέσεις. Αυτό δεν µπορεί να επιτευχθεί ούτε µε γενικές εκκλήσεις για ενότητα ούτε µόνο µε κοινές διαδηλώσεις. Απαιτείται µια διαρκής και οργανωµένη κοινή προσπάθεια στους χώρους δουλειάς, στις γειτονιές, στα πανεπιστήµια, µέσα από κοινά σχήµατα και διαδικασίες που θα εργάζονται µε αυτή την προοπτική. Παράλληλα, είναι κρίσιµο η συζήτηση να µην επανέρχεται στο προσκήνιο µόνο µε αφορµή τον τρόπο συµµετοχής ή παρέµβασης στην εκλογική µάχη. H επερχόµενη εκλογική µάχη θα γίνει σε ένα εξαιρετικά σύνθετο πολιτικό περιβάλλον. Επιβάλλεται από τώρα µια διαδικασία προετοιµασίας της ριζοσπαστικής αριστεράς µε στόχο την διαµόρφωση αντικαπιταλιστικών αιχµών, µάχιµων διεκδικήσεων και την δηµιουργία ενός «τόπου» που επιδιώκοντας τη συγκέντρωση δυνάµεων θα δίνει χώρο στις αντίστοιχες διεργασίες. Η ΔΕΑ θα είναι παρούσα.
Οι προϋποθέσεις για µια τέτοια προσπάθεια δεν είναι µόνο οργανωτικές – και σίγουρα δεν είναι αποκλειστικά οργανωτικές. Για να µπορέσει να κάνει βήµατα και να αποτελέσει έναν ορατό πόλο µέσα στο κίνηµα, είναι αναγκαίο να διεξάγεται και η ουσιαστική πολιτική συζήτηση για την κατεύθυνση, το στίγµα και το πρόγραµµα. Μια συζήτηση που θα επιχειρεί να ενοποιεί διαφορετικούς αγώνες και διεκδικήσεις σε µια ανατρεπτική πολιτική γραµµή, µιλώντας ταυτόχρονα απλά και ριζοσπαστικά.
Πιστεύουµε ότι η «πρωτοβουλία για µια νέα ενωτική και ανατρεπτική Αριστερά» κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Θεωρούµε ότι αυτή η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει µε πολλούς τρόπους και θα συνεχίσει να αναπτύσσεται. Υπό αυτή την έννοια, θεωρούµε χρήσιµη και τη σηµερινή εκδήλωση, ως µέρος µιας ευρύτερης διεργασίας προβληµατισµού και αναζήτησης για την ανασυγκρότηση µιας µαζικής, ενωτικής, ριζοσπαστικής Αριστεράς.
https://rproject.gr/article/gia-uia-aristera-uaziki-enotiki-kai-rizospastiki









Σχόλια (0)