90 χρόνια από τη Μεγάλη Αραβική Εξέγερση στην Παλαιστίνη

90 χρόνια από τη Μεγάλη Αραβική Εξέγερση στην Παλαιστίνη

  • |

Από την Γενική Απεργία του 1936 στη Νάκμπα

Τον Απρί­λη συ­μπλη­ρώ­θη­καν 90 χρό­νια από το ξέ­σπα­σμα της Με­γά­λης Αρα­βι­κής Εξέ­γερ­σης του 1936-39 στην Πα­λαι­στί­νη, μια με­γά­λη μάχη ενά­ντια στη βρε­τα­νι­κή αποι­κιο­κρα­τία, η ήττα της οποί­ας άνοι­ξε το δρόμο για την Κα­τα­στρο­φή του 1948. Αυτό το ιστο­ρι­κό επει­σό­διο φω­τί­ζει τις τα­ξι­κές δια­φο­ρές μέσα στην Πα­λαι­στι­νια­κή κοι­νω­νία, το ρόλο των αρα­βι­κών κα­θε­στώ­των, τα εγκλή­μα­τα της βρε­τα­νι­κής αποι­κιο­κρα­τί­ας και τις με­θό­δους με τις οποί­ες έγινε εφι­κτή η πρώτη με­γά­λη νίκη του Σιω­νι­σμού. Όλα τα πα­ρα­πά­νω, έχουν την αντα­νά­κλα­σή τους στο σή­με­ρα.

Πάνος Πέτρου

Η προϊ­στο­ρία

Στη διάρ­κεια του Πρώ­του Πα­γκο­σμί­ου Πο­λέ­μου, η βρε­τα­νι­κή δι­πλω­μα­τία πα­ρα­κί­νη­σε την Αρα­βι­κή Εξέ­γερ­ση ενά­ντια στην Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία, υπο­σχό­με­νη τη δη­μιουρ­γία ενός Αρα­βι­κού Κρά­τους μετά την ήττα των Οθω­μα­νών. Όμως με το μυ­στι­κό σύμ­φω­νο Σάικς-Πι­κό (1916), είχε δρο­μο­λο­γη­θεί ο δια­με­λι­σμός των αρα­βι­κών εδα­φών της Μέσης Ανα­το­λής σε σφαί­ρες γαλ­λι­κής και βρε­τα­νι­κής επιρ­ρο­ής. Η Πα­λαι­στί­νη θα περ­νού­σε στον έλεγ­χο της Βρε­τα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας, η οποία το 1917  (με τη Δια­κή­ρυ­ξη Μπάλ­φουρ), δη­λώ­νει προς τους εκ­προ­σώ­πους του ανερ­χό­με­νου τότε Σιω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος την υπο­στή­ρι­ξή της στη δη­μιουρ­γία μιας «εθνι­κής εστί­ας για τους Εβραί­ους» στην Πα­λαι­στί­νη.

Το Σύμ­φω­νο του 1916 και η Δια­κή­ρυ­ξη του 1917 συ­μπυ­κνώ­νουν το αρα­βι­κό τραύ­μα. Στην εποχή που το αί­τη­μα της αυ­το­διά­θε­σης έρ­χε­ται στο προ­σκή­νιο, οι λαοί των αρα­βι­κών πε­ριο­χών της κα­ταρ­ρέ­ου­σας Οθω­μα­νι­κής Αυ­το­κρα­το­ρί­ας δεν είχαν κα­νέ­να λόγο για το μέλ­λον τους. Ει­δι­κά στην πε­ρί­πτω­ση της Πα­λαι­στί­νης, η Βρε­τα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία αντί να επι­τρέ­ψει την αυ­το­κυ­βέρ­νη­ση του ντό­πιου πλη­θυ­σμού, υπό­σχε­ται μια γη που δεν της ανή­κει σε έναν άλλο πλη­θυ­σμό χωρίς δι­καί­ω­μα σε αυτήν.

Με την εν­θάρ­ρυν­ση της Δια­κή­ρυ­ξης Μπάλ­φουρ, η εγκα­τά­στα­ση Εβραί­ων στην Πα­λαι­στί­νη αυ­ξή­θη­κε στη διάρ­κεια της «Βρε­τα­νι­κής Εντο­λής», αλλά μέχρι και το 1929-30 πα­ρέ­με­νε σχε­τι­κά μειο­ψη­φι­κό και συχνά βρα­χύ­βιο φαι­νό­με­νο. Η κα­τά­στα­ση άλ­λα­ξε το πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 –με την άνοδο των Ναζί στην εξου­σία και την άρ­νη­ση των δυ­τι­κών κρα­τών να δε­χτούν τους Εβραί­ους πρό­σφυ­γες. Αυτός ο συν­δυα­σμός έκανε πιο πει­στι­κό το -πε­ρι­θω­ρια­κό ως τότε στις γραμ­μές των Εβραί­ων- Σιω­νι­στι­κό επι­χεί­ρη­μα ότι ο αντι­ση­μι­τι­σμός είναι αήτ­τη­τος και οι Εβραί­οι δεν μπο­ρούν να συ­νυ­πάρ­ξουν με μη-Εβραί­ους. Η Πα­λαι­στί­νη άρ­χι­σε να δέ­χε­ται εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες Εβραί­ους, με τους αριθ­μούς των αφί­ξε­ων να αυ­ξά­νο­νται κάθε χρόνο. Ο εβραϊ­κός πλη­θυ­σμός της Πα­λαι­στί­νης, που στην αρχή της «Βρε­τα­νι­κής Εντο­λής» ήταν το 9%, το 1935 είχε φτά­σει στο 30%.

Οι αι­τί­ες της Εξέ­γερ­σης

Η «Γι­σούβ» (η κοι­νό­τη­τα Εβραί­ων εποί­κων) ανα­πτύ­χθη­κε απο­κλεί­ο­ντας τους ντό­πιους, χτί­ζο­ντας μια δική της πε­ρί­κλει­στη οι­κο­νο­μι­κή δομή, γύρω από το σύν­θη­μα «εβραϊ­κή γη, εβραϊ­κή ερ­γα­σία, εβραϊ­κά προ­ϊ­ό­ντα».

Τα με­γα­λύ­τε­ρα θύ­μα­τα αυτής της δια­δι­κα­σί­ας ήταν οι φε­λά­χοι, οι φτω­χοί αγρό­τες που καλ­λιερ­γού­σαν τη γη -ως επί­μορ­τοι- επί αιώ­νες. Οι σιω­νι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις, που αγο­ρά­ζουν καλ­λιερ­γή­σι­μες εκτά­σεις από από­ντες με­γα­λο­γαιο­κτή­μο­νες, εκ­διώ­κουν τους φε­λά­χους. Η βρε­τα­νι­κή διοί­κη­ση δυ­σχε­ραί­νει (με την «εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή» νο­μο­θε­σία της) την κα­το­χύ­ρω­ση των δι­καιω­μά­των των φε­λά­χων (ή των βε­δου­ΐ­νων βο­σκών) σε εδάφη που αντι­λαμ­βά­νο­νταν ως «κοι­νο­τι­κά» από πα­ρά­δο­ση. Χι­λιά­δες Πα­λαι­στί­νιοι με­τα­τρέ­πο­νται σε ακτή­μο­νες ή βλέ­πουν τη γη που καλ­λιερ­γούν να συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Πολ­λοί από αυ­τούς κι­νού­νται προς τις πό­λεις όπου επι­βιώ­νουν με «δου­λειές του πο­δα­ριού» και προ­στί­θε­νται στις γραμ­μές της νε­α­ρής αρα­βι­κής ερ­γα­τι­κής τάξης η οποία αντι­με­τώ­πι­ζε ήδη ανι­σό­τη­τα στα ει­σο­δή­μα­τα και δια­κρί­σεις σε σχέση με τους Εβραί­ους ερ­γά­τες.

Υπό τη Βρε­τα­νι­κή αποι­κια­κή διοί­κη­ση, τα κε­φά­λαια που διέ­θε­τε ο Σιω­νι­στι­κός Ορ­γα­νι­σμός (η «ομπρέ­λα» του διε­θνούς Σιω­νι­στι­κού κι­νή­μα­τος) με­τα­σχη­μά­τι­ζαν γρή­γο­ρα και βίαια μια αρα­βι­κή -κυ­ρί­ως- αγρο­τι­κή κοι­νω­νία σε μια –απο­κλει­στι­κά– εβραϊ­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή οι­κο­νο­μία. Η κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή που προ­κά­λε­σε πα­ντού στην ύπαι­θρο η πρω­ταρ­χι­κή ανά­πτυ­ξη του κα­πι­τα­λι­σμού συ­να­ντιό­ταν με τον εθνι­κό απο­κλει­σμό που βί­ω­ναν οι Άρα­βες και δη­μιουρ­γού­σε μια διπλή τα­ξι­κή-εθνι­κή οργή.

Τις εθνι­κές διεκ­δι­κή­σεις εξέ­φρα­ζε πο­λι­τι­κά η παλιά Πα­λαι­στι­νια­κή ελίτ, συ­γκρο­τη­μέ­νη γύρω από τις πα­ρα­δο­σια­κές «με­γά­λες οι­κο­γέ­νειες» και την τάξη των «αφέ­ντη­δων» (γαιο­κτή­μο­νες, έμπο­ροι και δα­νει­στές των φε­λά­χων). Αυτή η τάξη είχε σύ­γκρου­ση συμ­φε­ρό­ντων με τον βρε­τα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό (που της αρ­νού­νταν τη δη­μιουρ­γία κρά­τους) και αντι­με­τώ­πι­ζε ως απει­λή τη σιω­νι­στι­κή πίεση (που απο­σπού­σε γη, οι­κο­νο­μι­κή ισχύ, προ­νό­μια), αλλά θι­γό­ταν δυ­σα­νά­λο­γα λίγο σε σχέση με τη με­γά­λη μάζα των φε­λά­χων, των ανέρ­γων και των ερ­γα­τών. Κά­ποια τμή­μα­τά της φλέρ­τα­ραν ακόμα και με την ιδέα της συ­νύ­παρ­ξης με τους Βρε­τα­νούς και με τους σιω­νι­στές εποί­κους. Είχε εσω­τε­ρι­κούς αντα­γω­νι­σμούς, με τη κάθε «με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια» να ιδρύ­ει το δικό της «εθνι­κι­στι­κό κόμμα» για να προ­ω­θή­σει τα συμ­φέ­ρο­ντά της. Στο σύ­νο­λό της, δια­τη­ρού­σε στε­νούς δε­σμούς με τους γει­το­νι­κούς Άρα­βες εμί­ρη­δες  και βα­σι­λιά­δες, που είχαν εγκα­τα­στα­θεί στους θρό­νους τους από τη Βρε­τα­νία και απέ­φευ­γαν κάθε σύ­γκρου­ση με το βρε­τα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό, τρέ­μο­ντας έναν αυ­θε­ντι­κό πα­να­ρα­βι­κό εθνι­κο­α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κό ξε­ση­κω­μό των μαζών (γιατί θα απει­λού­σε τους θρό­νους τους).

Όλα αυτά την κα­θι­στού­σαν μια πα­θη­τι­κή και συμ­βι­βα­στι­κή «ηγε­σία», η οποία δεν είχε κα­τα­φέ­ρει να απο­σπά­σει την πα­ρα­μι­κρή πα­ρα­χώ­ρη­ση από τη Βρε­τα­νι­κή Διοί­κη­ση, είτε στην κα­τεύ­θυν­ση της αυ­το­κυ­βέρ­νη­σης είτε στο αί­τη­μα για πε­ριο­ρι­σμό της εβραϊ­κής με­τα­νά­στευ­σης.

Μπρο­στά σε αυτήν την αδρά­νεια είναι που ανα­δύ­θη­κε (από μορ­φω­μέ­να μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα) μια «επα­να­στα­τι­κή δια­νό­η­ση» που στή­ρι­ξε μια πολύ ζωηρή πνευ­μα­τι­κή πα­ρα­γω­γή τη δε­κα­ε­τία του 1920, γύρω από την έκ­δο­ση εφη­με­ρί­δων, τη με­τά­φρα­ση κει­μέ­νων και κυ­ρί­ως την ποί­η­ση –η οποία εξε­λί­χθη­κε σε κα­τε­ξο­χήν μέσο έκ­φρα­σης των εθνι­κών λαϊ­κών  αι­σθη­μά­των, δη­μιουρ­γώ­ντας μια ποι­η­τι­κή πα­ρά­δο­ση που συ­νε­χί­στη­κε έπει­τα από τη γενιά του Μαχ­μούντ Ντα­ρου­ΐς και αντέ­χει μέχρι και σή­με­ρα. Αντί­στοι­χο φαι­νό­με­νο υπήρ­ξε το Συ­νέ­δριο των Αρα­βισ­σών Γυ­ναι­κών το 1929, που κα­λού­σε σε ανά­κλη­ση της Δια­κή­ρυ­ξης Μπάλ­φουρ, σε ανά­δει­ξη μιας εθνι­κής-δη­μο­κρα­τι­κής κυ­βέρ­νη­σης στην Πα­λαι­στί­νη και σε ανά­πτυ­ξη Πα­λαι­στι­νια­κών βιο­μη­χα­νιών. Από εκεί προ­έ­κυ­ψε ο Σύλ­λο­γος Αρα­βισ­σών Γυ­ναι­κών που συν­δύ­α­ζε μια φε­μι­νι­στι­κή ατζέ­ντα με τις εθνι­κές διεκ­δι­κή­σεις και την βο­ή­θεια προς τους φτω­χούς ή τις οι­κο­γέ­νειες φυ­λα­κι­σμέ­νων αγω­νι­στών.

 

Φτά­νο­ντας στο 1936, η συσ­σώ­ρευ­ση αυτών των πα­ρα­γό­ντων οδη­γού­σε προς την έκρη­ξη. Η πίεση που ασκού­σε ο σιω­νι­στι­κός εποι­κι­σμός πάνω στους φε­λά­χους και τους Άρα­βες ερ­γά­τες είχε φτά­σει σε ορια­κό ση­μείο, το εθνι­κό αί­σθη­μα ανα­πτυσ­σό­ταν και οι πα­ρα­δο­σια­κές ελίτ είχαν απο­τύ­χει πα­τα­γω­δώς να ανα­κό­ψουν τον εποι­κι­σμό ή να απο­σπά­σουν την πα­ρα­μι­κρή πα­ρα­χώ­ρη­ση από τη Βρε­τα­νι­κή Διοί­κη­ση.

Ο Αλ Κασάμ

Το ρόλο του «σπιν­θή­ρα» έπαι­ξε ο μαρ­τυ­ρι­κός θά­να­τος του Ιζ Αλ Ντιν Αλ Κασάμ (το όνομα του οποί­ου πήρε η ένο­πλη πτέ­ρυ­γα της Χαμάς). Ο Αλ Κασάμ ήταν από­φοι­τος του Αλ Αζάρ (το φη­μι­σμέ­νο κέ­ντρο της αρα­βι­κής σου­νι­τι­κής ισλα­μι­κής μά­θη­σης) και είχε συμ­με­τέ­χει ενερ­γά στην αντια­ποι­κια­κή εξέ­γερ­ση στη Συρία κατά της Γαλ­λι­κής Εντο­λής. Μετά την ήττα στη Συρία, εγκα­τα­στά­θη­κε στη Πα­λαι­στί­νη, όπου άρ­χι­σε να ορ­γα­νώ­νει πα­ρά­νο­μους πυ­ρή­νες για ένα ένο­πλο κί­νη­μα αντί­στα­σης στους Βρε­τα­νούς και στους εποί­κους.

Το Νο­έμ­βρη του 1935, κυ­νη­γή­θη­κε από τις Βρε­τα­νι­κές Αρχές και κα­τέ­φυ­γε στους λό­φους γύρω από την Τζε­νίν. Εντο­πί­στη­κε σε μια σπη­λιά, όπου –πε­ρι­κυ­κλω­μέ­νος– προ­τί­μη­σε να ανοί­ξει πυρ κα­λώ­ντας τους άντρες του «να πε­θά­νουν ως μάρ­τυ­ρες».

Η εί­δη­ση του μαρ­τυ­ρι­κού θα­νά­του του Αλ Κασάμ ηλέ­κτρι­σε τα λαϊκά στρώ­μα­τα που είχαν αγα­να­κτή­σει από τις απο­τυ­χί­ες της πα­θη­τι­κής εθνι­κής ηγε­σί­ας τους. Η κη­δεία του Αλ Κασάμ στη Χάιφα ήταν η με­γα­λύ­τε­ρη ως τότε πο­λι­τι­κή δια­δή­λω­ση στην Πα­λαι­στί­νη επί Βρε­τα­νι­κής Εντο­λής, με το πλή­θος να επι­τί­θε­ται σε Αστυ­νο­μι­κά Τμή­μα­τα όταν κά­ποιος έριξε την κραυ­γή «εκ­δί­κη­ση!». Η τα­ξι­κή σύν­θε­ση ήταν απο­κα­λυ­πτι­κή. Μόνο φτω­χοί αγρό­τες κι ερ­γά­τες συ­νέρ­ρευ­σαν για να συ­νο­δεύ­σουν το φέ­ρε­τρο του μάρ­τυ­ρα, με την εκ­κω­φα­ντι­κή απου­σία σύσ­σω­μης της επί­ση­μης πα­λαι­στι­νια­κής ηγε­σί­ας. Σα­ρά­ντα μέρες μετά, τα­ρα­κου­νη­μέ­νες από αυτήν την εξέ­λι­ξη, οι πα­λαι­στι­νια­κές ηγε­σί­ες και ελίτ έσπευ­σαν να δώ­σουν το «παρόν» στις εκ­δη­λώ­σεις πέν­θους και τιμής στον Αλ Κασάμ.

Η Γε­νι­κή Απερ­γία

Διά­φο­ρα πε­ρι­στα­τι­κά το Φλε­βά­ρη του 1936 δεί­χνουν ότι το κλίμα είχε αλ­λά­ξει. Άρα­βες ερ­γά­τες επι­τέ­θη­καν σε ένα ερ­γο­τά­ξιο που απα­σχο­λού­σε  «μόνο Εβραί­ους» στη Γιάφα. Μια ομάδα μα­θη­τών/οπα­δών του Αλ Κασάμ ορ­γά­νω­σε ένο­πλη ενέ­δρα σε κον­βόι και απέ­σπα­σε τα χρή­μα­τα των εύ­πο­ρων Αρά­βων και Εβραί­ων επι­βα­τών, ανα­κοι­νώ­νο­ντας ότι θα δια­τε­θούν «για τον ένο­πλο αγώνα».

Και στις 19 Απρί­λη, ξεσπά απερ­γία στη Γιάφα, η οποία επε­κτεί­νε­ται στη Να­μπλούς και μέσα σε δύο μέρες έχει εξα­πλω­θεί σε ολό­κλη­ρη την Πα­λαι­στί­νη. Ήταν η αρχή μιας Γε­νι­κής Απερ­γί­ας που θα άντε­χε επί 6 (!) μήνες, απο­τε­λώ­ντας μια από τις με­γα­λύ­τε­ρες -αν όχι τη με­γα­λύ­τε­ρη- στην ιστο­ρία. Σε αυτήν την απο­φα­σι­στι­κή μάχη ρί­χτη­κε ένα ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα που είχε υπο­μεί­νει και την κα­τα­στο­λή από τις Βρε­τα­νι­κές Αρχές, και τα οι­κο­νο­μι­κά χτυ­πή­μα­τα από τον αντα­γω­νι­σμό των Εβραί­ων εποί­κων και τις διώ­ξεις από την ίδια την Πα­λαι­στι­νια­κή ελίτ.

Η πα­ρα­δο­σια­κή πα­λαι­στι­νια­κή ηγε­σία έσπευ­σε για δεύ­τε­ρη φορά λα­χα­νια­σμέ­νη να «κα­βα­λή­σει το κύμα». Έξι μέρες μετά την έναρ­ξη της απερ­γί­ας και τέσ­σε­ρις μετά τη με­τα­τρο­πή της σε γε­νι­κή, τα πα­λαι­στι­νια­κά εθνι­κά κόμ­μα­τα συ­γκρο­τούν στις 25 Απρί­λη την Ανώ­τα­τη Αρα­βι­κή Επι­τρο­πή που ανα­λαμ­βά­νει την ηγε­σία. Σε αυτήν υπάρ­χουν κά­ποιες πιο «ρι­ζο­σπα­στι­κές» δυ­νά­μεις (το Κόμμα Ανε­ξαρ­τη­σί­ας και το Κόμμα Με­ταρ­ρύθ­μι­σης, που εκ­φρά­ζουν μι­κρο­α­στι­κά στρώ­μα­τα και την επα­να­στα­τι­κή δια­νό­η­ση), αλλά κυ­ριαρ­χούν τα δύο κόμ­μα­τα των δύο με­γά­λων πλού­σιων οι­κο­γε­νειών, των Χου­σε­ΐ­νι και των Νασ­σα­σί­μπι. Η Γε­νι­κή Απερ­γία συν­δυά­ζε­ται με άρ­νη­ση πλη­ρω­μής φόρων και με ένο­πλες επι­θέ­σεις.

Η αποι­κια­κή διοί­κη­ση χτυπά σκλη­ρά τις «φυ­σι­κές ηγε­σί­ες» του αγώνα (πχ συλ­λαμ­βά­νει 61 στε­λέ­χη της απερ­γί­ας στις 23 Μάη), αλλά δια­τη­ρεί ανοι­χτό το δί­αυ­λο με την πο­λι­τι­κή ηγε­σία (δια­σφα­λί­ζο­ντας την ασφα­λή με­τά­βα­ση μελών της Ανώ­τα­της Αρα­βι­κής Επι­τρο­πής στο Λον­δί­νο για μια συ­νά­ντη­ση με τον υπουρ­γό Αποι­κιών στις 12 Ιούνη).

Μέχρι το Σε­πτέμ­βρη, το Λον­δί­νο έχει με­τα­φέ­ρει 20.000 στρα­τιώ­τες στην Πα­λαι­στί­νη, ένας ασύλ­λη­πτος αριθ­μός για τα μέτρα της επο­χής και για την ανά­γκη πά­τα­ξης μιας εξέ­γερ­σης σε αποι­κία. Οι Βρε­τα­νι­κές Αρχές κη­ρύσ­σουν στρα­τιω­τι­κό νόμο για να συ­ντρί­ψουν την απερ­γία, εξα­πο­λύ­ο­ντας σκλη­ρή κα­τα­στο­λή.

Η απερ­γία τε­λι­κά θα τερ­μα­τι­στεί στις 11 Οκτώ­βρη. Οι Άρα­βες βα­σι­λιά­δες και εμί­ρη­δες βγά­ζουν δη­μό­σιο κά­λε­σμα όπου ζη­τούν να τερ­μα­τι­στεί η απερ­γία και να υπάρ­ξει εμπι­στο­σύ­νη «στις καλές προ­θέ­σεις της φίλης σας Με­γά­λης Βρε­τα­νί­ας» και η Αρα­βι­κή Ανώ­τα­τη Επι­τρο­πή καλεί τις μάζες να ακού­σουν τους βα­σι­λιά­δες κι εμί­ρη­δες.

Η κα­τα­στο­λή και η οι­κο­νο­μι­κή εξά­ντλη­ση σί­γου­ρα έπαι­ξαν ρόλο στο τερ­μα­τι­σμό της απερ­γί­ας. Αλλά η διά­θε­ση για υπο­χώ­ρη­ση δεν ήταν κα­θό­λου αυ­το­νό­η­τη και προ­έ­κυ­ψε από την πίεση των αρα­βι­κών «ηγε­σιών». Ο Πα­λαι­στί­νιος ποι­η­τής Αμπού Σαλ­μάν εξέ­φρα­σε τότε το εθνι­κό αί­σθη­μα προ­δο­σί­ας, γρά­φο­ντας:

«Εσείς που αγα­πά­τε την πα­τρί­δα

Εξε­γερ­θεί­τε ενά­ντια στη σκλη­ρή κα­τα­πί­ε­ση.

Απε­λευ­θε­ρώ­στε την πα­τρί­δα από τους βα­σι­λιά­δες

Απε­λευ­θε­ρώ­στε την από τα αν­δρεί­κε­λα.

Νό­μι­ζα πως εί­χα­με βα­σι­λιά­δες

που θα οδη­γού­σαν μπρο­στά τους αν­θρώ­πους

που ήταν πίσω τους».

Οι επό­με­νοι μήνες κύ­λη­σαν με μια τε­τα­μέ­νη ηρε­μία, ενώ η Ανώ­τα­τη Αρα­βι­κή Επι­τρο­πή καλ­λιερ­γού­σε (και είχε και η ίδια) προσ­δο­κί­ες από το πό­ρι­σμα που ετοί­μα­ζε η Επι­τρο­πή Πιλ. Στις 7 Ιούλη δη­μο­σιεύ­ε­ται το πό­ρι­σμα που σο­κά­ρει την πα­λαι­στι­νια­κή κοινή γνώμη. Η Επι­τρο­πή Πιλ πρό­τει­νε να δοθεί το 20% της Πα­λαι­στί­νης (εύ­φο­ρα εδάφη και ακτές) για την ίδρυ­ση εβραϊ­κού κρά­τους, να πα­ρα­χω­ρη­θεί το υπό­λοι­πο 80% στον εμίρη Αμπ­ντου­λάχ της Υπε­ριορ­δα­νί­ας και να γί­νουν υπο­χρε­ω­τι­κές με­τα­φο­ρές πλη­θυ­σμών.

Μέχρι τότε, η αμ­φί­ση­μη «δη­μιουρ­γία εθνι­κής εστί­ας για τους Εβραί­ους στην Πα­λαι­στί­νη» επέ­τρε­πε στη βρε­τα­νι­κή δι­πλω­μα­τι­κή γλώσ­σα να συ­μπλη­ρώ­νει ότι αυτή θα επι­διω­χθεί «χωρίς να θί­γο­νται τα πο­λι­τι­κά δι­καιώ­μα­τα των μη-Εβραί­ων κα­τοί­κων της». Το πό­ρι­σμα έθετε για πρώτη φορά ρητά την προ­ο­πτι­κή του δια­με­λι­σμού και της με­τα­φο­ράς πλη­θυ­σμών. Ταυ­τό­χρο­να, «προ­σφέ­ρο­ντας» το 80% στον εμίρη της Υπε­ριορ­δα­νί­ας (τον οποίο οι Πα­λαι­στί­νιοι αντι­με­τώ­πι­ζαν με δυ­σπι­στία), ακύ­ρω­νε κάθε υπό­σχε­ση για (μελ­λο­ντι­κή…) δη­μο­κρα­τι­κή ανά­δει­ξη κυ­βέρ­νη­σης στην Πα­λαι­στί­νη, που θα απο­φά­σι­ζε η ίδια για το μέλ­λον της.

Ένο­πλος ξε­ση­κω­μός

Με την κυ­κλο­φο­ρία αυτών των νέων, ακο­λού­θη­σε η δεύ­τε­ρη φάση της Με­γά­λης Αρα­βι­κής Εξέ­γερ­σης, στην οποία κυ­ριάρ­χη­σε ο ένο­πλος ξε­ση­κω­μός των φε­λά­χων στην ύπαι­θρο που απέ­κτη­σε έναν πολύ πιο βίαιο χα­ρα­κτή­ρα κι έναν πολύ πιο ξε­κά­θα­ρο αντι­βρε­τα­νι­κό προ­σα­να­το­λι­σμό (μέχρι πρό­τι­νος η έμ­φα­ση δι­νό­ταν στο πρό­βλη­μα του εποι­κι­σμού και στην ανά­γκη «πί­ε­σης» στη Βρε­τα­νι­κή Διοί­κη­ση να πάρει μέτρα προς την αυ­το­κυ­βέρ­νη­ση).

Η ένο­πλη εξέ­γερ­ση βρέ­θη­κε στο κο­ρυ­φαίο της ση­μείο στη διάρ­κεια του 1938, με αντάρ­τι­κες ομά­δες να ελέγ­χουν με­γά­λες εκτά­σεις της υπαί­θρου και να είναι σε θέση να απει­λούν και τις πό­λεις. Σε δια­φο­ρε­τι­κές στιγ­μές, η Χε­βρώ­να, η Να­μπλούς, η Μπερ­σε­βά πέ­ρα­σαν –πρό­σκαι­ρα– στον έλεγ­χο Πα­λαι­στι­νί­ων ανταρ­τών. Εκεί­νη την πε­ρί­ο­δο, οι κά­τοι­κοι των πό­λε­ων αρ­χί­ζουν να τυ­λί­γουν τα κε­φά­λιά τους με την κου­φί­για –τη μα­ντί­λα που φο­ρού­σαν πα­ρα­δο­σια­κά οι πλη­θυ­σμοί της υπαί­θρου. Είναι μια πρα­κτι­κή που δυ­σχε­ραί­νει τον εύ­κο­λο εντο­πι­σμό των ανταρ­τών που με­τα­κι­νού­νται από και προς τις πό­λεις, αλλά και οι απαρ­χές της με­τα­τρο­πής της κου­φί­γιας σε σύμ­βο­λο της Πα­λαι­στι­νια­κής Αντί­στα­σης.

Η εξέ­γερ­ση ήταν σε με­γά­λο βαθμό ακα­θο­δή­γη­τη και ασυ­ντό­νι­στη. Η οι­κο­γέ­νεια των Να­σασ­σί­μπι την απέρ­ρι­ψε και συ­νερ­γά­στη­κε πιο στενά με τους Βρε­τα­νούς και το Βα­σι­λιά της Υπε­ριορ­δα­νί­ας για την αντι­με­τώ­πι­σή της. Οι Χου­σε­ΐ­νι έδω­σαν την πο­λι­τι­κή τους κά­λυ­ψη –κυ­ρί­ως στα πλαί­σια του αντα­γω­νι­σμού τους με τους Να­σασ­σί­μπι– αλλά στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα λει­τουρ­γού­σαν ως «επί­δο­ξος συ­νο­μι­λη­τής» των Βρε­τα­νών που κα­τα­λά­βαι­ναν ότι χρειά­ζο­νται γέ­φυ­ρες και με αυτή την ηγε­σία. Αν στη­ρί­ζο­νταν μόνο στους Να­σασ­σί­μπι και πα­ρα­γκώ­νι­ζαν πλή­ρως τους Χου­σε­ΐ­νι, φο­βού­νταν αυτό που πε­ριέ­γρα­ψε ο Βρε­τα­νός Ανώ­τα­τος Επί­τρο­πος στην Πα­λαι­στί­νη: «Δεν θα μεί­νει άλλος εκ­πρό­σω­πος των Αρά­βων εκτός από τους ηγέ­τες της εξέ­γερ­σης στα βουνά».

Η ήττα

Οι αποι­κια­κές Αρχές βά­ζουν «στο συρ­τά­ρι» το πό­ρι­σμα της Επι­τρο­πής Πιλ. Το Φλε­βά­ρη του 1939 ορ­γα­νώ­νουν ένα «στρογ­γυ­λό τρα­πέ­ζι» με τη συμ­με­το­χή των Αρά­βων βα­σι­λιά­δων και εμί­ρη­δων, ενώ τον Μάη του 1939 εκ­δί­δουν τη «Λευκή Βίβλο» που επι­χει­ρεί να κα­θη­συ­χά­σει τους φό­βους των Πα­λαι­στι­νί­ων Αρά­βων (πε­ριο­ρι­σμός της με­τα­νά­στευ­σης, απα­γό­ρευ­ση πώ­λη­σης γης, ανε­ξαρ­τη­σία μετά από 10 χρό­νια).

Αν αυτά είναι τα «κα­ρό­τα» με τα οποία επι­χει­ρούν να δια­σώ­σουν κάπως την αξιο­πι­στία των συμ­βι­βα­στι­κών ελίτ στα μάτια των εξε­γερ­μέ­νων μαζών, το «μα­στί­γιο» με το οποίο χτυ­πά­νε την ένο­πλη εξέ­γερ­ση είναι ανε­λέ­η­το.

Η RAF βομ­βαρ­δί­ζει πα­λαι­στι­νια­κά χωριά ενώ οι Βρε­τα­νοί στρα­τιώ­τες κα­τα­φεύ­γουν γε­νι­κευ­μέ­να σε πρα­κτι­κές συλ­λο­γι­κής τι­μω­ρί­ας για κάθε επί­θε­ση που δέ­χο­νται, με ανα­τι­νά­ξεις και κα­τε­δα­φί­σεις σπι­τιών ή και ολό­κλη­ρων συ­νοι­κιών, ενώ κλεί­νουν χι­λιά­δες αν­θρώ­πους σε στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης, βα­σα­νί­ζουν κι εκτε­λούν υπό­πτους.

Το κα­θε­στώς της «Γαλ­λι­κής Εντο­λής» κλεί­νει τα σύ­νο­ρα της Συ­ρί­ας, ενώ ο Εμί­ρης της Υπε­ριορ­δα­νί­ας συλ­λαμ­βά­νει Πα­λαι­στί­νιους μα­χη­τές και κα­τα­στέλ­λει τη με­ρί­δα του ντό­πιου πλη­θυ­σμού που δια­δη­λώ­νει και δη­λώ­νει έτοι­μη να βοη­θή­σει τη μάχη στην Πα­λαι­στί­νη. Οι μάχες συ­νε­χί­ζο­νται ως τον Σε­πτέμ­βρη του 1939, αλλά η ένο­πλη εξέ­γερ­ση έχει συ­ντρι­βεί.

Το τί­μη­μα ήταν βαρύ για τους Πα­λαι­στί­νιους: Οι 5.000 νε­κροί, οι 15.000 τραυ­μα­τί­ες και οι 9.000 φυ­λα­κι­σμέ­νοι άθροι­ζαν -τό­τε- πάνω από το 10% του αντρι­κού πλη­θυ­σμού. Η βρε­τα­νι­κή αποι­κια­κή αγριό­τη­τα υπήρ­ξε ο «δά­σκα­λος» των σύγ­χρο­νων σιω­νι­στι­κών με­θό­δων.

Η Με­γά­λη Αρα­βι­κή Εξέ­γερ­ση στην Πα­λαι­στί­νη υπήρ­ξε ένα συ­γκλο­νι­στι­κό γε­γο­νός στην ιστο­ρία των αντια­ποι­κια­κών αγώ­νων και η με­γα­λύ­τε­ρη λαϊκή κι­νη­το­ποί­η­ση των Πα­λαι­στι­νια­κών μαζών μέχρι την Πρώτη Ιντι­φά­ντα. Εκεί βρί­σκο­νται οι ρίζες του αγώνα των Πα­λαι­στι­νί­ων για ελευ­θε­ρία κι αυ­το­διά­θε­ση.

Ένα νεαρό και σχε­τι­κά μικρό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα κι ένα άτα­κτο αγρο­τι­κό αντάρ­τι­κο είχαν να αντι­με­τω­πί­σουν τη συ­ντρι­πτι­κή βρε­τα­νι­κή υπε­ρο­πλία και την αποι­κιο­κρα­τι­κή αγριό­τη­τα κατά του πλη­θυ­σμού. Αλλά είχαν να αντι­με­τω­πί­σουν και την απο­μό­νω­ση από τους Άρα­βες βα­σι­λιά­δες κι εμί­ρη­δες και μια «εθνι­κή ηγε­σία» που είτε λει­τουρ­γού­σε προ­δο­τι­κά είτε στε­κό­ταν δι­στα­κτι­κή, με τον τα­ξι­κό της ορί­ζο­ντα να φτά­νει μέχρι την «άσκη­ση πί­ε­σης» στη Βρε­τα­νία για να αλ­λά­ξει πο­λι­τι­κή. Οι «ηγέ­τες της εξέ­γερ­σης στα βουνά» -που έτρε­μαν ως εναλ­λα­κτι­κή στην παλιά πα­λαι­στι­νια­κή ελίτ οι αποι­κιο­κρά­τες- δεν ήταν σε θέση να προ­σφέ­ρουν μια εναλ­λα­κτι­κή ηγε­σία. Ούτε το νεαρό ΚΚ μπό­ρε­σε να παί­ξει έναν τέ­τοιο ρόλο, αντι­με­τω­πί­ζο­ντας αντι­κει­με­νι­κά όρια στην ανά­πτυ­ξή του, υπο­κει­με­νι­κές αδυ­να­μί­ες στην πο­λι­τι­κή του, και τα «ζιγκ-ζαγκ» της στα­λι­νο­ποι­η­μέ­νης Κο­μι­ντέρν.

Μαζί με όλα αυτά, η Αρα­βι­κή Εξέ­γερ­ση είχε να αντι­με­τω­πί­σει κι έναν επι­πλέ­ον αντί­πα­λο: το Σιω­νι­στι­κό κί­νη­μα που πρό­σφε­ρε πο­λύ­τι­μες υπη­ρε­σί­ες στον Βρε­τα­νι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό εκεί­να τα κρί­σι­μα χρό­νια, όταν και εντα­φιά­στη­κε η όποια προ­ο­πτι­κή να προ­έ­κυ­πτε τα­ξι­κή ενό­τη­τα με­τα­ξύ των Αρά­βων και των Εβραί­ων ερ­γα­τών στην Πα­λαι­στί­νη.

Η εμπέ­δω­ση του Σιω­νι­στι­κού σχε­δί­ου

Αυτή είναι η άλλη όψη του 1936-39. Η ήττα της Αρα­βι­κής Εξέ­γερ­σης συν­δυά­στη­κε με την απο­κρυ­στάλ­λω­ση και την εμπέ­δω­ση του Σιω­νι­στι­κού σχε­δί­ου, ως πλάνο οι­κο­δό­μη­σης μιας ένο­πλης κοι­νω­νί­ας εποί­κων, σε συμ­μα­χία με τον ιμπε­ρια­λι­σμό, με στόχο την αντι­κα­τά­στα­ση του ιθα­γε­νούς πλη­θυ­σμού.

Στις 23 Απρί­λη του 1936, καθώς εξα­πλω­νό­ταν η Γε­νι­κή Απερ­γία, ο Σιω­νι­στής ηγέ­της Χάιμ Βάιζ­μαν πε­ριέ­γρα­ψε τη σύ­γκρου­ση των εποί­κων με τους αυ­τό­χθο­νες στην Πα­λαι­στί­νη ως αντι­πα­ρά­θε­ση ανά­με­σα σε μια «εποι­κο­δο­μη­τι­κή δύ­να­μη» και μια «δύ­να­μη κα­τα­στρο­φής». Ήταν ένα μή­νυ­μα προς τη Βρε­τα­νι­κή Διοί­κη­ση, που αντα­πο­κρί­θη­κε στο φλερτ.

Μια βδο­μά­δα μετά την συ­νά­ντη­ση του υπουρ­γού Αποι­κιών με την Ανώ­τα­τη Αρα­βι­κή Επι­τρο­πή, σε μια κυ­βερ­νη­τι­κή σύ­σκε­ψη στο Λον­δί­νο στις 19 Ιούνη του 1936, συ­νο­μο­λο­γή­θη­κε ο «ορ­γα­νι­κός δε­σμός με­τα­ξύ των βρε­τα­νι­κών συμ­φε­ρό­ντων και της επι­τυ­χί­ας του σιω­νι­στι­κού σχε­δί­ου».

Σε κάθε στά­διο της εξέ­γερ­σης, οι έποι­κοι βο­ή­θη­σαν τη Βρε­τα­νι­κή Εντο­λή στην αντι­με­τώ­πι­σή της και κά­νο­ντας αυτό, ενί­σχυαν τις θέ­σεις τους στην Πα­λαι­στί­νη. Στη διάρ­κεια της Γε­νι­κής Απερ­γί­ας, η Εβραϊ­κή Ερ­γα­τι­κή Συ­νο­μο­σπον­δία (Χι­στα­ντρούτ) προ­χώ­ρη­σε σε ορ­γα­νω­μέ­νη απερ­γο­σπα­σία, προ­σφέ­ρο­ντας την «εβραϊ­κή ερ­γα­σία» για να αντι­με­τω­πί­σουν οι αποι­κια­κές Αρχές τα προ­βλή­μα­τα που τους δη­μιουρ­γού­σε η απερ­γία των Αρά­βων. Στην πο­ρεία της εξέ­γερ­σης, οι κοι­νό­τη­τες των εποί­κων ανέ­πτυ­ξαν οι­κο­νο­μι­κά, οδικά, με­τα­φο­ρι­κά δί­κτυα –διευ­κό­λυν­σης των Βρε­τα­νών– που συν­δέ­ο­νταν με­τα­ξύ τους, χτί­ζο­ντας μια «πα­ράλ­λη­λη δομή» ξε­χω­ρι­στά από τις εξε­γερ­μέ­νες πε­ριο­χές. Οι Σιω­νι­στές συ­γκρό­τη­σαν δικά τους ένο­πλα σώ­μα­τα για τη φύ­λα­ξη αυτής της δομής. Κατά την κο­ρύ­φω­ση του ανταρ­το­πο­λέ­μου το 1938, ανα­βαθ­μί­στη­κε ση­μα­ντι­κά και το μέ­γε­θος, ο ρόλος και η επι­θε­τι­κό­τη­τα αυτών των ένο­πλων ομά­δων στο πλευ­ρό των Βρε­τα­νών. Με βρε­τα­νι­κή εκ­παί­δευ­ση και βρε­τα­νι­κά όπλα, μπή­καν τότε οι βά­σεις για την ανα­βάθ­μι­ση κι ενί­σχυ­ση των Σιω­νι­στι­κών πο­λι­το­φυ­λα­κών (Ιρ­γκούν, Χα­γκά­να).

O βρε­τα­νι­κός ιμπε­ρια­λι­σμός δια­πί­στω­σε την αξία μιας αφο­σιω­μέ­νης «το­πι­κής» δύ­να­μης που μπο­ρεί να δρά­σει υπέρ των συμ­φε­ρό­ντων του, ενώ το Σιω­νι­στι­κό κί­νη­μα απέ­δει­ξε την προ­θυ­μία του να λει­τουρ­γή­σει ως «μα­ντρό­σκυ­λο» των αποι­κιο­κρα­τών.

Μια πτυχή της δρά­σης της Αρα­βι­κής Εξέ­γερ­σης και του ρόλου των Σιω­νι­στι­κών πο­λι­το­φυ­λα­κών συ­μπυ­κνώ­νει συμ­βο­λι­κά τη σχέση με­τα­ξύ του δυ­τι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού, των αρα­βι­κών μαζών και του Σιω­νι­σμού, που ισχύ­ει μέχρι σή­με­ρα:

Οι Άρα­βες αντάρ­τες στο­χο­ποιού­σαν συ­στη­μα­τι­κά τον κε­ντρι­κό αγωγό πε­τρε­λαί­ου. Η ανα­τί­να­ξη του αγω­γού είχε -προ­φα­νή- πρα­κτι­κή ση­μα­σία στην πάλη ενά­ντια στις αποι­κια­κές Αρχές, αλλά έγινε και σύμ­βο­λο της αντί­στα­σης στην αποι­κιο­κρα­τία, στε­ρώ­ντας από τους ιμπε­ρια­λι­στές τον έλεγ­χο του πόρου εξαι­τί­ας του οποί­ου έδει­χναν «εν­δια­φέ­ρον» για την πε­ριο­χή. Ένα από τα πρώτα κα­θή­κο­ντα των Σιω­νι­στι­κών πο­λι­το­φυ­λα­κών μετά την εκ­παί­δευ­ση και τον εξο­πλι­σμό τους, ήταν η φύ­λα­ξη του αγω­γού πε­τρε­λαί­ου, «απε­λευ­θε­ρώ­νο­ντας» τα βρε­τα­νι­κά στρα­τεύ­μα­τα από αυτόν το ρόλο.

Μέσα στη φωτιά του 1936-39, οι Σιω­νι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις έχτι­σαν ένα ισχυ­ρό οι­κο­νο­μι­κά και στρα­τιω­τι­κά «πρό­πλα­σμα κρά­τους», ενώ οι Άρα­βες της Πα­λαι­στί­νης εξα­ντλή­θη­καν οι­κο­νο­μι­κά, χτυ­πή­θη­καν σκλη­ρά στρα­τιω­τι­κά, δέ­χτη­καν δια­λυ­τι­κές επι­θέ­σεις στις όποιες πο­λι­τι­κές τους υπο­δο­μές και έχα­σαν χι­λιά­δες άν­δρες -τα πιο μα­χη­τι­κά και πρω­το­πό­ρα στοι­χεία της Πα­λαι­στι­νια­κής κοι­νό­τη­τας. Αυτός ο συ­σχε­τι­σμός θα έπαι­ζε κρί­σι­μο ρόλο το 1948.

Νάκ­μπα

Οι αποι­κιο­κρά­τες, εξα­ντλη­μέ­νοι από τον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, αντι­μέ­τω­ποι με ένα μπα­ράζ ένο­πλων επι­θέ­σε­ων από τις Σιω­νι­στι­κές ορ­γα­νώ­σεις και εγκλω­βι­σμέ­νοι στις πολ­λα­πλές αντι­κρουό­με­νες υπο­σχέ­σεις τους, ανα­κοί­νω­σαν το 1947 ότι θα βά­λουν τέλος στην «Εντο­λή», πα­ρα­πέ­μπο­ντας το μέλ­λον της Πα­λαι­στί­νης στον ΟΗΕ, που πρό­τει­νε το δια­με­λι­σμό της.

Από τα τέλη του 1947 ξε­κι­νά­νε συ­γκρού­σεις με­τα­ξύ Πα­λαι­στι­νί­ων και Εβραί­ων, που κλι­μα­κώ­νο­νται στην εθνο­κά­θαρ­ση της Πα­λαι­στί­νης, με τις Σιω­νι­στι­κές πο­λι­το­φυ­λα­κές να κα­τα­στρέ­φουν πα­λαι­στι­νια­κά χωριά, ενώ χι­λιά­δες Πα­λαι­στί­νιοι εγκα­τα­λεί­πουν τις εστί­ες τους. Το προ­σφυ­γι­κό κύμα γί­νε­ται τσου­νά­μι τον Απρί­λη του 1948, μετά την απο­τρό­παια σφαγή των κα­τοί­κων του Ντιρ Για­σίν. Στις 14 Μάη του 1948 οι Βρε­τα­νοί απο­χω­ρούν και την επο­μέ­νη το Κρά­τος του Ισ­ρα­ήλ κη­ρύσ­σει την «ανε­ξαρ­τη­σία» του, πάνω στα ερεί­πια της κοι­νω­νί­ας που ζούσε μέχρι τότε στη γη που λέ­γε­ται Πα­λαι­στί­νη. Η Νάκ­μπα ήταν η κα­τα­στρο­φή αυτής της κοι­νω­νί­ας, η οποία όμως είχε αγω­νι­στεί, προ­δο­θεί και ητ­τη­θεί το 1936-39.

Όπως κα­τέ­λη­γε ο Πα­λαι­στί­νιος μαρ­ξι­στής Γκα­σάν Κα­να­φα­νί στη μπρο­σού­ρα του για την Εξέ­γερ­ση: «Το 1947, οι συν­θή­κες ευ­νο­ού­σαν [το Σιω­νι­στι­κό κί­νη­μα] να δρέ­ψει τους καρ­πούς της ήττας της εξέ­γερ­σης του 1936… Η πε­ρί­ο­δος που χρειά­στη­κε για να ολο­κλη­ρω­θεί το δεύ­τε­ρο κε­φά­λαιο της Πα­λαι­στι­νια­κής ήττας –από τα τέλη του 1947 ως τα μέσα του 1948– ήταν συ­γκλο­νι­στι­κά σύ­ντο­μη, γιατί ήταν απλώς η κα­τά­λη­ξη ενός μα­κρού και αι­μα­το­βαμ­μέ­νου κε­φα­λαί­ου που κρά­τη­σε από τον Απρί­λη του 1936 ως το Σε­πτέμ­βρη του 1939».

 

Πα­λαι­στί­νη 36

 

 

 

Η ται­νία «Πα­λαι­στί­νη 36» είναι μια άρτια πα­ρα­γω­γή του 2025 (επί­ση­μη συμ­με­το­χή της Πα­λαι­στί­νης στα Όσκαρ) που απο­τυ­πώ­νει εξαι­ρε­τι­κά τα γε­γο­νό­τα. Οι δυ­σκο­λί­ες της ερ­γα­τι­κής τάξης στο λι­μά­νι της Γιάφα και τα προ­βλή­μα­τα των φε­λά­χων, το τε­λεί­ως δια­φο­ρε­τι­κό κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον των «αφέ­ντη­δων», ο προ­δο­τι­κός ρόλος τμη­μά­των της ελίτ, η πο­λι­τι­κή ενερ­γο­ποί­η­ση των γυ­ναι­κών, η ένο­πλη δράση των «Κα­σα­μι­τών», η απει­λη­τι­κή πα­ρου­σία των Εβραί­ων εποί­κων, η αγριό­τη­τα της Βρε­τα­νι­κής κα­τα­στο­λής, οι φρού­δες ελ­πί­δες στην Επι­τρο­πή Πιλ και τις «αγα­θές» προ­θέ­σεις των Άγ­γλων, όλα απο­δί­δο­νται με ζω­ντά­νια και μέσα από χα­ρα­κτή­ρες που «αντα­να­κλούν» τη συ­μπε­ρι­φο­ρά ολό­κλη­ρων κοι­νω­νι­κών ομά­δων. Η ται­νία προ­βλή­θη­κε στα μέσα Μάρτη στον κι­νη­μα­το­γρά­φο Τρια­νόν από το Athens Palestine Film Festival και αξί­ζει να βρει θέση στις ελ­λη­νι­κές κι­νη­μα­το­γρα­φι­κές αί­θου­σες –ή στα στέ­κια, τις συλ­λο­γι­κό­τη­τες, τις δρά­σεις του κι­νή­μα­τος αλ­λη­λεγ­γύ­ης στην Πα­λαι­στί­νη.

https://rproject.gr/article/90-hronia-apo-ti-megali-araviki-exegersi-stin-palaistini

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.