Η «περιχαράκωση» του Δυτικού κόσμου

Η «περιχαράκωση» του Δυτικού κόσμου

  • |

Τείχη – Ζώνη Σένγκεν – Ομάδα Βίζεγκραντ – προσφυγική κρίση

Για να καταστεί σαφής αρχικά η ακριβής σημασιολογία του όρου «περιχαράκωσις» να σημειωθεί πως απευθύνεται στην διαδικασία οχύρωσης, μέσω της δημιουργίας χαρακωμάτων. Πιο απλά πρόκειται για απόπειρα αμυντικής οχύρωσης. Σύμφωνα με μία μεταφορική προσέγγιση της έννοιας πρόκειται για την εθελούσια αποκοπή ενός ατόμου από τον κοινωνικό περίγυρο. Περιχαράκωση της ιδιωτικής ζωής.

  • του Δημήτρη Τσάκνη

Το Νοέμβριο του 1989 η Ευρώπη πανηγύρισε ένα γεγονός – ορόσημο. Την οριστική πτώση του τελευταίου τείχους κατά της ανθρωπότητας. Η πτώση του “Τείχους του Αίσχους” σηματοδότησε το πέρασμα από την εποχή της παγκόσμιας μοχθηρίας σε μια εποχή υπέρμετρης αισιοδοξίας στην οποία ο δημοκρατικός διάλογος και η πολιτική βούληση έδειχναν πως θα αποτελούσαν εχέγγυα διακρατικής συνεννόησης σε περιπτώσεις εξόφθαλμων προκλήσεων κατά της ανθρωπότητας. Φυσικά κάτι τέτοιο δεν κατέστη δυνατό μέχρι και σήμερα. Αρχικά το ανεπανάληπτο “κυνήγι μαγισσών” που εξαπέλυσε η Δύση με στόχο την εξάρθρωση της παγκόσμιας τρομοκρατίας, η οποία προσωποποιήθηκε και ταυτίστηκε με την φιγούρα του Οσάμα Μπιν Λάντεν, αποδείχθηκε πλήρες φιάσκο, ενώ διατυπώθηκαν σοβαρά ερωτήματα αν και κατά πόσο ο παγκόσμιος πολιτικός σχεδιασμός των επιμέρους εθνικών κυβερνήσεων, κατατείνει στο πραγματικό όφελος των πολιτών. Ανησυχίες που κορυφώθηκαν με την παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008 και κατόπιν με την Αραβική Άνοιξη.

Η “δαμόκλειος σπάθη” της προσφυγικής κρίσης εσχάτως επιβεβαιώνει με τον πλέον εκκωφαντικό τρόπο την επιδεικτική αδράνεια της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας, τόσο σε περιφερειακό, όσο και σε εθνικό επίπεδο. Με δεδομένο πως πρόκειται για την μαζικότερη πληθυσμιακή μετατόπιση από την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το ζήτημα και η επίλυσή του συνθέτουν μία εξέλιξη άκρως γριφώδη. Τα κράτη της κεντρικής και βορειοδυτικής Ευρώπης καθήμενα στην ασφάλεια που προσφέρει η συνολική προχειρότητα του Κανονισμού ‘Δουβλίνο III’, εμφανίζονται σταθερά αδιάλλακτα ως προς την αναμόρφωση της μεταναστευτικής τους πολιτικής. Συνεπώς το βάρος της διαχείρισης του προβλήματος επωμίζονται εξ’ ολοκλήρου τα όμορα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η καθιέρωση της ποσόστωσης, ως μέτρο οικονομικής συνεισφοράς υπέρ της ανακούφισης των μεταναστών και των προσφύγων, έχω την πεποίθηση πως αποτελεί ένα νομοθέτημα με ηθική βαρύτητα. Ηθική ως απόρροια της έμμεσης παραδοχής της ενοχής από την απραξία και την επιδεικτική αδιαφορία των κεντροευρωπαϊκών κρατών. Οι πρόσφυγες στην συνείδηση αρκετών πολιτών αλλά και πολιτευτών συνιστούν, αφενός απειλή για την αλλοίωση του πολιτισμικού DNA της “Γηραιάς Ηπείρου” αφετέρου λογίζονται, μάλλον στερεοτυπικά, καθώς το επιχείρημα αυτό δεν φαίνεται πως διαθέτει ορθολογική βάση, ως απειλή για την δημόσια ασφάλεια των επιμέρους ευρωπαϊκών κρατών. Επιπρόσθετα ελάχιστες είναι οι πολιτικές προσωπικότητες, οι οποίες θα επιδιώξουν να απωλέσουν σημαντικό μέρος της δημοτικότητάς τους και της πολιτικής τους ισχύος εφαρμόζοντας μία πολιτική ένταξης ή αφομοίωσης των μεταναστών και των προσφύγων.

Επειδή ωστόσο κατηγορήθηκαν αόριστα και σκληρά τα κράτη της κεντρικής, ιδίως, Ευρώπης ας λάβουμε υπόψιν και προς αιτιολόγηση των άνω γραφομένων, πως χώρες όπως, η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβακία και η Ουγγαρία, οι οποίες προστέθηκαν πρόσφατα με την μεγάλη διεύρυνση του 2004 (η οποία παρεμπιπτόντως έλαβε χώρα επί ελληνικού εδάφους), στην ευρωπαϊκή οικογένεια, εμφανίζουν σοβαρές ιστορικές και κυρίως πολιτειακές ιδιαιτερότητες. Ανέκαθεν διέθεταν αυταρχικό πυρήνα. Ο ισχυρισμός αυτός τεκμηριώνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες ιστορικές παρατηρήσεις. Η μεν Αυστροουγγαρία, ως πολυεθνική αυτοκρατορία περιελάμβανε στην επικράτειά της όλες αυτές τις χώρες. Οι δε Αψβούργοι, μέχρι και την οριστική διάλυση της αυτοκρατορίας μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυβερνούσαν κάτω από ένα καθεστώς απόλυτης μοναρχίας. Τέλος, ας μην λησμονηθεί το γεγονός πως τα κράτη αυτά αποτελούσαν για αιώνες πεδίο πίεσης και επέκτασης, είτε των γερμανικών συμφερόντων από την δύση, είτε των ρωσικών από την ανατολή. Αν συνυπολογιστεί εν κατακλείδι, πως ο εκδημοκρατισμός των κρατών αυτών συνέπεσε με τον τερματισμό του Ψυχρού Πολέμου, νομίζω δικαιολογείται σε μεγάλο βαθμό ο υψηλός δείκτης εσωστρέφειας, καθώς επίσης η ακόμη μέχρι και σήμερα ύπαρξη αυταρχικής περιβολής εντός των πολιτικών τους δομών.

Τα συντηρητικά λοιπόν αυτά κράτη αποφάσισαν από κοινού το 1991 την δημιουργία μιας περιφερειακού χαρακτήρα, ομάδας – κρατών στο κάστρο του Βίζεγκραντ της Ουγγαρίας. Η ομάδα εκτός από το παρεμφερές ιστορικό υπόβαθρο των χωρών που συστέγασε έφερε αρχικά τα χαρακτηριστικά μιας χαλαρής οικονομικής ένωσης, με επιδίωξη την αναβάθμιση στον παγκόσμιο χάρτη της εν λόγω γεωγραφικής περιοχής. Σήμερα η ομάδα Βίζεγκραντ είναι εκείνη που πρωτοστατεί στην ανέγερση τειχών με αποκλειστικό σκοπό όχι μόνο την αναχαίτιση των προσφυγικών ροών αλλά τον πλήρη εκμηδενισμό τους. Φυσικά ούτε λόγος για τοποθέτηση του ζητήματος σε δημόσια διαβούλευση. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται ευθέως είναι το εξής: Παραβιάζει η μηδενική μεταναστευτική πολιτική τις βασικές αρχές του Κανονισμού ‘Δουβλίνο ΙΙΙ’;

Τυπικά, ο Κανονισμός του Δουβλίνου δεν υποχρεώνει ρητά καμία από τις χώρες, που έχουν επιλέξει να εφαρμόσουν μία αυστηρά μηδενική μεταναστευτική πολιτική, να υποδεχθούν στο έδαφός τους πρόσφυγες. Το ζήτημα που εγείρεται ωστόσο διαθέτει και πάλι μία ηθική διάσταση. Ανάγκη και ζητούμενο η ισόρροπη κατανομή του βάρους. Κάτι που πρέπει να συμβεί συνειδητά και με απόλυτη ευαισθησία. Οι επαναλαμβανόμενες απειλές με αποδέκτη την σταθερά απροετοίμαστη ελληνική κυβέρνηση και κοινωνία όσον αφορά την υποδοχή και την ακριβή καταγραφή των στοιχείων χιλιάδων ανθρώπων, εκλαμβάνονται ως κινήσεις σπασμωδικές και νευρικές στην επιεικέστερη εκδοχή τους. Αν οι απειλές πρόκειται να μετουσιωθούν σε πραγματική εκδίωξη της Ελλάδας από την ζώνη του Σένγκεν; Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα. Εκείνο που μπορεί να παρατηρηθεί και ενδεχομένως να προοικονομηθεί είναι  το γεγονός πως η υπόλοιπη Ευρώπη φαντάζει πρόθυμη εξαιτίας του πανικού της να εγκαταλείψει την ιδέα του Σένγκεν και να τερματίσει άδοξα το κεκτημένο της ελεύθερης μετακίνησης. Η ενωμένη Ευρώπη των εθνών έχει υποχρέωση να υπεραμυνθεί του πολυδιαφημισμένου δυτικού πολιτισμού, να προστατέψει τις αξίες του και να ανανεώσει την αίγλη της, με την ανακούφιση των εκτοπισμένων που έχουν άμεση ανάγκη. Η ενωμένη Ευρώπη των εθνών τείνει να μετατραπεί σε διαιρεμένη Ευρώπη των τειχών.

Η απειλή της δημόσιας ασφάλειας και ο φόβος έξαρσης της τρομοκρατίας που πλανάται πάνω από την αιματοβαμμένη σκιά του Μπατακλάν και της Ευρώπης συνολικά θα ιαθεί με γενναιότητα και αλληλεγγύη. Ποιος αλήθεια εγγυάται την διαιώνιση του νοσηρού Ισλαμικού Κράτους εάν εμπεδωθεί στους κατατρεγμένους η ιδέα μιας στοργικής και φιλεύσπλαχνης Ευρώπης; Κόντρα στους ευσεβείς μας πόθους πάραυτα, οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων ύστερα από παραίνεση της Αυστρίας, η οποία διαχρονικά επιδιώκει αυξημένη ισχύ και επιρροή στην χερσόνησο του Αίμου, αποφάσισαν από κοινού να σφραγίσουν τα σύνορά τους, να εντείνουν της ανεγέρσεις τειχών ενάντια στα ιδεώδη της ευρωπαϊκής ιδέας και στην ουσία να απομονώσουν την Ελλάδα, η οποία με την διαμορφωθείσα κατάσταση δύσκολα είναι σε θέση να διαχειριστεί επιτυχώς το δυσεπίλυτο ζήτημα. Ατυχώς η ελληνική επικράτεια θα καταστεί “αποθήκη ψυχών” όπως διατρανώνεται χαρακτηριστικά από τα αξιολάτρευτα media. Οι πρακτικές αυτές δεν συμβαδίζουν με τον φαινομενικά ανθρωπιστικό προσανατολισμό της Ευρώπης.

Τα εθνικά σύνορα αντί να κατατείνουν στην σταδιακή τους κατάργηση οχυρώνονται ολοένα και περισσότερο. Εύλογα εγείρεται ένα βαθύ υπαρξιακό ερώτημα. Μήπως τελικά το όραμα της ευρωπαϊκής ενοποίησης αποτελεί ουτοπία; Η πρόσφατη ιστορία επιβεβαιώνει. Η ευρωπαϊκή κοινότητα και όπως αυτή έχει οργανωθεί με τα τεχνοκρατικά όργανα και συμβούλια να λαμβάνουν ‘πολιτικές’ αποφάσεις για λογαριασμό των πολιτών της, έχει καταστεί μία κοινότητα η οποία δεν δείχνει να συμμερίζεται την ανάγκη για τοποθέτηση της δημοκρατίας στην περίοπτη θέση που της αξίζει. Οπωσδήποτε αναγκαίο ζητούμενο η στοιχειώδης επαναφορά της ηθικής, η οποία ως κινητήριος δύναμη θα ωθήσει την Ευρώπη ξανά στο μονοπάτι του ανθρωποκεντρικού πολιτισμού και θα την απομακρύνει από την λεωφόρο του ωφελιμισμού και της μισαλλοδοξίας. Ρεαλιστικές λύσεις υπάρχουν. Πολική βούληση ζητείται.

Για την προσφυγική – μεταναστευτική κρίση προτείνεται συμπληρωματικά: 

Δημήτρης Τσάκνης, ένας “αντισυμβατικός”  σπουδαστής Πολιτικών Επιστημών, Δ.Π.Θ.

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος