Πώς µπορούµε να πληµµυρίσουµε ξανά τους δρόµους;
Ο ιµπεριαλιστικός πόλεµος των ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν και τον Λίβανο, η γενοκτονία στη Γάζα και τη Δ. Όχθη και η επικίνδυνη συµµετοχή της ελληνικής κυβέρνησης, συνεχίζονται µε αµείωτο ρυθµό. Ανθρώπινες ζωές χάνονται καθηµερινά, ζωτικές υποδοµές καταστρέφονται, στο βωµό γεωπολιτικών ανταγωνισµών και οικονοµικών αδιεξόδων των κυρίαρχων του πλανήτη.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση προσαρµόζεται ταχύτατα σε αυτό το ζοφερό τοπίο. Πέρα από τη µεταφορά τεράστιων δηµόσιων πόρων από τις κοινωνικές ανάγκες και την περιβαλλοντική προστασία στην πολεµική βιοµηχανία, η αντιδραστική στροφή της ΕΕ εντείνει το κλίµα µιλιταρισµού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπως και την επίθεση στα κοινωνικά δικαιώµατα και τις δηµοκρατικές ελευθερίες.
Σπύρος Αντωνίου
Απέναντι στα «πατριωτικά ιδεώδη», τους εξοπλισµούς της φρίκης και την πολεµική εµπλοκή, απαιτείται µαζικό αντιπολεµικό κίνηµα, που θα αντιτάξει δυναµικά, µεταξύ άλλων, το να σπάσει ο πολεµοχαρής άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και να κλείσουν οι βάσεις του ΝΑΤΟ. Διεκδικώντας αυξήσεις στους µισθούς και τις συντάξεις, λεφτά για υγεία και παιδεία-όχι για οπλικά συστήµατα.
Το αντιπολεµικό κίνηµα στην Ελλάδα έχει βαθιές ρίζες και µια ιδιαίτερη µαχητική παράδοση. Η εναντίωση προς τις διεθνείς συµµαχίες (ΝΑΤΟ, ΗΠΑ) του ελληνικού καπιταλισµού και η καταδίκη των διαχρονικών κυβερνητικών επιλογών, το καθιστά ιδιαίτερα πολιτικοποιηµένο. Από τη δεκαετία του ‹90 µέχρι σήµερα, οι δρόµοι της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης έχουν «βουλιάξει» αρκετές φορές. Στις αρχές του 21ου αιώνα, εκατοµµύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσµο πληµµύρισαν τις λεωφόρους για να διαµαρτυρηθούν ενάντια στην εισβολή στο Ιράκ. Ήταν η µεγαλύτερη ταυτόχρονη διαδήλωση στην ανθρώπινη ιστορία.
Σήµερα, παρά το γεγονός ότι η υφήλιος φλέγεται από την Ουκρανία και τη Γάζα µέχρι το Ιράν και το Σουδάν, οι δρόµοι των δυτικών µεγαλουπόλεων παραµένουν, συγκριτικά, ήρεµοι. Η υποχώρηση του αντιπολεµικού κινήµατος είναι το αποτέλεσµα µιας σύνθετης αλληλεπίδρασης γεωπολιτικών, κοινωνικών και -κυρίως- πολιτικών παραγόντων.
Πόλεµος στον Κόλπο
(1990-1991)
Με την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και την επέµβαση των ΗΠΑ, η Ελλάδα είδε τις πρώτες µεγάλες αντιπολεµικές διαδηλώσεις της νέας εποχής. Ο νεοφιλελευθερισµός σάρωνε παγκοσµίως, τα καθεστώτα του λεγόµενου «υπαρκτού» κατέρρεαν και τα ιδεολογήµατα περί του «τέλους της ιστορίας» καθοδηγούσαν την πολιτική του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, που προωθεί την πλήρη ταύτιση µε τα ιµπεριαλιστικά συµφέροντα των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ.
Τον Αύγουστο του 1990, µε το ξεκίνηµα των στρατιωτικών προετοιµασιών για τον πρώτο πόλεµο του Κόλπου, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδέχτηκε τη συµµετοχή της στην ιµπεριαλιστική εξόρµηση, µε τη Φρεγάτα «Λήµνος» να αναχωρεί τον Σεπτέµβρη για την Ερυθρά Θάλασσα και να παίρνει µέρος στην επιχείρηση «Ασπίδα της Ερήµου», ως τις 5 Νοεµβρίου 1990, όταν και τη θέση της πήρε η φρεγάτα «Έλλη». Οι µητέρες των ναυτών διοργανώνουν συγκέντρωση διαµαρτυρίας στο Ναύσταθµο της Σαλαµίνας, µε σύνθηµα «Όχι το Λήµνος στον Περσικό».
Η νέα ηµεροµηνία αναχώρησης της φρεγάτας «Λήµνος» για τον Περσικό, στις 9 Γενάρη του 1991, συµπίπτει µε την ηµέρα που πραγµατοποιούνται µεγάλα συλλαλητήρια, για τη δολοφονία Τεµπονέρα. Την ίδια µέρα θα γίνει και αντιπολεµική συγκέντρωση στο Ναύσταθµο της Σαλαµίνας, µε πρωτοβουλία της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
Με επιστολή τους στον Τύπο, οι µητέρες των ναυτών προσπαθούν να αποτρέψουν και πάλι την αποστολή: «Ζητάµε από την ελληνική κυβέρνηση να µη φύγει το Λήµνος για τον Περσικό». Στις 10 Γενάρη οι διαδηλωτές στην Αθήνα ξεπερνούν τους 100.000 και στήνονται οδοφράγµατα. Τα χηµικά της ΕΛΑΣ πέφτουν µέσα στο κατάστηµα «Μαρούσης» µε αποτέλεσµα να καούν 4 άνθρωποι.
Τα ξηµερώµατα της 17ης Γενάρη 1991, η Βαγδάτη βοµβαρδιζόταν µε πυραύλους «Τόµαχοουκ». Είχε ξεκινήσει ο πρώτος πόλεµος του Κόλπου, έχοντας ως αφορµή την εισβολή ιρακινών στρατευµάτων στο Κουβέιτ τον Αύγουστο του 1990. Ήταν ο πόλεµος που αντιπροσώπευε την εποχή της παγκόσµιας κυριαρχίας του αµερικανικού ιµπεριαλισµού, όπως αυτή είχε διαµορφωθεί από το 1989 και έπειτα. Και σε αυτή την εποχή των καινούργιων «διευθετήσεων», ο ελληνικός καπιταλισµός διεκδικούσε αναβαθµισµένο ρόλο στη Μέση Ανατολή και στα Βαλκάνια.
Στα αντιπολεµικά συλλαλητήρια στις 17 και 24/1, ενάντια στον πόλεµο και την ελληνική συµµετοχή, µαζί µε τις µητέρες των ναυτών από τις φρεγάτες «Έλλη» και «Λήµνος», συµµετέχουν και τα µπλοκ των καταληψιών. Το «να µη φύγουν οι φρεγάτες» γίνεται µέρος των µαθητικών αιτηµάτων στις καταλήψεις. Στις κατειληµµένες σχολές οργανώνονται εκδηλώσεις ενάντια στον πόλεµο µε τη συµµετοχή αντιρρησιών συνείδησης. Η ίδια κυβέρνηση που δολοφονεί αγωνιστές, συµµετέχει στη σφαγή γυναικόπαιδων στο Ιράκ. Το «κάτω η κυβέρνηση των δολοφόνων», γίνεται καθολικό αίτηµα.
Νατοϊκοί βοµβαρδισµοί στη Γιουγκοσλαβία (1999)
Ακόµα µια έντονη περίοδος για το αντιπολεµικό κίνηµα στην Ελλάδα. Η κοινή γνώµη ήταν συντριπτικά (άνω του 90%) κατά των βοµβαρδισµών, που στόχο είχε την ανατροπή του καθεστώτος Μιλόσεβιτς και την αναδιάταξη του χάρτη των Βαλκανίων. Η συναυλία στο Σύνταγµα, στις 26 Απρίλη, έµεινε στην ιστορία ως µία από τις µεγαλύτερες αντιπολεµικές συγκεντρώσεις στην Αθήνα, µε χιλιάδες κόσµου να δίνουν το παρών.
Στη Θεσσαλονίκη, διαδηλωτές και λιµενεργάτες προσπάθησαν να εµποδίσουν τη διέλευση νατοϊκών κοµβόι που κατευθύνονταν προς τα Βαλκάνια µέσω του λιµανιού της Θεσσαλονίκης ή το σιδηρόδροµο. Κατά την επίσκεψη του Μπιλ Κλίντον στην Αθήνα τον Νοέµβριο του 1999, έγιναν σφοδρές συγκρούσεις µε την αστυνοµία και συµβολικές «δίκες» για εγκλήµατα πολέµου.
Αφγανιστάν (2001)
Μετά την επίθεση στους Δίδυµους Πύργους, ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζ. Μπους Τζούνιορ κήρυξε τον πόλεµο στο Αφγανιστάν, στο πλαίσιο του «πολέµου ενάντια στην τροµοκρατία». Το κλίκα τροµοϋστερίας που καλλιεργούσαν τα επιτελεία των κρατούντων και τα συστηµικά ΜΜΕ, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αποκρουστεί.
Αν και η κινητοποίηση για το Αφγανιστάν το 2001 συχνά «σκιάζεται» ιστορικά από την τεράστια έκρηξη του 2003 για το Ιράκ, αποτέλεσε τον συνδετικό κρίκο και τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το µετέπειτα παγκόσµιο κίνηµα. Ένα πολύµορφο κίνηµα που «έσπασε» την κοινωνική συναίνεση ακόµη και µέσα στην καρδιά της ιµπεριαλιστικής µµητρόπολης, των ίδιων των ΗΠΑ.
Στην Ελλάδα, η κοινή γνώµη προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάµεσα στο σοκ των επιθέσεων της 11ης Σεπτεµβρίου και στην παραδοσιακή της αντίθεση στις στρατιωτικές επεµβάσεις των ΗΠΑ. Μόλις ξεκίνησαν οι βοµβαρδισµοί στο Αφγανιστάν (7 Οκτωβρίου 2001), τα αντανακλαστικά ήταν άµεσα. Λίγες µέρες µετά την έναρξη των επιχειρήσεων, χιλιάδες διαδηλωτές (κυρίως από την Αριστερά και φοιτητικούς συλλόγους) βάδισαν προς την πρεσβεία των ΗΠΑ στην Αθήνα, µε σύνθηµα «Όχι στον πόλεµο των πολιτισµών».
Σε µια περίοδο που η διεθνής ρητορική ήταν «ή µαζί µας ή µε τους τροµοκράτες», ήταν εξαιρετικά εύκολη η διολίσθηση σε λογικές «ίσων αποστάσεων», όπως του τότε Συνασπισµού. Είναι ενδιαφέρον ότι τότε στην Ελλάδα υπήρχε και µια µεγάλη συζήτηση για το αν η χώρα θα έπρεπε να στείλει στρατεύµατα (την ISAF) στο Αφγανιστάν, κάτι που επίσης τροφοδότησε πολλές πορείες.
Το «καυτό» 2003
Στις 15 Φεβρουαρίου 2003, πραγµατοποιήθηκε µια συντονισµένη ηµέρα αντιπολεµικών διαδηλώσεων σε όλο τον κόσµο, κατά την οποία άνθρωποι σε περισσότερες από 600 πόλεις εξέφρασαν την αντίθεσή τους στην επικείµενη ιµπεριαλιστική εισβολή στο Ιράκ. Η ηµέρα αυτή χαρακτηρίστηκε από τους ερευνητές κοινωνικών κινηµάτων και το διεθνή Τύπο της εποχής ως «το µεγαλύτερο γεγονός διαµαρτυρίας στην ανθρώπινη ιστορία».
Σύµφωνα µε το BBC, έξι έως δέκα εκατοµµύρια άνθρωποι συµµετείχαν σε διαδηλώσεις σε έως και εξήντα χώρες του κόσµου το Σαββατοκύριακο 15 και 16 Φεβρουαρίου 2003. Οι µεγαλύτερες διαδηλώσεις έγιναν στην Ευρώπη. Τρία εκατοµµύρια στη Ρώµη και 1,5 εκατ. στη Μαδρίτη, βγήκαν στους δρόµους ενάντια στην επικείµενη εισβολή στο Ιράκ. Στην Αθήνα πάνω από 150.000 άνθρωποι (κάποιες εκτιµήσεις µιλούσαν για 200.000) κατέκλυσαν το κέντρο. Δεν ήταν µόνο οι «συνήθεις ύποπτοι» πολιτικοί χώροι. Στο δρόµο χιλιάδες µαθητές, ολόκληρες οικογένειες και συνδικάτα.
Στις 28/2 σχολεία και πανεπιστήµια έκλεισαν µε αντιπολεµική πανεκπαιδευτική απεργία. Ακολούθησαν διαδηλώσεις στο Πεντάγωνο και τη βάση της Σούδας και του Άκτιου, ενάντια στην ελληνική εµπλοκή και τις διευκολύνσεις προς τη «συµµαχία των προθύµων» που ετοιµαζόταν να αιµατοκυλίσει µετά το Αφγανιστάν και το Ιράκ.
Με την έναρξη του πολέµου στο Ιράκ, στις 20/3, χιλιάδες µαθητές κατέλαβαν τα σχολεία τους µε αντιπολεµικά αιτήµατα, κάτι που έδωσε µια φρέσκια, ορµητική ενέργεια στις διαδηλώσεις. ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ κηρύσσουν στάση εργασίας ενάντια στον πόλεµο στις 21 Μάρτη και οι δρόµοι γεµίζουν και πάλι, µε αντιπολεµικές ιαχές. Στις 29/3 θα πραγµατοποιηθεί αντιπολεµική συναυλία µε τη συµµετοχή πολλών καλλιτεχνών και µουσικών συγκροτηµάτων, που µετατρέπεται σε µια τεράστια µουσική συγκέντρωση.
Οι πορείες της εποχής προς την αµερικανική πρεσβεία, µε ενδιάµεση στάση τα γραφεία της ΕΕ και τη βρετανική πρεσβεία (του στενού φίλου των ΗΠΑ, Τ. Μπλερ), θα µείνουν στην ιστορία για τη µαζικότητα και το δυναµισµό τους. Οι στιγµές αυτές διαµόρφωσαν τη συλλογική µνήµη µιας ολόκληρης γενιάς. Για πρώτη φορά, η Αριστερά, τα συνδικάτα και οι καλλιτέχνες µιλούσαν την ίδια γλώσσα.
Ο διεθνισµός είχε κάνει «step up», όπως θα λέγαµε σήµερα. Υπήρχε η αίσθηση ότι «είµαστε µέρος κάτι µεγαλύτερου» (του παγκόσµιου κινήµατος). Το διεθνές κίνηµα κατόρθωσε να συνεννοηθεί και να οργανώσει συντονισµένες αντιπολεµικές διαδηλώσεις, πρωτοφανούς µεγέθους. Παρόλο που δεν έφτασαν για να σταµατήσουν τον πόλεµο, το κίνηµα ύψωσε το δικό του ανάστηµα, αµφισβήτησε την κυριαρχία των «από πάνω» και έπεισε εκατοµµύρια ότι η µόνη πραγµατική υπερδύναµη είναι οι λαοί.
Οι αναφορές των εφηµερίδων της εποχής, υπερτονίζουν τη σηµασία του ίντερνετ στην επιτυχία της 15 Φλεβάρη. Παρά τη συµβολή του νέου µέσου στην επιτυχία της παγκόσµιας κινητοποίησης, καθοριστική ήταν η δράση «από τα κάτω» χιλιάδων ακτιβιστών, κινηµατικών δικτύων, συνδικάτων, οργανώσεων και κοµµάτων της Αριστεράς. Και ειδικά των δυνάµεων που είχαν βρεθεί στην πρώτη γραµµή του διεθνούς κινήµατος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσµιοποίηση, µε τις εµβληµατικές µέρες δράσης στο Σιάτλ το 1999, την Πράγα το 2000, τη Γένοβα το 2021 και κεντρικό σύνθηµα το «ένας άλλος κόσµος είναι εφικτός»!
Οι παραπάνω εµπειρίες υπήρξαν επίσης κοµβικές για την κουλτούρα της ριζοσπαστικής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, στην Ελλάδα. Μια κουλτούρα διαλόγου και σεβασµού στην διαφορετική άποψη µέσα από τη σύνθεση. Μια κουλτούρα κοινής δράσης και διαλεκτικής σχέσης των κινηµάτων µε το πολιτικό υποκείµενο. Πάντα µαζί µε το αίτηµα για την ενότητα της Αριστεράς (και) στο πολιτικό πεδίο.
Ένας από τους πιο σηµαντικούς σταθµούς σε αυτή την διαδροµή υπήρξε και η δράση του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουµ ιδιαίτερα κατά το εξάµηνο της ελληνικής προεδρίας της ΕΕ το 2003. Οι δυνάµεις που συγκρότησαν τον πρώτο ΣΥΡΙΖΑ έκαναν τα πρώτα κοινά τους βήµατα µέσα σε αυτές τις διεργασίες.
Σήµερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, µπροστά στις µεγάλες προκλήσεις, χρειάζεται να διδαχθούµε από τα θετικά στοιχεία του 2003. Τόσο για τον τρόπο αποτελεσµατικής δράσης ενάντια στον πόλεµο, όσο και για τη µεθοδολογία ανασυγκρότησης της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.
Ουκρανία-Γάζα
Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δίχασε αρχικά το παραδοσιακό αντιπολεµικό κίνηµα ως προς τα αίτια, αλλά οι κινητοποιήσεις για την ειρήνη παρέµειναν παρούσες. Πραγµατοποιήθηκαν συναυλίες στα Προπύλαια και πορείες προς τις πρεσβείες της Ρωσίας και των ΗΠΑ, µε κεντρικό αίτηµα την απεµπλοκή της Ελλάδας από την παροχή στρατιωτικού εξοπλισµού.
Η υπόθεση της Παλαιστίνης, µε τη θηριωδία στη Γάζα, αναζωπύρωσε το αντιπολεµικό αίσθηµα και διαµόρφωσε ένα νέο δυναµικό αγωνιστών/τριών. Οι µαζικές πορείες προς την ισραηλινή και την αµερικανική πρεσβεία, µε έντονη συµµετοχή της νεολαίας, απαιτώντας «Λευτεριά στην Παλαιστίνη» και καµία συνεργασία µε το κράτος-τροµοκράτη, αν και πιο αραιές πλέον, είχαν και έχουν τη σηµασία τους. Όπως και µια σειρά ακτιβισµών σε εµπορικά και τουριστικά λιµάνια, έξω από τον διαγωνισµό της Eurovision, η πανελλαδική ηµέρα δράσης στις 10/8/2025. Γεγονότα που διέδωσαν δυνατά το µήνυµα του «όχι στο όνοµα µας».
Γιατί υποχώρηση;
Σε έναν κόσµο που το αδιανόητο έχει γίνει ρουτίνα, το «διεθνές δίκαιο» έχει µετατραπεί σε «κουρελόχαρτο» και η απειλή ενός γενικευµένου πολέµου είναι ορατή, το αντιπολεµικό κίνηµα βρίσκεται σε υποχώρηση και στην Ελλάδα και διεθνώς. Εµφανίζεται µεν, αλλά σίγουρα όχι µε το µέγεθος των κινητοποιήσεων που απαιτεί η περίοδος. Το «γιατί» δεν έχει µια απλοϊκή απάντηση.
Το «τραύµα» του 2003 (και η απογοήτευση από τον κύκλο αγώνων 2010-15) παραµένει ζωντανό. Παρά τη µαζικότητα των διαδηλώσεων, οι κυβερνήσεις αγνόησαν τη λαϊκή βούληση και προχώρησαν στον πόλεµο. Αυτή η εµπειρία δηµιούργησε ένα αίσθηµα µαταιότητας.
Στον πόλεµο του Βιετνάµ ή του Ιράκ, τα στρατόπεδα ήταν συχνά πιο ευδιάκριτα. Σήµερα, οι συγκρούσεις είναι πολυπολικές και οι προπαγανδιστικοί µηχανισµοί πιο εξελιγµένοι. Η δικαιολόγηση της ιµπεριαλιστικής ωµότητας και η ισλαµοφοβία, έχουν απογειωθεί στην προσχηµατική ρητορική κρατικών αξιωµατούχων, στρατοκρατών και δουλικών δηµοσιογράφων ή διανοούµενων.
Η διεθνής Αριστερά, παραδοσιακός φορέας του αντιπολεµικού λόγου, βρίσκεται συχνά διχασµένη ανάµεσα στην καταδίκη του δυτικού ιµπεριαλισµού και την ανάγκη αντιµετώπισης αυταρχικών καθεστώτων. Αυτή η σύγχυση «µουδιάζει» τα αντανακλαστικά της κοινωνίας. Το ίδιο αρνητικά επιδρούν και λαθεµένες αντιλήψεις για το ρόλο των «καλών καπιταλιστών», στη Μόσχα ή το Πεκίνο.
Η συνεχής ροή εικόνων καταστροφής µέσω των social media έχει οδηγήσει σε έναν ιδιότυπο εθισµό στη βία. Ο πόλεµος έχει πάψει να θεωρείται «έκτακτο γεγονός» και έχει µετατραπεί σε µια θλιβερή κανονικότητα. Η οικονοµική ανασφάλεια, ο πληθωρισµός και η ενεργειακή κρίση έχουν τη δική τους επίδραση. Η πάλη για την επιβίωση στο σπίτι συχνά εκτοπίζει την αλληλεγγύη για όσους πεθαίνουν σε µακρινά µέτωπα.
Το βάρος της επίθεσης του συστήµατος και όλων των παραπάνω λόγων, σίγουρα εµποδίζουν την επανεµφάνιση ενός πολύ ισχυρού αντιπολεµικού κινήµατος. Είναι όµως η µισή αλήθεια. Η άλλη µισή είναι πολιτική: η αποδυνάµωση των κοινωνικών και πολιτικών οργανώσεων της Αριστεράς. Οι δεσµοί της µε τον κόσµο της εργασίας, που έχουν ατονήσει. Η σηµερινή κατάσταση των σωµατείων και των πολιτικών οργανώσεων και η µετατόπιση του ιδεολογικού και πολιτικού άξονα δεξιότερα. Τα αντιπολεµικά κινήµατα ανθίζουν πιο εύκολα σε συνθήκες γενικευµένης κινηµατικής ανάτασης, που χτίζουν την αυτοπεποίθηση των ανθρώπων να αγωνιστούν για µια άλλη κοινωνία, χωρίς πολέµους, εκµετάλλευση και καταπίεση.
Ο ρόλος της Αριστεράς στη συγκρότηση και την εξέλιξη του αντιπολεµικού κινήµατος υπήρξε ιστορικά καθοριστικός, λειτουργώντας ως ο βασικός ιδεολογικός και οργανωτικός καταλύτης. Αυτή είναι που µπορεί να µπολιάσει τις συνειδήσεις των ανθρώπων, υπενθυµίζοντας ότι η πάλη για την ειρήνη συνδέεται µε τον αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Ότι ο πόλεµος είναι η οδυνηρή έκφραση των ιµπεριαλιστικών ανταγωνισµών και της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η αποδόµηση της κρατικής προπαγάνδας, η ανάδειξη της ταξικής διάστασης του πολέµου (οι φτωχοί είναι αυτοί που θυσιάζονται στα πεδία των µαχών για τα συµφέροντα της κυρίαρχης τάξης), σπάζοντας τα δεσµά του εθνικισµού και καλλιεργώντας τη φιλία µεταξύ των λαών, είναι γραµµένα στις αντιµιλιταριστικές σηµαίες των καλύτερων παραδόσεών της.
Ανάταξη
Για να αναγεννηθεί το αντιπολεµικό κίνηµα, δεν αρκεί να αναπολούµε τις δόξες του παρελθόντος. Χρειάζεται µια νέα στρατηγική που να συνδέει τον αντιπολεµικό-αντιιµπεριαλιστικό αγώνα, µε την πάλη ενάντια στην κυβέρνηση της ΝΔ και την αστική οµοφωνία. Με επεξεργασµένο ιδεολογικό εξοπλισµό και αναβαθµισµένη δράση.
Η δύναµη του κινήµατος βρίσκεται στην κοινωνική κινητοποίηση που γίνεται «ενοχλητική». Συνδικάτα, φοιτητικοί σύλλογοι, τοπικές συλλογικότητες, καλλιτέχνες και η Αριστερά χρειάζεται να συναντηθούν σε µαχητικές-ενωτικές δράσεις. Σε πορείες, ακτιβισµούς και εκδηλώσεις ενηµέρωσης. Η άρνηση συµµετοχής στην πολεµική µηχανή (π.χ. λιµενεργάτες που αρνούνται να φορτώσουν όπλα) είναι µια µορφή άµεσης δράσης που έχει πραγµατικό αποτέλεσµα. Με διεθνιστική αλληλεγγύη στους αγωνιζόµενους λαούς και καταδίκη κάθε βίαιης εισβολής.
Την εποχή των fake news, η εκπαίδευση γύρω από τα αίτια των πολέµων είναι απαραίτητη. Το κίνηµα καλείται να χτίσει δικά του δίκτυα πληροφόρησης που θα αναδεικνύουν τις φωνές των θυµάτων µέσα στις εµπόλεµες ζώνες και τις πραγµατικές αιτίες των συγκρούσεων: την εκµετάλλευση πόρων, την ιµπεριαλιστική κυριαρχία, τις καπιταλιστικές κρίσεις, την ελληνική συµµετοχή. Με επεξήγηση ότι οι πολεµικές συγκρούσεις τροφοδοτούν τον πληθωρισµό, πλήττοντας κυρίως τα λαϊκά στρώµατα.
Βέβαια για όλα αυτά χρειαζόµαστε µια ισχυρή Αριστερά, ανεξάρτητη από την απάτη του «εθνικού συµφέροντος», που θα ενοποιεί τα επιµέρους κινήµατα και θα πολιτικοποιεί το αίτηµα για ειρήνη. Το σύνθηµα «λεφτά για την Παιδεία και την Υγεία, όχι για του πολέµου τα σφαγεία» είναι πιο επίκαιρο από ποτέ. Πρέπει να αναδειχθεί ότι οι εξωφρενικοί εξοπλιστικοί προϋπολογισµοί στερούν πολύτιµους πόρους από το κοινωνικό κράτος και την αντιµετώπιση της κλιµατικής κρίσης.
Ο πόλεµος δεν είναι µόνο ανθρωπιστική καταστροφή, είναι και ταξική επίθεση στους εργαζόµενους της ίδιας της χώρας που τον διεξάγει. Όπως το κυνήγι της ICE του Τραµπ. Όπως το «τα κεφάλια µέσα» γιατί τώρα έχουµε πόλεµο, που καλλιεργεί η δική µας κυβέρνηση στην απαίτηση για αυξήσεις µισθών και κοινωνικές κατοικίες.
Η ιστορία διδάσκει ότι η οργή των λαών µπορεί να αργεί, αλλά όταν ξεσπά, γίνεται χείµαρρος. Η πρόκληση των καιρών µας είναι να µετατρέψουµε το «µούδιασµα» σε συνειδητή δράση, υπενθυµίζοντας ότι η κίνηση των απλών ανθρώπων είναι το µοναδικό όπλο που µπορεί να σιγήσει τα κανόνια και να γκρεµίσει κάθε βεβαιότητα.
https://rproject.gr/article/i-krisi-toy-antipoleuikoy-kiniuatos









Σχόλια (0)