Η διαλεκτική στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

Η διαλεκτική στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία

  • |

Η διαλεκτική, η αντίληψη της εξέλιξης μέσα από αντιφάσεις που είναι σύμφυτες στην ίδια την πραγματικότητα, βρίσκεται στον πυρήνα της μαρξιστικής κοσμοθεώρησης και της μεθόδου της γνώσης. Δεν ήταν όμως προϊόν του μαρξισμού, ούτε της διαλεκτικής γερμανικής ιδεαλιστικής φιλοσοφίας που προηγήθηκε αυτού, στο πρόσωπο των Καντ, Φίχτε και Χέγκελ. Οι πρωταρχές της, όπως και εκείνες πολλών ακόμη πολύτιμων επιτεύξεων του ανθρώπινου πνεύματος, θα βρεθούν στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Χρήστος Κεφαλής*

Με τη φρεσκάδα και τη ζωντάνια της, απόρροια του γεγονότος ότι για πρώτη φορά στην Αρχαία Ελλάδα έγινε δυνατό, χάρη στο πέρασμα σε μια ανώτερη βαθμίδα της κοινωνικής ανάπτυξης, να τεθούν τα θεμελιώδη ερωτήματα για τη φύση της πραγματικότητας και της ανθρώπινης σκέψης, μπόρεσε να θέσει με σαφήνεια κρίσιμα ζητήματα της διαλεκτικής, με μεγάλη αναφορικότητα για το αν θα πρέπει να προτιμηθεί μια υλιστική ή ιδεαλιστική εκδοχή της. Στο παρόν σημείωμα θα συζητήσουμε μερικά στοιχειώδη ζητήματα της ανέλιξης της διαλεκτικής στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία που άπτονται αυτού του θέματος.

Από τον Ηράκλειτο στον Σωκράτη
Ο Ηράκλειτος υπήρξε αναμφίβολα ο θεμελιωτής της διαλεκτικής στην υλιστική της εκδοχή. Με τη ρήση του «τα πάντα ρει και ουδέν μένει» ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που ανίχνευσε την καθολικότητα της αλλαγής. Η εικόνα του του κόσμου σαν μια αιώνια ζωντανή φωτιά που ανάβει νομοτελειακά και σβήνει νομοτελειακά προδιαγράφει τις σύγχρονες κοσμολογικές αντιλήψεις της μεγάλης έκρηξης. Ο ίδιος ανίχνευσε ακόμη την πηγή της εξέλιξης στη σύμφυτη αντιφατικότητα του είναι, με την αντίληψή του για την πολικότητα και το χωρισμό του ενιαίου στα αντιθετικά του μέρη, που ο Λένιν θεωρεί την πιο ουσιώδη στιγμή της διαλεκτικής.

Αν όμως ο Ηράκλειτος έθεσε τις βάσεις της διαλεκτικής κοσμοεικόνας, δεν απάντησε στο ερώτημα: πώς αυτή η εικόνα σχηματίζεται στη διαδικασία της γνώσης, πώς το ανθρώπινο πνεύμα αναπαράγει νοητικά τις διαλεκτικές διαδικασίες της φύσης; Εδώ, όπως αναγνώρισε και ο Μαρξ στις διάσημες «Θέσεις για τον Φόιερμπαχ», η κατάδειξη της «ενεργού πλευράς» της νόησης έγινε από τον ιδεαλισμό, με έναν εξαιρετικά τεθλασμένο τρόπο που απέρρεε από την ίδια την ακατάλληλη αφετηρία του.

Ο Παρμενίδης ανακίνησε πρώτος τα ζητήματα της νοητικής αντανάκλασης του κόσμου, δίνοντας έμφαση στην ενότητα του είναι καθαυτού και στην ενότητα ανάμεσα στο είναι και τη νόηση. Ανίχνευσε έτσι ένα πυρηνικό στοιχείο της γνώσης, η ουσία της οποίας συνίσταται στην αναγνώριση των στοιχείων ενότητας ανάμεσα στις αντιθέσεις, που διατηρούνται μετασχηματιζόμενα σε κάθε διαδικασία της φύσης. Στον Παρμενίδη, ωστόσο, αυτό πήρε τη μορφή ενός υπερτονισμού της ενότητας σε βαθμό που να εξαλείφεται η αντίθεση και η αλλαγή, οδηγώντας παραπέρα σε μια αυθαίρετη συνταύτιση του είναι με τη νόηση, που αποτελεί τη βάση του φιλοσοφικού ιδεαλισμού.

Η μονομέρεια του Παρμενίδη συνδεόταν στενά με την κοινωνική οπτική του. Ως εκφραστής της δουλοκτητικής αριστοκρατίας, σε μια εποχή που η ανάπτυξη του εμπορίου υπονόμευε τις θέσεις της, επιχειρούσε να περιορίσει την αλλαγή σε ένα επιφαινόμενο, εγγυούμενος έτσι μια αιώνια κυριαρχία της σε πείσμα των αλλαγών που υπονόμευαν τις θέσεις της. Οι σοφιστές, από την άλλη, εκπρόσωποι των νέων, ανερχόμενων τάξεων, έδωσαν έμφαση στη διαφοροποίηση και τον εμπλουτισμό της ανθρώπινης ύπαρξης που συνεπάγονταν ο καταμερισμός της εργασίας και η άνοδος της χρηματικής οικονομίας. Το έκαναν αυτό, ωστόσο, με ένα τρόπο που εξάλειφε την τονισμένη από τον Παρμενίδη ενότητα του είναι, με αποτέλεσμα τον υποκειμενισμό, τον περιορισμό στο μερικό και την αδυναμία να δουν τη γνώση ως γνώση του όλου.

Ο Σωκράτης, ο κατ’ εξοχήν λαϊκός φιλόσοφος της Αρχαιότητας, ήταν εκείνος που κριτικάρισε και ξεπέρασε την αδυναμία των σοφιστών, εισάγοντας τη διαλεκτική στη μελέτη των κοινωνικών φαινομένων και επομένως και της ίδιας της νόησης. Στην κριτική του στον Θρασύμαχο, έναν αδύναμο σοφιστή, αντέταξε στους στενά ωφελιμιστικούς ισχυρισμούς του τη θέση ότι κάθε αντικείμενο, διαδικασία, κοκ, έχει οντολογικά στοιχεία, τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε μια επιτυχημένη κατανόηση και δράση. Αν ο Θρασύμαχος εκτιμούσε ως σκοπό του βοσκού την απόκτηση κέρδους, ο Σωκράτης αντέτεινε ότι ο σκοπός του βοσκού είναι να φροντίζει το κοπάδι του, και μόνο σε αυτή τη βάση μπορεί να ελπίζει σε ένα σταθερό, μακροχρόνιο όφελος. Η σωκρατική διαλεκτική έκανε έτσι το πρώτο κρίσιμο βήμα προς την αναγνώριση ότι η εργασία είναι η θεμελιώδης κοινωνική διαδικασία, θέση που παρέλαβε αργότερα ο μαρξισμός, εξάγοντας από αυτή το σχετικό χαρακτήρα δομών όπως η θρησκεία και η ιδιοκτησία ως ιστορικών αποκρυσταλλώσεων των ταξικών κοινωνιών.

Απέναντι στο απόλυτο μέτρο της ύπαρξης που ο Παρμενίδης εντόπιζε στις παραδοσιακές αξίες, αποκόβοντάς τις από το υλικό θεμέλιό τους και μετατρέποντάς τις σε υπερβατικές, αιώνιες πραγματικότητες, και την έλλειψη αντικειμενικού μέτρου των σοφιστών, ο Σωκράτης εισήγαγε έτσι ένα μεταβαλλόμενο μέτρο που οι ρίζες του βρίσκονταν στην ίδια την κοινωνική πράξη. Η οντολογική του προσέγγιση άνοιξε το δρόμο για να συζητηθούν τα ερωτήματα για το τι είναι το κράτος, η ηθική, κοκ. Ταυτόχρονα, ήταν η βάση της πολεμικής του στην αποσπασματική προσέγγιση των σοφιστών. Οι τελευταίοι, ενώ αμφισβητούσαν τις αυθεντίες, δεν υπερέβαιναν πραγματικά τη μεταφυσική, καθώς απολυτοποιούσαν το επιμέρους και η μαιευτική του Σωκράτη, αναδεικνύοντας αυτό το στοιχείο, τους έφερνε σε αδιέξοδο, εξαναγκάζοντάς τους να πέφτουν σε αντιφάσεις.

Πλάτων και Αριστοτέλης
Ο Πλάτων, αρχικά ένας οπαδός του Παρμενίδη και αδιάλλακτος εχθρός των σοφιστών, υιοθέτησε τη διαλεκτική του Σωκράτη, προσαρμόζοντάς την ταυτόχρονα στους σκοπούς της δουλοκτητικής αριστοκρατίας και συντηρητικοποιώντας την. Ωστόσο, παρά τον πεσιμισμό του, έκδηλο στη σύλληψή του της κοινωνικής εξέλιξης ως μια πορεία πτώσης από μια ιδεώδη πολιτεία στις παρακμάζουσες δημοκρατίες και τυραννίες του καιρού του, απείχε πολύ από το να επιζητά μια απλή επιστροφή στο παλιό. Η εποχή του Πλάτωνα δεν ήταν μόνο μια εποχή παρακμής και διάλυσης των πόλεων-κρατών, αλλά και μια εποχή μετάβασης σε ευρύτερες μονάδες, με κατάληξη, μέσω της Μακεδονίας, το δουλοκτητικό έθνος-κράτος της Αρχαιότητας, τη Ρώμη. Δίνοντας μια πρώτη συστηματοποίηση της διαλεκτικής, η φιλοσοφία του Πλάτωνα προπαρασκευάζει ιδεολογικά αυτή τη μετάβαση. Το κοινωνικό ιδανικό του δεν ήταν έτσι η επιστροφή σε μια ελέω Θεού αριστοκρατία, αλλά σε μια αριστοκρατία που δικαιολογεί τις ηγετικές αξιώσεις μέσω του οργανωτικού ρόλου της.

Ο Πλάτων ήταν εκείνος που αναγνώρισε τη διαφορά ανάμεσα στις απλές απόψεις, γνώμες και δοξασίες, που αναφέρονται σε τυχαίες, επιφανειακές όψεις των πραγμάτων, και τις έννοιες ή ιδέες που συλλαμβάνουν το οντολογικό. Η αντιπαράθεσή του ενός άφθαρτου, αμετάβλητου κόσμου ιδεών στον φθαρτό, μεταβαλλόμενο κόσμο των πραγμάτων, όντας το αναγκαίο αποτέλεσμα της ιδεαλιστικής του αφετηρίας, παρανοούσε αναμφίβολα τη διαδικασία της αφαίρεσης που οδηγεί στο σχηματισμό των εννοιών μέσα από το ξεχώρισμα των ουσιωδών όψεων των αντικειμένων, σε μια ανακάλυψη προϋπαρχουσών ποιοτήτων, που δεν βρίσκονται μέσα στα ίδια τα πράγματα αλλά σε ένα ιδεατό επέκεινα.

Ο Πλάτων, ωστόσο, αντιλήφθηκε τη σχολαστικότητα μιας ιδεατής κατασκευής που αποκλείει την κίνηση, ερχόμενη σε αντίθεση με όλη την εμπειρία του πραγματικού κόσμου. Στον Παρμενίδη, παρουσιάζοντας τη θεωρία του Σωκράτη για τη «μέθεξη» των ιδεών με τον αισθητό κόσμο, κάνει ένα καίριο βήμα προς τη διαλεκτική υλιστική αναγνώριση της αλληλοσύνδεσης των ιδεών, ως μιας αντανάκλασης των δεσμών ανάμεσα στα πράγματα και τις υλικές διαδικασίες.

Ο Αριστοτέλης, με τη βασικά υλιστική κριτική του στον Πλάτωνα, ενδυνάμωσε τα ρεαλιστικά, προσανατολισμένα στην αντικειμενική πραγματικότητα στοιχεία της φιλοσοφίας του, κάνοντας ωστόσο ένα βήμα πίσω σε ορισμένα σημεία αναφορικά με την αναγνώριση της διαλεκτικής υφής της. Παρ’ όλα αυτά, επιφέρει μια ουσιώδη παραπέρα πρόοδο με την αναγνώρισή του μιας εσωτερικής αρχής κίνησης σε κάθε οντότητα και τη θεμελιώδη διάκρισή του μεταξύ δυνάμει και ενεργεία. Σε αυτήν εκφράζεται η αναγνώριση ότι όχι μόνο τα αντικείμενα αλλά και οι δυναμικότητες, οι τάσεις της ανάπτυξης, έχουν ένα είδος αντικειμενικής ύπαρξης, προσεγγίζοντας έτσι τη μαρξιστική ιδέα για τη γνώση ως αναπαράσταση διαδικασιών, το θεμελιώδες μοντέλο των οποίων παρέχει η εργασία (ο Λούκατς αργότερα, στην Οντολογία του Κοινωνικού Είναι τόνισε αυτή την πλευρά). Σημαντική θεωρητική πρόοδο του Αριστοτέλη αποτέλεσε η τοποθέτηση του καθολικού μέσα στα ιδιαίτερα πράγματα, σε αντίθεση με την πλατωνική θεωρία ότι το καθολικό υπάρχει ξεχωριστά και τα ατομικά πράγματα αποτελούν απομιμήσεις του, καθώς και η αντίληψή του για την ενότητα ύλης και μορφής και η διάκριση ανάμεσα σε ποσοτικές (αύξηση και φθορά) και τις ποιοτικές αλλαγές. Το ότι αυτές οι πρόοδοι στον Αριστοτέλη δεν διαρρηγνύουν οριστικά το θεολογικό πλαίσιο και θολώνονται από την τελεολογία δεν αναιρεί την τεράστια αξία τους, αν και συνδέεται στενά με τη μετέπειτα σχολαστική, μεσαιωνική παρερμηνεία του.

Δημόκριτος και Επίκουρος
Παράλληλα με τη διαλεκτική ιδεαλιστική οντολογία και θεωρία της γνώσης, αναπτύσσονται επίσης τα μεγάλα υλιστικά συστήματα του Δημόκριτου και του Επίκουρου, που επισφραγίζουν την αρχαία ελληνική φιλοσοφία.

Ο Δημόκριτος επεξεργάστηκε με ακριβή τρόπο τις βάσεις της φυσικοεπιστημονικής θεώρησης, οικοδομώντας μια εικόνα του κόσμου η οποία στα ουσιώδη προσεγγίζει την ολοκλήρωση της κλασικής φυσικής στο 19ο αιώνα. Σε αντίθεση με το «σκοτεινό» φιλοσοφικό πνεύμα του Ηράκλειτου, έδωσε έμφαση στην αναπαράσταση της δομής της ύλης, ως βάση για την κατανόηση των φυσικών φαινομένων. Τα άτομα και το κενό, η ελεύθερη κίνηση σε ευθεία γραμμή, η απώθηση (και η έλξη) κατά την αλληλεπίδραση ήταν τα απλούστατα δομικά στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε να παραχθεί ο τεράστιος πλούτος των φυσικών φαινομένων. Αυτή η κοσμοεικόνα, ωστόσο, ενώ περιλάμβανε την αναγκαιότητα και το νομοειδή ντετερμινισμό των φαινομένων, παρά τη διαλεκτική τάση της, έμενε ακόμη δέσμια σε μια μηχανιστική οπτική, που αδυνατούσε να εξηγήσει την ποιοτική αλλαγή, ανιχνεύοντας τις βάσεις της μέσα στο ίδιο το είναι.

Με την εισαγωγή της αυθόρμητης παρέκκλισης των ατόμων από την ευθεία γραμμή, ο Επίκουρος εξάλειψε την αδυναμία του υλισμού του Δημόκριτου. Όπως αναγνώρισε και ο ιδεαλιστής, χεγκελιανός ακόμη νεαρός Μαρξ στη διδακτορική του διατριβή, απέδειξε τη δυνατότητα ενός συνεπούς υλισμού που θα αγκαλιάζει το σύνολο των φυσικών φαινομένων, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικές, υπερβατικές αρχές. Ο Επίκουρος συμπλήρωσε έτσι την κοσμολογική ηρακλείτεια αναγνώριση της αντιφατικότητας με μια αναγνώριση της αντιφατικότητας στα ελάχιστα συστατικά της ύλης. Το αποτέλεσμα ήταν μια αθεϊστική κοσμοθεώρηση, που εξοβέλιζε τους θεούς στα διάκενα των κόσμων, καταφέροντας ένα θανάσιμο πλήγμα στη θεολογία και στον κυρίαρχο σκοταδισμό της εποχής.

Η επικούρεια παρέκκλιση δέχτηκε τις οξείες επιθέσεις συντηρητικών και θεολογικών στοχαστών της Αρχαιότητας, από τον Κικέρωνα και τον Πλούταρχο ως τον Αυγουστίνο. Βρήκε όμως λαμπρή επιβεβαίωση από την κβαντική επανάσταση του 20ού αιώνα, στις σχέσεις απροσδιοριστίας και τα ιδιόμορφα φαινόμενα του μικρόκοσμου, που παραβιάζουν τη μηχανιστική αιτιοκρατία (κβαντικά άλματα και διακυμάνσεις, φαινόμενο σήραγγας, κ.ά.). Δίκαια ο Λουκρήτιος, ο επιφανής μαθητής και συνεχιστής του, αναγνώρισε στον Επίκουρο τον μεγάλο διαφωτιστή που ύψωσε το ανάστημά του ενάντια στο φόβο και τη δεισιδαιμονία.

Με τη φιλοσοφία του Επίκουρου ολοκληρώνεται ο κύκλος από τον υλισμό του Ηράκλειτου μέσω του ιδεαλισμού του Πλάτωνα και της υπονόμευσής του από τον Αριστοτέλη, σε έναν ανώτερο, διαλεκτικά εκλεπτυσμένο υλισμό. Είναι βασικά ο ίδιος κύκλος που επαναλήφθηκε αργότερα με το πέρασμα από τον υλισμό των Γάλλων εγκυκλοπαιδιστών στην ιδεαλιστική διαλεκτική των Καντ, Φίχτε και Χέγκελ και την υλιστική αντιστροφή της, με το ενδιάμεσο του Φόιερμπαχ, από τον Μαρξ.

Με τα επιτεύγματα και τη διαρκή ανοδική πορεία της, πέρα από τη θεωρητική της σημασία, σε εποχές κρίσης όπως η τωρινή η διαλεκτική αρχαία ελληνική φιλοσοφία δίνει πλούσιες αφορμές στην αναζήτηση μιας παραγωγικής ανθρώπινης πράξης, που θα υπερβαίνει τα αδιέξοδα του παρηκμασμένου καπιταλισμού.

*O Χρήστος Κεφαλής είναι συγγραφέας, μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Οι Πολωνοί Κομμουνιστές Απέναντι στον Στάλιν από τις εκδόσεις Redmarks.

efsyn.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.