Η Κομμούνα του Παρισιού: Από τη φρίκη του πολέμου στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας

Η Κομμούνα του Παρισιού: Από τη φρίκη του πολέμου στο όραμα μιας δίκαιης κοινωνίας

  • |

Τον Μάρτιο του 1871, 155 χρόνια πριν, η εργατική τάξη παίρνει για πρώτη φορά την εξουσία στα χέρια της. Μιλάμε φυσικά για την Παρισινή Κομμούνα.

Στις 18 Μαρ­τί­ου η Εθνο­φρου­ρά  της πόλης, απο­τε­λού­με­νη κυ­ρί­ως από ερ­γά­τες, κα­τα­λαμ­βά­νει το Δη­μαρ­χείο και διώ­χνει την επί­ση­μη κυ­βέρ­νη­ση και καλεί τον λαό να κυ­βερ­νή­σει. Αυτό ακρι­βώς συμ­βαί­νει. Επί 72 μέρες, το Πα­ρί­σι κυ­βερ­νά­ται απο­κλει­στι­κά από τον ερ­γα­ζό­με­νο λαό, από φτω­χές και ανώ­νυ­μες γυ­ναί­κες και άντρες που τόλ­μη­σαν να κά­νουν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα μια νέα κοι­νω­νία. Ακόμα και με την τρα­γι­κή κα­τά­λη­ξη, είναι οι 2,5 ομορ­φό­τε­ροι μήνες στην ιστο­ρία του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. 

Ελένη Πελέκη

Η επα­νά­στα­ση της 18ης Μαρ­τί­ου ήταν μα­ζι­κή και αυ­θόρ­μη­τη, μια έκρη­ξη στοι­χεί­ων και ζυ­μώ­σε­ων που συ­νέ­βαι­ναν στους δρό­μους του Πα­ρι­σιού για αρ­κε­τές δε­κα­ε­τί­ες. Πε­ρί­που ένας αιώ­νας ρα­γδαί­ων πο­λι­τι­κών εξε­λί­ξε­ων από την Γαλ­λι­κή Επα­νά­στα­ση, τις εξε­γέρ­σεις του 1848, το πρα­ξι­κό­πη­μα του Να­πο­λέ­ο­ντα Βο­να­πάρ­τη Γ’ το 1851 και την πα­λι­νόρ­θω­ση της αυ­το­κρα­το­ρί­ας, είχε με­τα­τρέ­ψει το Πα­ρί­σι σε ερ­γα­στή­ρι πο­λι­τι­κών και κοι­νω­νι­κών ιδεών. Η ενα­σχό­λη­ση με τα κοινά ήταν πρω­το­φα­νής ει­δι­κά στα φτω­χό­τε­ρα στρώ­μα­τα της κοι­νω­νί­ας. Σε αυτή την πε­ρί­ο­δο μπο­ρού­με να εντο­πί­σου­με τις ρίζες όχι μόνο πο­λι­τι­κών και ιδε­ο­λο­γι­κών ρευ­μά­των αλλά και ερ­γα­λεί­ων όπως σω­μα­τεία, λέ­σχες, ερ­γα­τι­κοί συ­νε­ται­ρι­σμοί και σύλ­λο­γοι, κ.ο.κ. Σε αυτό το κα­ζά­νι που έβρα­ζε ήρθε να προ­στε­θεί η τα­πει­νω­τι­κή ήττα στο Γαλ­λο­πρω­σι­κό πό­λε­μο και η φρίκη της πο­λιορ­κί­ας του Πα­ρι­σιού.

Μετά από συ­νε­χείς ήττες ο Να­πο­λέ­ων Γ’ βρί­σκε­ται αιχ­μά­λω­τος των Πρώ­σων, μαζί με με­γά­λο τμήμα του στρα­τού, η Γαλ­λία χάνει την Αλ­σα­τία και την Λο­ρέ­νη. Η αυ­το­κρα­το­ρία κα­ταρ­ρέ­ει και ορί­ζε­ται μια προ­σω­ρι­νή κυ­βέρ­νη­ση αστών, υπό τον μο­ναρ­χι­κό στρα­τη­γό Τροσί προ­κει­μέ­νου να ορ­γα­νώ­σει την αντε­πί­θε­ση. Με πα­τριω­τι­κά συν­θή­μα­τα και εκ­κλή­σεις για εθνι­κή ενό­τη­τα άρ­χι­σαν να ερ­γά­ζο­νται προς μια συν­θη­κο­λό­γη­ση με το Πρω­σι­κό στρα­τό που αφέ­θη­κε να προ­ε­λαύ­νει στη Γαλ­λία ενώ το Σε­πτέμ­βριο αρ­χί­ζει η πο­λιορ­κία του Πα­ρι­σιού και ο βομ­βαρ­δι­σμός του.

Η πο­λιορ­κία διέ­λυ­σε τις τε­λευ­ταί­ες αυ­τα­πά­τες που είχαν οι ερ­γά­τριες/ες και οι μι­κρο­α­στοί για τις προ­τε­ραιό­τη­τες αυτής της κυ­βέρ­νη­σης. Όσο οι κά­τοι­κοι του Πα­ρι­σιού υπέ­φε­ραν από την πείνα, το κρύο, τις αρ­ρώ­στιες και τους συ­νε­χείς βομ­βαρ­δι­σμούς, η Αυλή και οι τρα­πε­ζί­τες έβγα­λαν τα κε­φά­λαια τους από τη χώρα. Το Πα­ρί­σι αφέ­θη­κε στην μοίρα του, χωρίς ανε­φο­δια­σμό τρο­φί­μων και ειδών πρώ­της ανά­γκης, έρ­μαιο μαυ­ρα­γο­ρι­τών και απα­τε­ώ­νων που που­λού­σαν ακρι­βά ακόμα και το κρέας των πο­ντι­κιών. Οι γυ­ναί­κες πε­ρί­με­ναν για ώρες στις ουρές για ένα κομ­μά­τι ψωμί και λίγο κάρ­βου­νο ενώ στις πλού­σιες συ­νοι­κί­ες, όσοι αστοί είχαν πα­ρα­μεί­νει συ­νέ­χι­σαν να ορ­γα­νώ­νουν πο­λυ­τε­λείς δε­ξιώ­σεις με άφθο­νο και ποιο­τι­κό φα­γη­τό και σα­μπά­νια.

Η άμυνα δεν ορ­γα­νώ­θη­κε ποτέ. Κι όμως το Πα­ρί­σι είχε στρα­τό, πε­ρί­που 300.000 πο­λί­τες που είχαν κα­τα­τα­γεί στην Εθνο­φρου­ρά και ζη­τού­σαν όπλα και σχέ­διο μάχης. Ο μα­ζι­κός εξο­πλι­σμός του λαού ενεί­χε επα­να­στα­τι­κούς κιν­δύ­νους που η κυ­βέρ­νη­ση των με­γα­λο­α­στών προ­σπα­θού­σε να απο­φύ­γει. Προ­τί­μη­σε την άνευ όρων συν­θη­κο­λό­γη­ση με τους Πρώ­σους που ανέ­λα­βαν να βοη­θή­σουν στην κα­τα­στο­λή της επα­να­στα­τι­κής διά­θε­σης.

Η αγα­νά­κτη­ση και η οργή του λαού ξε­χεί­λι­σε. Εντά­σεις ξε­σπούν κα­θη­με­ρι­νά στους δρό­μους του Πα­ρι­σιού. Η νέα κυ­βέρ­νη­ση παίρ­νει αυ­ταρ­χι­κά μέτρα όπως η απα­γό­ρευ­ση της κυ­κλο­φο­ρί­ας των εφη­με­ρί­δων, απα­γό­ρευ­ση της λει­τουρ­γί­ας των λε­σχών, μεί­ω­ση του μι­σθού της Εθνο­φρου­ράς και αφο­πλι­σμός της. Στις 18 Μαρ­τί­ου προ­σπα­θεί να κλέ­ψει τα 227 κα­νό­νια του Πα­ρι­σιού, που ήταν το κα­μά­ρι της πόλης και είχαν πλη­ρω­θεί από τους ίδιους τους ερ­γά­τες. Οι ει­κό­νες με τις Κομ­μου­νά­ριες που προ­στα­τεύ­ουν τα κα­νό­νια με τα σώ­μα­τά τους και το στρα­τό που αρ­νεί­ται να πυ­ρο­βο­λή­σει πο­λί­τες και περ­νά­ει στο πλευ­ρό του λαού είναι πλέον πα­σί­γνω­στες.

Το σύν­θη­μα εξα­πλώ­νε­ται πα­ντού, Ζήτω η Κομ­μού­να. Σε κάθε γει­το­νιά και δια­μέ­ρι­σμα, στους δρό­μους του Πα­ρι­σιού αρ­χί­ζει μια συ­γκλο­νι­στι­κή γιορ­τή όλων των κα­τα­πιε­σμέ­νων. Χι­λιά­δες σε­λί­δες έχουν γρα­φτεί για την κοι­νω­νία που άρ­χι­σαν να χτί­ζουν οι απε­λευ­θε­ρω­μέ­νες/οι Κομ­μου­νά­ριες/οι. Σε λίγες μέρες, η Εθνο­φρου­ρά, οι λέ­σχες, τα σω­μα­τεία, ανέ­λα­βαν όλες τις διοι­κη­τι­κές λει­τουρ­γί­ες του κρά­τους και με την ενερ­γή συμ­με­το­χή των ερ­γα­τριών/ων όλα λει­τούρ­γη­σαν κα­νο­νι­κά ή, σύμ­φω­να με μαρ­τυ­ρί­ες, πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά από ποτέ. Οι δρό­μοι ήταν κα­θα­ροί, τα θέ­α­τρα άνοι­ξαν και λει­τουρ­γού­σαν κα­νο­νι­κά, τα πάρκα ήταν γε­μά­τα με χα­ρού­με­νους αν­θρώ­πους, πλη­ρώ­θη­καν οι μι­σθοί των εθνο­φρου­ρών, αγο­ρά­στη­καν τρό­φι­μα και μοι­ρά­στη­καν στους αν­θρώ­πους, όπως και άλλα είδη πρώ­της ανά­γκης. Εκ­κλη­σί­ες και ξε­νο­δο­χεία με­τα­τρά­πη­καν σε σχο­λεία, νο­σο­κο­μεία και χώ­ρους στέ­γα­σης αστέ­γων. Επι­διορ­θώ­θη­καν και ενι­σχύ­θη­καν τα οχυρά.

Η Κομ­μού­να

Η Εθνο­φρου­ρά κή­ρυ­ξε άμεσα εκλο­γές που έγι­ναν σε πα­νη­γυ­ρι­κό κλίμα, με την με­γα­λύ­τε­ρη μέχρι τότε συμ­με­το­χή. Τα 90 μέλη του Συμ­βου­λί­ου που εκλέ­χτη­καν ήταν στην πλειο­ψη­φία τους ερ­γά­τες και λίγοι μι­κρο­α­στοί, επα­να­στά­τες και προ­ο­δευ­τι­κοί δη­μο­κρα­τι­κοί, ανά­με­σα τους και αρ­κε­τοί αλ­λο­δα­ποί, γνω­στοί κυ­ρί­ως από την μέχρι τότε δράση τους στα σω­μα­τεία τους, στις λέ­σχες, στις γει­το­νιές τους.

Σε ένα πολύ πυκνό πο­λι­τι­κό χρόνο η Κομ­μού­να λαμ­βά­νει μια σειρά από μέτρα που είναι εν­δει­κτι­κά μιας τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κής κοι­νω­νι­κής δομής. Κα­ταρ­γεί­ται η αστυ­νο­μία και ο τα­κτι­κός στρα­τός και αντι­κα­θί­στα­νται από την Εθνο­φρου­ρά στην οποία συμ­με­τέ­χουν όλοι οι ικα­νοί πο­λί­τες. Δια­γρά­φο­νται τα χρέη των ενοι­κί­ων από την αρχή της πο­λιορ­κί­ας, απα­γο­ρεύ­ο­νται οι εξώ­σεις και επι­στρέ­φο­νται όλα τα είδη πρώ­της ανά­γκης που είχαν που­λη­θεί σε ενε­χυ­ρο­δα­νει­στή­ρια. Όλα τα μέλη της Κομ­μού­νας και οι δη­μο­τι­κοί υπάλ­λη­λοι είναι πλέον αι­ρε­τοί, υπεύ­θυ­νοι και ανά πάσα στιγ­μή ανα­κλη­τοί και με μισθό δεν ξε­περ­νά­ει το μισθό του ερ­γά­τη . Απο­φα­σί­ζε­ται ο δια­χω­ρι­σμός εκ­κλη­σί­ας και κρά­τους, κα­ταρ­γού­νται όλες οι κρα­τι­κές επι­χο­ρη­γή­σεις για θρη­σκευ­τι­κούς σκο­πούς και η εκ­κλη­σια­στι­κή πε­ριου­σία αρ­χί­ζει να αξιο­ποιεί­ται προς όφε­λος του λαού. Κα­ταρ­γεί­ται η θα­να­τι­κή ποινή και καί­γε­ται πα­νη­γυ­ρι­κά η λαι­μη­τό­μος από τις ερ­γά­τριες στην πλα­τεία του 11ου δια­με­ρί­σμα­τος. Κα­τε­δα­φί­ζε­ται η Στήλη της πλα­τεί­ας Βα­ντόμ ως σύμ­βο­λο του πο­λέ­μου και του ιμπε­ρια­λι­σμού. Μπαί­νουν ξανά σε λει­τουρ­γία υπό τον έλεγ­χο ερ­γα­τι­κών εται­ριών και ενώ­σε­ων τα ερ­γο­στά­σια, σχε­διά­ζε­ται η κα­τα­γρα­φή όλων των ερ­γα­τι­κών χώρων που είχαν εγκα­τα­λει­φθεί από τους ιδιο­κτή­τες τους και κα­ταρ­γεί­ται η νυ­χτε­ρι­νή ερ­γα­σία των αρ­τερ­γα­τών. Δια­λύ­ο­νται τα γρα­φεία εύ­ρε­σης ερ­γα­σί­ας (αγα­θο­ερ­γί­ας) που ελέγ­χο­νταν από την αστυ­νο­μία και η αρ­μο­διό­τη­τα τους περ­νά­ει στα δη­μο­τι­κά συμ­βού­λια των εί­κο­σι δια­με­ρι­σμά­των του Πα­ρι­σιού. Κα­ταρ­γεί­ται η διά­κρι­ση ανά­με­σα σε νό­μι­μα και νόθα παι­διά, εγκρί­νε­ται σύ­ντα­ξη στις συ­ντρό­φους των Εθνο­φρου­ρών, έγ­γα­μων και άγα­μων. Κα­ταρ­γεί­ται ο θε­σμός του γάμου και αντι­κα­θί­στα­ται από Ελεύ­θε­ρες Ενώ­σεις που συ­νά­πτο­νται και λύ­νο­νται με απλή δή­λω­ση των συ­ντρό­φων.

Το πιο ση­μα­ντι­κό όμως κοι­νω­νι­κό μέτρο της Κομ­μού­νας, όπως είχε γρά­ψει ο Μαρξ, ήταν η ίδια της η ύπαρ­ξη. Στην Κομ­μού­να η ίδια η ερ­γα­τι­κή τάξη πήρε την εξου­σία και βρήκε τις μορ­φές δια­κυ­βέρ­νη­σης που εξυ­πη­ρε­τού­σαν τα συμ­φέ­ρο­ντα της. Η Κομ­μού­να δεν ήταν μόνο τα δια­τάγ­μα­τα της. Η Κομ­μού­να ήταν το εκλεγ­μέ­νο σώμα που συ­ζη­τού­σε και συ­ντό­νι­ζε τις δρά­σεις. Η Κομ­μού­να ήταν στα εί­κο­σι Δια­με­ρί­σμα­τα του Πα­ρι­σιού που ανέ­λα­βαν όλες τις διοι­κη­τι­κές λει­τουρ­γί­ες κάθε γει­το­νιάς. Η Κομ­μού­να ήταν οι Λέ­σχες και οι Ερ­γα­τι­κές Ενώ­σεις που συ­να­ντιού­νταν σχε­δόν κα­θη­με­ρι­νά για να συ­ζη­τούν και να αμ­φι­σβη­τούν τις απο­φά­σεις του Συμ­βου­λί­ου, να ασκούν κρι­τι­κή και να δια­τυ­πώ­νουν τα αι­τή­μα­τα των ερ­γα­τριών/ων και να υλο­ποιούν τις απο­φά­σεις που τους έβρι­σκαν σύμ­φω­νους. Η Κομ­μού­να ήταν κυ­ρί­ως οι ίδιες οι ερ­γά­τριες/ες. Προ­χώ­ρη­σαν άμεσα στην υλο­ποί­η­ση των απο­φά­σε­ων. Οι εκλεγ­μέ­νοι αντι­πρό­σω­ποι, χωρίς τα προ­κλη­τι­κά προ­νό­μια του προη­γού­με­νου κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού, ήταν δε­σμευ­μέ­νοι σε συ­γκε­κρι­μέ­να κα­θή­κο­ντα και υπο­χρε­ω­μέ­νοι να λο­γο­δο­τούν για τις πρά­ξεις τους. Ο ίδιος ο λαός, στις λέ­σχες, στα σω­μα­τεία και στα δια­με­ρί­σμα­τα, έλεγ­χε όλες τις συ­ζη­τή­σεις και τις απο­φά­σεις απαι­τώ­ντας οι εκ­πρό­σω­ποι να πα­ρευ­ρί­σκο­νται στις λαϊ­κές συ­νε­λεύ­σεις για να λο­γο­δο­τή­σουν και να ακού­σουν τα αι­τή­μα­τα τους. Ο στρα­τός και οι ένο­πλες δυ­νά­μεις που σε άλλα κα­θε­στώ­τα χρη­σι­μο­ποιού­νται για να κα­τα­στεί­λουν αυτές τις δη­μο­κρα­τι­κές ελευ­θε­ρί­ες δεν υπήρ­χαν πια. Τη θέση του είχε πάρει ο ένο­πλος λαός, μέσω της Εθνο­φρου­ράς, που όχι μόνο πο­λε­μού­σε για αυτές τις ελευ­θε­ρί­ες αλλά είχε την ευ­θύ­νη για την ασφά­λεια του πλη­θυ­σμού. Το σύ­νο­λο της κοι­νω­νί­ας ανέ­λα­βε το σύ­νο­λο των κρα­τι­κών υπο­θέ­σε­ων, αυτό που ο Μαρξ χα­ρα­κτή­ρι­ζε με οξυ­δέρ­κεια ένα ερ­γα­ζό­με­νο σώμα, νο­μο­θε­τι­κό και εκτε­λε­στι­κό μαζί, απο­δει­κνύ­ο­ντας μια για πάντα πως η ερ­γα­τι­κή τάξη όχι μόνο μπο­ρεί αλλά πρέ­πει να ανα­λά­βει την εξου­σία για το καλό όλης της αν­θρω­πό­τη­τας.

Οι ερ­γά­τριες/ες της Κομ­μού­νας προ­σπα­θού­σαν να χτί­σουν ένα και­νούρ­γιο κόσμο ελευ­θε­ρί­ας, δη­μο­κρα­τί­ας και ισό­τη­τας, πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νοι όμως από αδί­στα­χτους θια­σώ­τες του πα­λιού συ­στή­μα­τος. Στην κοι­νω­νία του μέλ­λο­ντος που ορα­μα­τί­ζο­νταν δεν χω­ρού­σε η βία, ο πό­λε­μος και ο αυ­ταρ­χι­σμός. Οι εχθροί τους  δεν είχαν τέ­τοια δι­λήμ­μα­τα, η Κομ­μού­να έπρε­πε να πνι­γεί στο αίμα και το επι­κίν­δυ­νο μή­νυ­μά της να σβη­στεί για πάντα από τις σε­λί­δες της ιστο­ρί­ας.

Κα­τα­στο­λή

Η κυ­βέρ­νη­ση του Θιέρ­σου σε συ­νερ­γα­σία πλέον με τους Πρώ­σους συ­νέ­χι­σαν την πο­λιορ­κία και τον βομ­βαρ­δι­σμό του Πα­ρι­σιού. Το μή­νυ­μα της Κομ­μού­νας είχε ήδη αρ­χί­σει να εξα­πλώ­νε­ται και σε άλλες πό­λεις της Γαλ­λί­ας αλλά και σε αρι­στε­ρούς και δη­μο­κρα­τι­κούς κύ­κλους στα γερ­μα­νι­κά κρα­τί­δια. Ο Θιέρ­σος απο­μά­κρυ­νε εγκαί­ρως τα δη­μο­κρα­τι­κά στοι­χεία από το στρα­τό ενώ ξε­κί­νη­σε μια σκλη­ρή προ­πα­γάν­δα για την κα­τα­συ­κο­φά­ντη­ση και την απο­μό­νω­ση της Κομ­μού­νας.

Στις 21 Μαΐου, ο στρα­τός ει­σβά­λει στο Πα­ρί­σι με σα­φείς εντο­λές: κα­νέ­νας οί­κτος στον εχθρό. Με οβί­δες και κα­νό­νια, με πο­λυ­βό­λα και με εμπρη­σμούς διέ­λυ­σαν το με­γα­λύ­τε­ρο μέρος της πόλης, γει­το­νιά γει­το­νιά, οδό­φραγ­μα οδό­φραγ­μα. Παρά την αριθ­μη­τι­κή υπε­ρο­χή, την κα­λύ­τε­ρη ορ­γά­νω­ση και τον ανώ­τε­ρο εξο­πλι­σμό χρειά­στη­καν 8 μέρες για να κάμ­ψουν την ηρω­ι­κή αντί­στα­ση των Κομ­μου­νά­ριων/ων.

Έχουν γρα­φτεί αρ­κε­τοί τόμοι για την θρυ­λι­κή γεν­ναιό­τη­τα των εξε­γερ­μέ­νων, οι πο­λί­τες και πο­λί­τι­σες του Πα­ρι­σιού που είχαν ζήσει έστω και για λίγο στην ομορ­φιά μιας δί­και­ης κοι­νω­νί­ας ήταν δια­τε­θει­μέ­νοι να πε­θά­νουν για αυτό το όραμα. Ακόμα και οι εχθροί τους θαύ­μα­σαν αυτή την «άσκο­πη» αντί­στα­ση. Κομ­μου­νά­ριες που πο­λε­μού­σαν από οδό­φραγ­μα σε οδό­φραγ­μα μέχρι να τε­λειώ­σουν τα πυ­ρο­μα­χι­κά και εκα­το­ντά­δες που αρ­νού­νταν να αφή­σουν πίσω τραυ­μα­τί­ες. Παι­διά και γέροι που πή­γαι­ναν στο εκτε­λε­στι­κό από­σπα­σμα χα­μο­γε­λα­στοί, γυ­ναί­κες που χλεύ­α­ζαν τους δή­μιους τους. Τραυ­μα­τί­ες που με την τε­λευ­ταία τους πνοή φώ­να­ζαν «Vive la Commune!» και ανέ­μι­ζαν την Κόκ­κι­νη Ση­μαία. Δεν θα μά­θου­με ποτέ τον ακρι­βή αριθ­μό των νε­κρών της Μα­τω­μέ­νης Εβδο­μά­δας αλλά οι εκτι­μή­σεις τους το­πο­θε­τούν στους 30.000 ενώ πε­ρί­που 50.000 με 80.000 φυ­λα­κί­στη­καν ή εξο­ρί­στη­καν. Τα βα­σα­νι­στή­ρια δεν στα­μά­τη­σαν, ει­δι­κά οι γυ­ναί­κες που είχαν «ξε­χά­σει τη θέση τους» έπρε­πε να τι­μω­ρη­θούν διπλά για την αυ­θά­δειά τους. Οι φτω­χές γυ­ναί­κες κα­τη­γο­ρή­θη­καν σω­ρη­δόν για εμπρη­σμούς με τον μύθο των πυρ­πο­λη­τριών (Petroleuse). Η ει­κό­να του αι­μα­το­βαμ­μέ­νου και βομ­βαρ­δι­σμέ­νου Πα­ρι­σιού σό­κα­ρε ακόμα και τους πιο πο­λε­μο­χα­ρείς αντι­πά­λους της Κομ­μού­νας.

Πα­ρα­κα­τα­θη­κη

Η Κομ­μού­να μας άφησε και μια  ση­μα­ντι­κή πα­ρα­κα­τα­θή­κη. Οι ερ­γά­τριες και οι ερ­γά­τες έχο­ντας πάντα το βλέμ­μα τους στο μέλ­λον δο­κί­μα­σαν στην πράξη πολλά αν όχι όλα τα ιδε­ο­λο­γι­κά σχή­μα­τα της επο­χής τους για το χτί­σι­μο μιας νέας κοι­νω­νί­ας και έδει­ξαν τα όρια και τις αδυ­να­μί­ες τους αλλά και τις δυ­να­τό­τη­τες τους. Η ση­μα­σία της ενω­τι­κής μα­ζι­κής δρά­σης, η αυ­τε­νέρ­γεια και η αυ­το­ορ­γά­νω­ση της ερ­γα­τι­κής τάξης, ο ρόλος των σω­μα­τεί­ων και των συν­δι­κά­των, η ση­μα­σία των επα­να­στα­τι­κών κομ­μά­των και η σχέση τους με την τάξη, θέ­μα­τα που σή­με­ρα είναι στην κα­θη­με­ρι­νή συ­ζή­τη­ση της αρι­στε­ράς και των αγω­νι­στών, είναι επει­δή τα έθεσε  η Κομ­μού­να. Τις δε­κα­ε­τί­ες που ακο­λού­θη­σαν, όλες οι προ­ο­δευ­τι­κές δυ­νά­μεις και οι αρι­στε­ροί θε­ω­ρη­τι­κοί του­λά­χι­στον στην Ευ­ρώ­πη με­λέ­τη­σαν τα δι­δάγ­μα­τα της Κομ­μού­νας. Ο Μαρξ και ο Έν­γκελς τρο­πο­ποί­η­σαν την θε­ω­ρία για την κα­τά­λη­ψη της εξου­σί­ας από τους ερ­γά­τες, που μέχρι εκεί­νο το ση­μείο μόνο θε­ω­ρη­τι­κή μπο­ρού­σε να είναι, απο­κρυ­στάλ­λω­σαν τις δια­φω­νί­ες με τους θε­ω­τη­ρι­κούς του Αναρ­χι­σμού (που κι αυτοί με τη σειρά τους έκα­ναν τα δικά τους ιδε­ο­λο­γι­κά προ­χω­ρή­μα­τα) και με με­γα­λύ­τε­ρη διαύ­γεια προ­χώ­ρη­σαν στην ορ­γά­νω­ση της Δεύ­τε­ρης Διε­θνούς. Λίγα χρό­νια αρ­γό­τε­ρα, τόσο ο Λένιν όσο και ο Τρό­τσκι όχι μόνο με­λέ­τη­σαν τα πε­πραγ­μέ­να της Κομ­μού­νας αλλά κα­τά­φε­ραν μέσα από την ίδια τους τη δρα­στη­ριό­τη­τα να δώ­σουν λύση σε πολλά από τα εμπό­δια και προ­βλή­μα­τα που δεν κα­τά­φε­ραν να ξε­πε­ρά­σουν οι Κομ­μου­νά­ριες/οι. Η κα­λύ­τε­ρη από­δει­ξη είναι η επι­τυ­χία της Οκτω­βρια­νής Επα­νά­στα­σης, όπου φαί­νε­ται η συμ­βο­λή των συ­μπε­ρα­σμά­των από την εμπει­ρία της Κομ­μού­νας.

Το όραμα της Κομ­μού­νας δεν πε­ριο­ρί­στη­κε σε θε­ω­ρη­τι­κούς κύ­κλους. Ανώ­νυ­μες/οι ερ­γά­τριες/ες σε όλο τον κόσμο νιώ­θα­νε πλέον ένα και­νούρ­γιο αέρα αυ­το­πε­ποί­θη­σης και ορ­γά­νω­σαν χι­λιά­δες αγώ­νες που άλ­λα­ξαν τον ρουν της ιστο­ρί­ας. Οι Κομ­μου­νά­ριες/οι βα­σα­νί­στη­καν, εξευ­τε­λί­στη­καν, εξο­ρί­στη­καν, σφα­γιά­στη­καν πράγ­μα­τι χωρίς κα­νέ­να έλεος αλλά ο στό­χος να σβη­στεί η Κομ­μού­να από την ιστο­ρία δεν εκ­πλη­ρώ­θη­κε. Αντί­θε­τα, τόσο το ηρω­ι­κό τέλος όσο και όλα όσα είχαν προη­γη­θεί έγι­ναν αθά­να­τα μέσα από τρα­γού­δια, ποι­ή­μα­τα, λο­γο­τε­χνι­κά έργα, δο­κί­μια και μαρ­τυ­ρί­ες, ται­νί­ες και κυ­ρί­ως στη μνήμη και στις καρ­διές των ερ­γα­τριών/ων του κό­σμου. Τα τρα­γού­δια που γρά­φτη­καν από τις Κομ­μου­νά­ριες/ους, με κο­ρυ­φαίο πα­ρά­δειγ­μα τη Διε­θνή έγι­ναν ύμνοι και μαζί με την κόκ­κι­νη ση­μαία είναι ακόμα σύμ­βο­λα του πά­θους για μια άλλη κοι­νω­νία. Η Κομ­μού­να, η πρώτη έφο­δος στον ου­ρα­νό, το πρώτο ερ­γα­τι­κό κρά­τος, θα εμπνέ­ει για πάντα νέες Κομ­μού­νες.

https://rproject.gr/article/i-kommoyna-toy-parisioy-apo-ti-friki-toy-polemoy-sto-orama-mias-dikaiis-koinonias

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.