Από την Γενική Απεργία του 1936 στη Νάκμπα
Τον Απρίλη συμπληρώθηκαν 90 χρόνια από το ξέσπασμα της Μεγάλης Αραβικής Εξέγερσης του 1936-39 στην Παλαιστίνη, μια μεγάλη μάχη ενάντια στη βρετανική αποικιοκρατία, η ήττα της οποίας άνοιξε το δρόμο για την Καταστροφή του 1948. Αυτό το ιστορικό επεισόδιο φωτίζει τις ταξικές διαφορές μέσα στην Παλαιστινιακή κοινωνία, το ρόλο των αραβικών καθεστώτων, τα εγκλήματα της βρετανικής αποικιοκρατίας και τις μεθόδους με τις οποίες έγινε εφικτή η πρώτη μεγάλη νίκη του Σιωνισμού. Όλα τα παραπάνω, έχουν την αντανάκλασή τους στο σήμερα.
Η προϊστορία
Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η βρετανική διπλωματία παρακίνησε την Αραβική Εξέγερση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, υποσχόμενη τη δημιουργία ενός Αραβικού Κράτους μετά την ήττα των Οθωμανών. Όμως με το μυστικό σύμφωνο Σάικς-Πικό (1916), είχε δρομολογηθεί ο διαμελισμός των αραβικών εδαφών της Μέσης Ανατολής σε σφαίρες γαλλικής και βρετανικής επιρροής. Η Παλαιστίνη θα περνούσε στον έλεγχο της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, η οποία το 1917 (με τη Διακήρυξη Μπάλφουρ), δηλώνει προς τους εκπροσώπους του ανερχόμενου τότε Σιωνιστικού κινήματος την υποστήριξή της στη δημιουργία μιας «εθνικής εστίας για τους Εβραίους» στην Παλαιστίνη.
Το Σύμφωνο του 1916 και η Διακήρυξη του 1917 συμπυκνώνουν το αραβικό τραύμα. Στην εποχή που το αίτημα της αυτοδιάθεσης έρχεται στο προσκήνιο, οι λαοί των αραβικών περιοχών της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν είχαν κανένα λόγο για το μέλλον τους. Ειδικά στην περίπτωση της Παλαιστίνης, η Βρετανική Αυτοκρατορία αντί να επιτρέψει την αυτοκυβέρνηση του ντόπιου πληθυσμού, υπόσχεται μια γη που δεν της ανήκει σε έναν άλλο πληθυσμό χωρίς δικαίωμα σε αυτήν.
Με την ενθάρρυνση της Διακήρυξης Μπάλφουρ, η εγκατάσταση Εβραίων στην Παλαιστίνη αυξήθηκε στη διάρκεια της «Βρετανικής Εντολής», αλλά μέχρι και το 1929-30 παρέμενε σχετικά μειοψηφικό και συχνά βραχύβιο φαινόμενο. Η κατάσταση άλλαξε το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 –με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία και την άρνηση των δυτικών κρατών να δεχτούν τους Εβραίους πρόσφυγες. Αυτός ο συνδυασμός έκανε πιο πειστικό το -περιθωριακό ως τότε στις γραμμές των Εβραίων- Σιωνιστικό επιχείρημα ότι ο αντισημιτισμός είναι αήττητος και οι Εβραίοι δεν μπορούν να συνυπάρξουν με μη-Εβραίους. Η Παλαιστίνη άρχισε να δέχεται εκατοντάδες χιλιάδες Εβραίους, με τους αριθμούς των αφίξεων να αυξάνονται κάθε χρόνο. Ο εβραϊκός πληθυσμός της Παλαιστίνης, που στην αρχή της «Βρετανικής Εντολής» ήταν το 9%, το 1935 είχε φτάσει στο 30%.
Οι αιτίες της Εξέγερσης
Η «Γισούβ» (η κοινότητα Εβραίων εποίκων) αναπτύχθηκε αποκλείοντας τους ντόπιους, χτίζοντας μια δική της περίκλειστη οικονομική δομή, γύρω από το σύνθημα «εβραϊκή γη, εβραϊκή εργασία, εβραϊκά προϊόντα».
Τα μεγαλύτερα θύματα αυτής της διαδικασίας ήταν οι φελάχοι, οι φτωχοί αγρότες που καλλιεργούσαν τη γη -ως επίμορτοι- επί αιώνες. Οι σιωνιστικές οργανώσεις, που αγοράζουν καλλιεργήσιμες εκτάσεις από απόντες μεγαλογαιοκτήμονες, εκδιώκουν τους φελάχους. Η βρετανική διοίκηση δυσχεραίνει (με την «εκσυγχρονιστική» νομοθεσία της) την κατοχύρωση των δικαιωμάτων των φελάχων (ή των βεδουΐνων βοσκών) σε εδάφη που αντιλαμβάνονταν ως «κοινοτικά» από παράδοση. Χιλιάδες Παλαιστίνιοι μετατρέπονται σε ακτήμονες ή βλέπουν τη γη που καλλιεργούν να συρρικνώνεται. Πολλοί από αυτούς κινούνται προς τις πόλεις όπου επιβιώνουν με «δουλειές του ποδαριού» και προστίθενται στις γραμμές της νεαρής αραβικής εργατικής τάξης η οποία αντιμετώπιζε ήδη ανισότητα στα εισοδήματα και διακρίσεις σε σχέση με τους Εβραίους εργάτες.
Υπό τη Βρετανική αποικιακή διοίκηση, τα κεφάλαια που διέθετε ο Σιωνιστικός Οργανισμός (η «ομπρέλα» του διεθνούς Σιωνιστικού κινήματος) μετασχημάτιζαν γρήγορα και βίαια μια αραβική -κυρίως- αγροτική κοινωνία σε μια –αποκλειστικά– εβραϊκή καπιταλιστική οικονομία. Η κοινωνική καταστροφή που προκάλεσε παντού στην ύπαιθρο η πρωταρχική ανάπτυξη του καπιταλισμού συναντιόταν με τον εθνικό αποκλεισμό που βίωναν οι Άραβες και δημιουργούσε μια διπλή ταξική-εθνική οργή.
Τις εθνικές διεκδικήσεις εξέφραζε πολιτικά η παλιά Παλαιστινιακή ελίτ, συγκροτημένη γύρω από τις παραδοσιακές «μεγάλες οικογένειες» και την τάξη των «αφέντηδων» (γαιοκτήμονες, έμποροι και δανειστές των φελάχων). Αυτή η τάξη είχε σύγκρουση συμφερόντων με τον βρετανικό ιμπεριαλισμό (που της αρνούνταν τη δημιουργία κράτους) και αντιμετώπιζε ως απειλή τη σιωνιστική πίεση (που αποσπούσε γη, οικονομική ισχύ, προνόμια), αλλά θιγόταν δυσανάλογα λίγο σε σχέση με τη μεγάλη μάζα των φελάχων, των ανέργων και των εργατών. Κάποια τμήματά της φλέρταραν ακόμα και με την ιδέα της συνύπαρξης με τους Βρετανούς και με τους σιωνιστές εποίκους. Είχε εσωτερικούς ανταγωνισμούς, με τη κάθε «μεγάλη οικογένεια» να ιδρύει το δικό της «εθνικιστικό κόμμα» για να προωθήσει τα συμφέροντά της. Στο σύνολό της, διατηρούσε στενούς δεσμούς με τους γειτονικούς Άραβες εμίρηδες και βασιλιάδες, που είχαν εγκατασταθεί στους θρόνους τους από τη Βρετανία και απέφευγαν κάθε σύγκρουση με το βρετανικό ιμπεριαλισμό, τρέμοντας έναν αυθεντικό παναραβικό εθνικοαπελευθερωτικό ξεσηκωμό των μαζών (γιατί θα απειλούσε τους θρόνους τους).
Όλα αυτά την καθιστούσαν μια παθητική και συμβιβαστική «ηγεσία», η οποία δεν είχε καταφέρει να αποσπάσει την παραμικρή παραχώρηση από τη Βρετανική Διοίκηση, είτε στην κατεύθυνση της αυτοκυβέρνησης είτε στο αίτημα για περιορισμό της εβραϊκής μετανάστευσης.
Μπροστά σε αυτήν την αδράνεια είναι που αναδύθηκε (από μορφωμένα μικροαστικά στρώματα) μια «επαναστατική διανόηση» που στήριξε μια πολύ ζωηρή πνευματική παραγωγή τη δεκαετία του 1920, γύρω από την έκδοση εφημερίδων, τη μετάφραση κειμένων και κυρίως την ποίηση –η οποία εξελίχθηκε σε κατεξοχήν μέσο έκφρασης των εθνικών λαϊκών αισθημάτων, δημιουργώντας μια ποιητική παράδοση που συνεχίστηκε έπειτα από τη γενιά του Μαχμούντ Νταρουΐς και αντέχει μέχρι και σήμερα. Αντίστοιχο φαινόμενο υπήρξε το Συνέδριο των Αραβισσών Γυναικών το 1929, που καλούσε σε ανάκληση της Διακήρυξης Μπάλφουρ, σε ανάδειξη μιας εθνικής-δημοκρατικής κυβέρνησης στην Παλαιστίνη και σε ανάπτυξη Παλαιστινιακών βιομηχανιών. Από εκεί προέκυψε ο Σύλλογος Αραβισσών Γυναικών που συνδύαζε μια φεμινιστική ατζέντα με τις εθνικές διεκδικήσεις και την βοήθεια προς τους φτωχούς ή τις οικογένειες φυλακισμένων αγωνιστών.
Φτάνοντας στο 1936, η συσσώρευση αυτών των παραγόντων οδηγούσε προς την έκρηξη. Η πίεση που ασκούσε ο σιωνιστικός εποικισμός πάνω στους φελάχους και τους Άραβες εργάτες είχε φτάσει σε οριακό σημείο, το εθνικό αίσθημα αναπτυσσόταν και οι παραδοσιακές ελίτ είχαν αποτύχει παταγωδώς να ανακόψουν τον εποικισμό ή να αποσπάσουν την παραμικρή παραχώρηση από τη Βρετανική Διοίκηση.
Ο Αλ Κασάμ
Το ρόλο του «σπινθήρα» έπαιξε ο μαρτυρικός θάνατος του Ιζ Αλ Ντιν Αλ Κασάμ (το όνομα του οποίου πήρε η ένοπλη πτέρυγα της Χαμάς). Ο Αλ Κασάμ ήταν απόφοιτος του Αλ Αζάρ (το φημισμένο κέντρο της αραβικής σουνιτικής ισλαμικής μάθησης) και είχε συμμετέχει ενεργά στην αντιαποικιακή εξέγερση στη Συρία κατά της Γαλλικής Εντολής. Μετά την ήττα στη Συρία, εγκαταστάθηκε στη Παλαιστίνη, όπου άρχισε να οργανώνει παράνομους πυρήνες για ένα ένοπλο κίνημα αντίστασης στους Βρετανούς και στους εποίκους.
Το Νοέμβρη του 1935, κυνηγήθηκε από τις Βρετανικές Αρχές και κατέφυγε στους λόφους γύρω από την Τζενίν. Εντοπίστηκε σε μια σπηλιά, όπου –περικυκλωμένος– προτίμησε να ανοίξει πυρ καλώντας τους άντρες του «να πεθάνουν ως μάρτυρες».
Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του Αλ Κασάμ ηλέκτρισε τα λαϊκά στρώματα που είχαν αγανακτήσει από τις αποτυχίες της παθητικής εθνικής ηγεσίας τους. Η κηδεία του Αλ Κασάμ στη Χάιφα ήταν η μεγαλύτερη ως τότε πολιτική διαδήλωση στην Παλαιστίνη επί Βρετανικής Εντολής, με το πλήθος να επιτίθεται σε Αστυνομικά Τμήματα όταν κάποιος έριξε την κραυγή «εκδίκηση!». Η ταξική σύνθεση ήταν αποκαλυπτική. Μόνο φτωχοί αγρότες κι εργάτες συνέρρευσαν για να συνοδεύσουν το φέρετρο του μάρτυρα, με την εκκωφαντική απουσία σύσσωμης της επίσημης παλαιστινιακής ηγεσίας. Σαράντα μέρες μετά, ταρακουνημένες από αυτήν την εξέλιξη, οι παλαιστινιακές ηγεσίες και ελίτ έσπευσαν να δώσουν το «παρόν» στις εκδηλώσεις πένθους και τιμής στον Αλ Κασάμ.
Η Γενική Απεργία
Διάφορα περιστατικά το Φλεβάρη του 1936 δείχνουν ότι το κλίμα είχε αλλάξει. Άραβες εργάτες επιτέθηκαν σε ένα εργοτάξιο που απασχολούσε «μόνο Εβραίους» στη Γιάφα. Μια ομάδα μαθητών/οπαδών του Αλ Κασάμ οργάνωσε ένοπλη ενέδρα σε κονβόι και απέσπασε τα χρήματα των εύπορων Αράβων και Εβραίων επιβατών, ανακοινώνοντας ότι θα διατεθούν «για τον ένοπλο αγώνα».
Και στις 19 Απρίλη, ξεσπά απεργία στη Γιάφα, η οποία επεκτείνεται στη Ναμπλούς και μέσα σε δύο μέρες έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Παλαιστίνη. Ήταν η αρχή μιας Γενικής Απεργίας που θα άντεχε επί 6 (!) μήνες, αποτελώντας μια από τις μεγαλύτερες -αν όχι τη μεγαλύτερη- στην ιστορία. Σε αυτήν την αποφασιστική μάχη ρίχτηκε ένα εργατικό κίνημα που είχε υπομείνει και την καταστολή από τις Βρετανικές Αρχές, και τα οικονομικά χτυπήματα από τον ανταγωνισμό των Εβραίων εποίκων και τις διώξεις από την ίδια την Παλαιστινιακή ελίτ.
Η παραδοσιακή παλαιστινιακή ηγεσία έσπευσε για δεύτερη φορά λαχανιασμένη να «καβαλήσει το κύμα». Έξι μέρες μετά την έναρξη της απεργίας και τέσσερις μετά τη μετατροπή της σε γενική, τα παλαιστινιακά εθνικά κόμματα συγκροτούν στις 25 Απρίλη την Ανώτατη Αραβική Επιτροπή που αναλαμβάνει την ηγεσία. Σε αυτήν υπάρχουν κάποιες πιο «ριζοσπαστικές» δυνάμεις (το Κόμμα Ανεξαρτησίας και το Κόμμα Μεταρρύθμισης, που εκφράζουν μικροαστικά στρώματα και την επαναστατική διανόηση), αλλά κυριαρχούν τα δύο κόμματα των δύο μεγάλων πλούσιων οικογενειών, των Χουσεΐνι και των Νασσασίμπι. Η Γενική Απεργία συνδυάζεται με άρνηση πληρωμής φόρων και με ένοπλες επιθέσεις.
Η αποικιακή διοίκηση χτυπά σκληρά τις «φυσικές ηγεσίες» του αγώνα (πχ συλλαμβάνει 61 στελέχη της απεργίας στις 23 Μάη), αλλά διατηρεί ανοιχτό το δίαυλο με την πολιτική ηγεσία (διασφαλίζοντας την ασφαλή μετάβαση μελών της Ανώτατης Αραβικής Επιτροπής στο Λονδίνο για μια συνάντηση με τον υπουργό Αποικιών στις 12 Ιούνη).
Μέχρι το Σεπτέμβρη, το Λονδίνο έχει μεταφέρει 20.000 στρατιώτες στην Παλαιστίνη, ένας ασύλληπτος αριθμός για τα μέτρα της εποχής και για την ανάγκη πάταξης μιας εξέγερσης σε αποικία. Οι Βρετανικές Αρχές κηρύσσουν στρατιωτικό νόμο για να συντρίψουν την απεργία, εξαπολύοντας σκληρή καταστολή.
Η απεργία τελικά θα τερματιστεί στις 11 Οκτώβρη. Οι Άραβες βασιλιάδες και εμίρηδες βγάζουν δημόσιο κάλεσμα όπου ζητούν να τερματιστεί η απεργία και να υπάρξει εμπιστοσύνη «στις καλές προθέσεις της φίλης σας Μεγάλης Βρετανίας» και η Αραβική Ανώτατη Επιτροπή καλεί τις μάζες να ακούσουν τους βασιλιάδες κι εμίρηδες.
Η καταστολή και η οικονομική εξάντληση σίγουρα έπαιξαν ρόλο στο τερματισμό της απεργίας. Αλλά η διάθεση για υποχώρηση δεν ήταν καθόλου αυτονόητη και προέκυψε από την πίεση των αραβικών «ηγεσιών». Ο Παλαιστίνιος ποιητής Αμπού Σαλμάν εξέφρασε τότε το εθνικό αίσθημα προδοσίας, γράφοντας:
«Εσείς που αγαπάτε την πατρίδα
Εξεγερθείτε ενάντια στη σκληρή καταπίεση.
Απελευθερώστε την πατρίδα από τους βασιλιάδες
Απελευθερώστε την από τα ανδρείκελα.
Νόμιζα πως είχαμε βασιλιάδες
που θα οδηγούσαν μπροστά τους ανθρώπους
που ήταν πίσω τους».
Οι επόμενοι μήνες κύλησαν με μια τεταμένη ηρεμία, ενώ η Ανώτατη Αραβική Επιτροπή καλλιεργούσε (και είχε και η ίδια) προσδοκίες από το πόρισμα που ετοίμαζε η Επιτροπή Πιλ. Στις 7 Ιούλη δημοσιεύεται το πόρισμα που σοκάρει την παλαιστινιακή κοινή γνώμη. Η Επιτροπή Πιλ πρότεινε να δοθεί το 20% της Παλαιστίνης (εύφορα εδάφη και ακτές) για την ίδρυση εβραϊκού κράτους, να παραχωρηθεί το υπόλοιπο 80% στον εμίρη Αμπντουλάχ της Υπεριορδανίας και να γίνουν υποχρεωτικές μεταφορές πληθυσμών.
Μέχρι τότε, η αμφίσημη «δημιουργία εθνικής εστίας για τους Εβραίους στην Παλαιστίνη» επέτρεπε στη βρετανική διπλωματική γλώσσα να συμπληρώνει ότι αυτή θα επιδιωχθεί «χωρίς να θίγονται τα πολιτικά δικαιώματα των μη-Εβραίων κατοίκων της». Το πόρισμα έθετε για πρώτη φορά ρητά την προοπτική του διαμελισμού και της μεταφοράς πληθυσμών. Ταυτόχρονα, «προσφέροντας» το 80% στον εμίρη της Υπεριορδανίας (τον οποίο οι Παλαιστίνιοι αντιμετώπιζαν με δυσπιστία), ακύρωνε κάθε υπόσχεση για (μελλοντική…) δημοκρατική ανάδειξη κυβέρνησης στην Παλαιστίνη, που θα αποφάσιζε η ίδια για το μέλλον της.
Ένοπλος ξεσηκωμός
Με την κυκλοφορία αυτών των νέων, ακολούθησε η δεύτερη φάση της Μεγάλης Αραβικής Εξέγερσης, στην οποία κυριάρχησε ο ένοπλος ξεσηκωμός των φελάχων στην ύπαιθρο που απέκτησε έναν πολύ πιο βίαιο χαρακτήρα κι έναν πολύ πιο ξεκάθαρο αντιβρετανικό προσανατολισμό (μέχρι πρότινος η έμφαση δινόταν στο πρόβλημα του εποικισμού και στην ανάγκη «πίεσης» στη Βρετανική Διοίκηση να πάρει μέτρα προς την αυτοκυβέρνηση).
Η ένοπλη εξέγερση βρέθηκε στο κορυφαίο της σημείο στη διάρκεια του 1938, με αντάρτικες ομάδες να ελέγχουν μεγάλες εκτάσεις της υπαίθρου και να είναι σε θέση να απειλούν και τις πόλεις. Σε διαφορετικές στιγμές, η Χεβρώνα, η Ναμπλούς, η Μπερσεβά πέρασαν –πρόσκαιρα– στον έλεγχο Παλαιστινίων ανταρτών. Εκείνη την περίοδο, οι κάτοικοι των πόλεων αρχίζουν να τυλίγουν τα κεφάλιά τους με την κουφίγια –τη μαντίλα που φορούσαν παραδοσιακά οι πληθυσμοί της υπαίθρου. Είναι μια πρακτική που δυσχεραίνει τον εύκολο εντοπισμό των ανταρτών που μετακινούνται από και προς τις πόλεις, αλλά και οι απαρχές της μετατροπής της κουφίγιας σε σύμβολο της Παλαιστινιακής Αντίστασης.
Η εξέγερση ήταν σε μεγάλο βαθμό ακαθοδήγητη και ασυντόνιστη. Η οικογένεια των Νασασσίμπι την απέρριψε και συνεργάστηκε πιο στενά με τους Βρετανούς και το Βασιλιά της Υπεριορδανίας για την αντιμετώπισή της. Οι Χουσεΐνι έδωσαν την πολιτική τους κάλυψη –κυρίως στα πλαίσια του ανταγωνισμού τους με τους Νασασσίμπι– αλλά στην πραγματικότητα λειτουργούσαν ως «επίδοξος συνομιλητής» των Βρετανών που καταλάβαιναν ότι χρειάζονται γέφυρες και με αυτή την ηγεσία. Αν στηρίζονταν μόνο στους Νασασσίμπι και παραγκώνιζαν πλήρως τους Χουσεΐνι, φοβούνταν αυτό που περιέγραψε ο Βρετανός Ανώτατος Επίτροπος στην Παλαιστίνη: «Δεν θα μείνει άλλος εκπρόσωπος των Αράβων εκτός από τους ηγέτες της εξέγερσης στα βουνά».
Η ήττα
Οι αποικιακές Αρχές βάζουν «στο συρτάρι» το πόρισμα της Επιτροπής Πιλ. Το Φλεβάρη του 1939 οργανώνουν ένα «στρογγυλό τραπέζι» με τη συμμετοχή των Αράβων βασιλιάδων και εμίρηδων, ενώ τον Μάη του 1939 εκδίδουν τη «Λευκή Βίβλο» που επιχειρεί να καθησυχάσει τους φόβους των Παλαιστινίων Αράβων (περιορισμός της μετανάστευσης, απαγόρευση πώλησης γης, ανεξαρτησία μετά από 10 χρόνια).
Αν αυτά είναι τα «καρότα» με τα οποία επιχειρούν να διασώσουν κάπως την αξιοπιστία των συμβιβαστικών ελίτ στα μάτια των εξεγερμένων μαζών, το «μαστίγιο» με το οποίο χτυπάνε την ένοπλη εξέγερση είναι ανελέητο.
Η RAF βομβαρδίζει παλαιστινιακά χωριά ενώ οι Βρετανοί στρατιώτες καταφεύγουν γενικευμένα σε πρακτικές συλλογικής τιμωρίας για κάθε επίθεση που δέχονται, με ανατινάξεις και κατεδαφίσεις σπιτιών ή και ολόκληρων συνοικιών, ενώ κλείνουν χιλιάδες ανθρώπους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, βασανίζουν κι εκτελούν υπόπτους.
Το καθεστώς της «Γαλλικής Εντολής» κλείνει τα σύνορα της Συρίας, ενώ ο Εμίρης της Υπεριορδανίας συλλαμβάνει Παλαιστίνιους μαχητές και καταστέλλει τη μερίδα του ντόπιου πληθυσμού που διαδηλώνει και δηλώνει έτοιμη να βοηθήσει τη μάχη στην Παλαιστίνη. Οι μάχες συνεχίζονται ως τον Σεπτέμβρη του 1939, αλλά η ένοπλη εξέγερση έχει συντριβεί.
Το τίμημα ήταν βαρύ για τους Παλαιστίνιους: Οι 5.000 νεκροί, οι 15.000 τραυματίες και οι 9.000 φυλακισμένοι άθροιζαν -τότε- πάνω από το 10% του αντρικού πληθυσμού. Η βρετανική αποικιακή αγριότητα υπήρξε ο «δάσκαλος» των σύγχρονων σιωνιστικών μεθόδων.
Η Μεγάλη Αραβική Εξέγερση στην Παλαιστίνη υπήρξε ένα συγκλονιστικό γεγονός στην ιστορία των αντιαποικιακών αγώνων και η μεγαλύτερη λαϊκή κινητοποίηση των Παλαιστινιακών μαζών μέχρι την Πρώτη Ιντιφάντα. Εκεί βρίσκονται οι ρίζες του αγώνα των Παλαιστινίων για ελευθερία κι αυτοδιάθεση.
Ένα νεαρό και σχετικά μικρό εργατικό κίνημα κι ένα άτακτο αγροτικό αντάρτικο είχαν να αντιμετωπίσουν τη συντριπτική βρετανική υπεροπλία και την αποικιοκρατική αγριότητα κατά του πληθυσμού. Αλλά είχαν να αντιμετωπίσουν και την απομόνωση από τους Άραβες βασιλιάδες κι εμίρηδες και μια «εθνική ηγεσία» που είτε λειτουργούσε προδοτικά είτε στεκόταν διστακτική, με τον ταξικό της ορίζοντα να φτάνει μέχρι την «άσκηση πίεσης» στη Βρετανία για να αλλάξει πολιτική. Οι «ηγέτες της εξέγερσης στα βουνά» -που έτρεμαν ως εναλλακτική στην παλιά παλαιστινιακή ελίτ οι αποικιοκράτες- δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν μια εναλλακτική ηγεσία. Ούτε το νεαρό ΚΚ μπόρεσε να παίξει έναν τέτοιο ρόλο, αντιμετωπίζοντας αντικειμενικά όρια στην ανάπτυξή του, υποκειμενικές αδυναμίες στην πολιτική του, και τα «ζιγκ-ζαγκ» της σταλινοποιημένης Κομιντέρν.
Μαζί με όλα αυτά, η Αραβική Εξέγερση είχε να αντιμετωπίσει κι έναν επιπλέον αντίπαλο: το Σιωνιστικό κίνημα που πρόσφερε πολύτιμες υπηρεσίες στον Βρετανικό ιμπεριαλισμό εκείνα τα κρίσιμα χρόνια, όταν και ενταφιάστηκε η όποια προοπτική να προέκυπτε ταξική ενότητα μεταξύ των Αράβων και των Εβραίων εργατών στην Παλαιστίνη.
Η εμπέδωση του Σιωνιστικού σχεδίου
Αυτή είναι η άλλη όψη του 1936-39. Η ήττα της Αραβικής Εξέγερσης συνδυάστηκε με την αποκρυστάλλωση και την εμπέδωση του Σιωνιστικού σχεδίου, ως πλάνο οικοδόμησης μιας ένοπλης κοινωνίας εποίκων, σε συμμαχία με τον ιμπεριαλισμό, με στόχο την αντικατάσταση του ιθαγενούς πληθυσμού.
Στις 23 Απρίλη του 1936, καθώς εξαπλωνόταν η Γενική Απεργία, ο Σιωνιστής ηγέτης Χάιμ Βάιζμαν περιέγραψε τη σύγκρουση των εποίκων με τους αυτόχθονες στην Παλαιστίνη ως αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια «εποικοδομητική δύναμη» και μια «δύναμη καταστροφής». Ήταν ένα μήνυμα προς τη Βρετανική Διοίκηση, που ανταποκρίθηκε στο φλερτ.
Μια βδομάδα μετά την συνάντηση του υπουργού Αποικιών με την Ανώτατη Αραβική Επιτροπή, σε μια κυβερνητική σύσκεψη στο Λονδίνο στις 19 Ιούνη του 1936, συνομολογήθηκε ο «οργανικός δεσμός μεταξύ των βρετανικών συμφερόντων και της επιτυχίας του σιωνιστικού σχεδίου».
Σε κάθε στάδιο της εξέγερσης, οι έποικοι βοήθησαν τη Βρετανική Εντολή στην αντιμετώπισή της και κάνοντας αυτό, ενίσχυαν τις θέσεις τους στην Παλαιστίνη. Στη διάρκεια της Γενικής Απεργίας, η Εβραϊκή Εργατική Συνομοσπονδία (Χισταντρούτ) προχώρησε σε οργανωμένη απεργοσπασία, προσφέροντας την «εβραϊκή εργασία» για να αντιμετωπίσουν οι αποικιακές Αρχές τα προβλήματα που τους δημιουργούσε η απεργία των Αράβων. Στην πορεία της εξέγερσης, οι κοινότητες των εποίκων ανέπτυξαν οικονομικά, οδικά, μεταφορικά δίκτυα –διευκόλυνσης των Βρετανών– που συνδέονταν μεταξύ τους, χτίζοντας μια «παράλληλη δομή» ξεχωριστά από τις εξεγερμένες περιοχές. Οι Σιωνιστές συγκρότησαν δικά τους ένοπλα σώματα για τη φύλαξη αυτής της δομής. Κατά την κορύφωση του ανταρτοπολέμου το 1938, αναβαθμίστηκε σημαντικά και το μέγεθος, ο ρόλος και η επιθετικότητα αυτών των ένοπλων ομάδων στο πλευρό των Βρετανών. Με βρετανική εκπαίδευση και βρετανικά όπλα, μπήκαν τότε οι βάσεις για την αναβάθμιση κι ενίσχυση των Σιωνιστικών πολιτοφυλακών (Ιργκούν, Χαγκάνα).
O βρετανικός ιμπεριαλισμός διαπίστωσε την αξία μιας αφοσιωμένης «τοπικής» δύναμης που μπορεί να δράσει υπέρ των συμφερόντων του, ενώ το Σιωνιστικό κίνημα απέδειξε την προθυμία του να λειτουργήσει ως «μαντρόσκυλο» των αποικιοκρατών.
Μια πτυχή της δράσης της Αραβικής Εξέγερσης και του ρόλου των Σιωνιστικών πολιτοφυλακών συμπυκνώνει συμβολικά τη σχέση μεταξύ του δυτικού ιμπεριαλισμού, των αραβικών μαζών και του Σιωνισμού, που ισχύει μέχρι σήμερα:
Οι Άραβες αντάρτες στοχοποιούσαν συστηματικά τον κεντρικό αγωγό πετρελαίου. Η ανατίναξη του αγωγού είχε -προφανή- πρακτική σημασία στην πάλη ενάντια στις αποικιακές Αρχές, αλλά έγινε και σύμβολο της αντίστασης στην αποικιοκρατία, στερώντας από τους ιμπεριαλιστές τον έλεγχο του πόρου εξαιτίας του οποίου έδειχναν «ενδιαφέρον» για την περιοχή. Ένα από τα πρώτα καθήκοντα των Σιωνιστικών πολιτοφυλακών μετά την εκπαίδευση και τον εξοπλισμό τους, ήταν η φύλαξη του αγωγού πετρελαίου, «απελευθερώνοντας» τα βρετανικά στρατεύματα από αυτόν το ρόλο.
Μέσα στη φωτιά του 1936-39, οι Σιωνιστικές οργανώσεις έχτισαν ένα ισχυρό οικονομικά και στρατιωτικά «πρόπλασμα κράτους», ενώ οι Άραβες της Παλαιστίνης εξαντλήθηκαν οικονομικά, χτυπήθηκαν σκληρά στρατιωτικά, δέχτηκαν διαλυτικές επιθέσεις στις όποιες πολιτικές τους υποδομές και έχασαν χιλιάδες άνδρες -τα πιο μαχητικά και πρωτοπόρα στοιχεία της Παλαιστινιακής κοινότητας. Αυτός ο συσχετισμός θα έπαιζε κρίσιμο ρόλο το 1948.
Νάκμπα
Οι αποικιοκράτες, εξαντλημένοι από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αντιμέτωποι με ένα μπαράζ ένοπλων επιθέσεων από τις Σιωνιστικές οργανώσεις και εγκλωβισμένοι στις πολλαπλές αντικρουόμενες υποσχέσεις τους, ανακοίνωσαν το 1947 ότι θα βάλουν τέλος στην «Εντολή», παραπέμποντας το μέλλον της Παλαιστίνης στον ΟΗΕ, που πρότεινε το διαμελισμό της.
Από τα τέλη του 1947 ξεκινάνε συγκρούσεις μεταξύ Παλαιστινίων και Εβραίων, που κλιμακώνονται στην εθνοκάθαρση της Παλαιστίνης, με τις Σιωνιστικές πολιτοφυλακές να καταστρέφουν παλαιστινιακά χωριά, ενώ χιλιάδες Παλαιστίνιοι εγκαταλείπουν τις εστίες τους. Το προσφυγικό κύμα γίνεται τσουνάμι τον Απρίλη του 1948, μετά την αποτρόπαια σφαγή των κατοίκων του Ντιρ Γιασίν. Στις 14 Μάη του 1948 οι Βρετανοί αποχωρούν και την επομένη το Κράτος του Ισραήλ κηρύσσει την «ανεξαρτησία» του, πάνω στα ερείπια της κοινωνίας που ζούσε μέχρι τότε στη γη που λέγεται Παλαιστίνη. Η Νάκμπα ήταν η καταστροφή αυτής της κοινωνίας, η οποία όμως είχε αγωνιστεί, προδοθεί και ηττηθεί το 1936-39.
Όπως κατέληγε ο Παλαιστίνιος μαρξιστής Γκασάν Καναφανί στη μπροσούρα του για την Εξέγερση: «Το 1947, οι συνθήκες ευνοούσαν [το Σιωνιστικό κίνημα] να δρέψει τους καρπούς της ήττας της εξέγερσης του 1936… Η περίοδος που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί το δεύτερο κεφάλαιο της Παλαιστινιακής ήττας –από τα τέλη του 1947 ως τα μέσα του 1948– ήταν συγκλονιστικά σύντομη, γιατί ήταν απλώς η κατάληξη ενός μακρού και αιματοβαμμένου κεφαλαίου που κράτησε από τον Απρίλη του 1936 ως το Σεπτέμβρη του 1939».
Παλαιστίνη 36
Η ταινία «Παλαιστίνη 36» είναι μια άρτια παραγωγή του 2025 (επίσημη συμμετοχή της Παλαιστίνης στα Όσκαρ) που αποτυπώνει εξαιρετικά τα γεγονότα. Οι δυσκολίες της εργατικής τάξης στο λιμάνι της Γιάφα και τα προβλήματα των φελάχων, το τελείως διαφορετικό κοινωνικό περιβάλλον των «αφέντηδων», ο προδοτικός ρόλος τμημάτων της ελίτ, η πολιτική ενεργοποίηση των γυναικών, η ένοπλη δράση των «Κασαμιτών», η απειλητική παρουσία των Εβραίων εποίκων, η αγριότητα της Βρετανικής καταστολής, οι φρούδες ελπίδες στην Επιτροπή Πιλ και τις «αγαθές» προθέσεις των Άγγλων, όλα αποδίδονται με ζωντάνια και μέσα από χαρακτήρες που «αντανακλούν» τη συμπεριφορά ολόκληρων κοινωνικών ομάδων. Η ταινία προβλήθηκε στα μέσα Μάρτη στον κινηματογράφο Τριανόν από το Athens Palestine Film Festival και αξίζει να βρει θέση στις ελληνικές κινηματογραφικές αίθουσες –ή στα στέκια, τις συλλογικότητες, τις δράσεις του κινήματος αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη.
https://rproject.gr/article/90-hronia-apo-ti-megali-araviki-exegersi-stin-palaistini










Σχόλια (0)