Το ταλέντο της εξαίσιο που άφησε εποχή. Μαζί με τον έντονο χαρακτήρα της, το μπρίο και το ταμπεραμέντο. Η “Κόμισσα της Κέρκυρας” χάνει τη μάχη με τη ζωή 13 χρόνια πριν, σαν σήμερα το 2004.
Είχε μπει στο Ιατρικό Κέντρο στις 16 Ιουλίου για να εγχειριστεί επειδή υπέστη διάτρηση στομάχου που οφειλόταν σε υποτροπή του ζαχάρου. Το ιατρικό ανακοινωθέν ανέφερε ως αιτία θανάτου αιφνίδια ανακοπή καρδιάς. Η είδηση φυσικά βύθισε στο πένθος τον καλλιτεχνικό χώρο και η σωρός της τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Στην κηδεία της συνάδελφοι αλλά και ο απλός κόσμος ήταν δίπλα της μαζί με την μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας “Μάντζαρος” που ήρθε από την Κέρκυρα για να την συνοδεύσει στο ύστατο χαίρε.
Προς τιμήν της, τα μαγαζιά στην γενέτειρά της την Κέρκυρα έμειναν κλειστά. Με αφορμή λοιπόν αυτή την επέτειο του θανάτου, θυμόμαστε τις καλύτερες στιγμές από την πολυτάραχη ζωή της ταλαντούχας κυρίας του κινηματογράφου.


Στο αριστοκρατικό νησί του Ιονίου γεννιέται στις 20 Φεβρουαρίου 1923. Ο πατέρας της μπορεί να ήταν αριστοκράτης και να μεγάλωσε πλουσιοπάροχα, όμως οι γονείς του τον αποκλήρωσαν λόγω του έρωτά του με τη μητέρα της. Η αμαρτία του Γιάννη Βλαχόπουλου ήταν ότι ερωτεύτηκε την κόρη της υπηρέτριας, την Καλλιόπη. Γι’ αυτό και άφησε τη θαλπωρή της οικογένειας, την παντρεύτηκε και απέκτησαν εννιά παιδιά τα οποία δυσκολεύονταν να συντηρήσουν. Γι’ αυτό και η Ρένα, το πέμπτο παιδί της οικογένειας, δούλεψε για πρώτη φορά στα δεκαέξι της χρόνια τραγουδώντας επαγγελματικά σε ζαχαροπλαστείο για να βοηθήσει την οικογένεια. Την αγάπη της για τη μουσική την είχε ανακαλύψει μετά από τις πολλές επισκέψεις που έκανε με τον πατέρα της στο αρχοντικό του κόντε Θεοτόκη όπου υπήρχε πιάνο αλλά και μια δισκοθήκη με δίσκους των 78 στροφών.

Στο ζαχαροπλαστείο γνωρίζει και τον πρώτο της άντρα τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων. Την επόμενη χρονιά κατεβαίνει στην Αθήνα και κυνηγά την τύχη της τραγουδώντας σε διάφορα αναψυκτήρια της πρωτεύουσας. Κάπου εκεί την ανακαλύπτει ο Μίμης Τραϊφόρος και πριν καλά καλά το καταλάβει βρέθηκε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.

Το 1940, όταν πια ο πόλεμος είχε έρθει για τα καλά στην Ελλάδα, χάνει τους δύο πολυαγαπημένους της γονείς από το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Η ίδια πληροφορείται τα νέα λίγο πριν βγει στη σκηνή. Παρόλα αυτά βρίσκει όσο χαμόγελο τής έχει απομείνει, ερμηνεύει ένα τραγούδι και μετά καταρρέει.

Το 1942 παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών. Η γνωριμία της τότε με τον πιανίστα της τζαζ, Γιάννη Σπάρτακο, την φέρνει πιο κοντά με την επιτυχία και το «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο «Κυβέλη».


Ο τύπος της εποχής την αποκαλεί “βασίλισσα της τζαζ”. Ήταν και η αρχή για να κάνει περιοδεία σε Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Αμερική ενώ παράλληλα τελειώνει και το δεύτερο γάμο της το 1946. Ο Σάχης της Περσίας γοητεύεται από τη φωνή της και την παρουσία της και της χαρίζει ένα μενταγιόν. Τα πάει πάρα πολύ καλά με τις ξένες γλώσσες ενώ η καταγωγή της την βοηθά στην πολύ καλή προφορά.

Μετά την περιοδεία επιστρέφει στην Αθήνα το 1951 ενώ τραγουδά σε διάφορες επιθεωρήσεις. Μέχρι το 1954 δεν εμφανίζεται σαν ηθοποιός παρά μόνο σαν τραγουδίστρια. Η πρώτη της εμφάνιση στο θέατρο ως ηθοποιός και όχι ως τραγουδίστρια με πρόταση της Σοφίας Βέμπο, έγινε στην επιθεώρηση “Σουσουράδα” δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια».

Για την ίδια πάντως είναι κάτι πρωτόγνωρο: “Ντρεπόμουν να βγω στη σκηνή με νούμερο. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι θα γίνω ηθοποιός. Απλώς έτυχε να με δουν. Πίστεψαν από την αρχή ότι ήμουν καλή. Εγώ δεν το πίστευα. Ρε συ, Μίμη, τι να σου πω! Φοβάμαι ότι δεν θα τα καταφέρω, λέω στον Τραϊφόρο. Ο κόσμος χειροκροτούσε να βγω στη σκηνή. Εγώ δεν έβγαινα. Ξαφνικά με πιάνει ο Τραϊφόρος και με σπρώχνει στη σκηνή. Βγήκα, το νούμερο χάλασε κόσμο. Στη συνέχεια μου έδωσαν κι άλλα νούμερα και καθιερώθηκα ως ηθοποιός”.

Σιγά σιγά, έρχεται και το ντεμπούτο στον κινηματογράφο, το 1956 παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και τον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Γιάννη Πετροπουλάκη.
Σταθμός για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο»(1963). Μάλιστα ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία του, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Οι επιτυχίες από εδώ και πέρα έρχονται η μία μετά την άλλη. Μέσα στα 55 χρόνια καριέρας συμμετείχε σε περίπου 120 παραστάσεις στο θέατρο από το 1939 έως το 1994 και 26 ταινίες από το 1951 έως το 1985. Αξέχαστη θα μείνει σίγουρα με το μπρίο και το ταμπεραμέντο της στις ταινίες «Κάτι να καίει» (1963), «Ένα κορίτσι για δύο» (1963), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Φωνάζει ο κλέφτη»ς (1965), «Η βουλευτίνα» (1966), «Ραντεβού στον αέρα» (1966), «Βίβα Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970), «Μια τρελλή, τρελλή σαραντάρα» (1970), «Ζητείται επειγόντως γαμπρό»ς (1971), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972), «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» (1972).



Το 1988 αρρώστησε από γαστρορραγία και αρχίζει σιγά σιγά να χάνει το νεύρο της. Δεν τα παρατάει όμως και συνεχίζει να κάνει εμφανίσεις στο θέατρο και να εισπράττει την αγάπη του κόσμου. Με την γέννηση της ιδιωτικής τηλεόρασης κάνει κι από εκεί ένα πέρασμα παίζοντας σε δύο σειρές του ΑΝΤ1. Στο θέατρο λέει αντίο με την παράσταση Χαρτοπαίχτρα του Ψαθά που ανέβηκε στο θέατρο Μπροντγουέι της οδού Αγίου Μελετίου στην Αθήνα. Μέχρι το θάνατό της το 2004, είχε κυκλοφορήσει η αυτοβιογραφία της ενώ το 2003, ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κωστής Στεφανόπουλος της απένειμε τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικα για την προσφορά της στις Τέχνες.

Στην ιδιωτική της ζωή όταν κάποιος της ζητούσε να αφηγηθεί κάτι κωμικό, ένιωθε προσβεβλημένη και αυτό γιατί αυτομάτως την υποτιμούσαν από καλλιτέχνιδα σε καραγκιόζη. Τότε σε αυτές τις περιπτώσεις απαντούσε με το μοναδικό και πρότυπο κερκυραϊκό της τρόπο: «Μωρή αϊ στο δι@ολο που μου ζητάς πρωινιάτικα να σου πω κάτι κωμικό. Τι κωμικό; Πάω να ψωνίσω!»
Η περιπετειώδης ερωτική ζωή
Μια κυρία λοιπόν του κινηματογράφου με τον έντονο χαρακτήρα όπως ο δικός της θα μπορούσε να σταθεί με μόνο έναν άντρα; Μπορεί οι ρόλοι που ενσάρκωναν να μην ήταν αυτοί της μοιραίας γυναίκας, στην προσωπική της ζωή όμως έπαιζε τους άντρες στα… δάχτυλα. Σε μια εποχή που τα ερωτικά ήθη ήταν συντηρητικά, η όμορφη Κερκυραία αψήφησε τους κοινωνικούς φραγμούς για να βιώσει την χαρά του έρωτα.

Ο πρώτος της γάμος με τον γοητευτικό ποδοσφαιριστή τον οποίο παντρεύτηκε με τις ευλογίες του πατέρα της, όπως εκμυστηρεύτηκε αργότερα, αποτελούσε για εκείνη ένα διαβατήριο για τη ζωή που είχε πλάσει στα εφηβικά της όνειρα. Αφού πάει στην Αθήνα λοιπόν, ο γάμος αυτός τελειώνει.
Στην Αθήνα έρχεται και η επόμενη κατάκτηση και ένα σκανδαλώδες ειδύλλιο. Ο γιος τραπεζίτη και ο γενικός αρχηγός του Παναθηναϊκού, Γιάννης Κωστόπουλος έχει ήδη πέσει στα δίχτυα της. Ο ευκατάστατος κοσμοπολίτης την γοητεύει και για χάρη του χωρίζει από τον ποδοσφαιριστή Κώστας Βασιλείου. Περνάνε βέβαια πολλοί άντρες από τη ζωή της μέχρι τελικά να πέσει μια για πάντα στην αγκαλιά του Γιώργου Λαφαζάνη.

Παντρεύεται τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη το 1957 στη Μητρόπολη Αθηνών και είναι ένα από τα μεγαλύτερα κοσμικά γεγονότα της χρονιάς. Από κανένα γάμο της δεν απέκτησε παιδιά. Με τον Λαφαζάνη θα ζήσουν αγαπημένοι ως τον θάνατο της Ρένας.
Μια αποκάλυψη του Μάκη Δελαπόρτα μάλλον δικαιολογεί το γεγονός ότι ποτέ δεν έκανε παιδιά: «Της Ρένας δεν της έλειπε το παιδί. Είχε άλλη άποψη. Ήθελε, αν έκανε παιδί, να το μεγαλώσει μόνη της και όχι ξένα χέρια. Έλεγε “η ζωή μου είναι ταγμένη στο θέατρο. Το πρωί έχω γυρίσματα, το βράδυ έχω θέατρο, μετά έχω μαγαζί. Το παιδί δεν θα με βλέπει. Δεν έχω δικαίωμα το παιδί να το μεγαλώσουν ξένα χέρια”. Δεν το ήθελε αυτό».








