Τµήµα της παρέµβασης της ΔΕΑ, στη σχετική συζήτηση που οργάνωσαν οι Αναµέτρηση, ΑΠΟ, ΔΕΑ, Μετάβαση, Ξεκίνηµα
Ο κόσµος µας βοµβαρδίζεται από µεγάλα γεγονότα.
Η σφαγή στη Γάζα, το σχέδιο µιας «ειρήνευσης» της Παλαιστίνης – χωρίς τους Παλαιστίνιους, υπό την καθοδήγηση ενός Συµβουλίου Ειρήνης (που µοιάζει µε έναν ιδιωτικοποιηµένο υπό τον Τραµπ µίνι ΟΗΕ), η επίθεση στη Βενεζουέλα αλλά και ο συµβιβασµός και η ευθυγράµµιση µε τους Αµερικανούς ενός µεγάλου µέρους του Μπολιβαριανού καθεστώτος, η πολεµική επίθεση στο Ιράν, µε φανερό στόχο την επιβολή του σχεδίου «νέα Μέση Ανατολή», µε κέντρο το Μεγάλο Ισραήλ και τη συµµαχία του µε τις Αραβικές Μοναρχίες, είναι καθοριστικά γεγονότα.
Σε αυτά ξεχωρίζει η προφανής στροφή της Δύσης στην επιθετική πολιτική επιβολής δια της πολεµικής ισχύος, µε πρωτοπορία τις πολεµικές µηχανές των ΗΠΑ και του Ισραήλ.
Όµως, είναι εξίσου προφανής και η «άψογη» στάση της Ρωσίας και της Κίνας, που δεν µπορεί να περιγραφτεί αλλιώς, παρά ως αναζήτηση σηµείων συµβιβασµού και µιας νέας συνεννόησης µε την αµερικανική επιθετικότητα.
Η σηµερινή στάση της Ρωσίας και της Κίνας δεν αντέχει σε καµµιά σύγκριση µε τη στάση τους σε παλιότερες «στιγµές» διεθνούς κρίσης. Η διατήρηση των στενών οικονοµικών, διπλωµατικών, ακόµα και στρατιωτικών σχέσεων µε το κράτος–χασάπη της Μ. Ανατολής, µε το Ισραήλ του Νετανιάχου, δεν αφήνει περιθώρια αµφιβολιών.
Η µεν Κίνα επιδιώκει την ταχύτερη εφικτή επιστροφή σε συνθήκες «κανονικότητας» της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης, φροντίζοντας να αποφύγει µια εδώ και τώρα κλιµάκωση της αντιπαράθεσης.
Η δε Ρωσία του Πούτιν, πάει ένα βήµα παρακάτω. Ανοίγοντας τον απευθείας διάλογο µε τις ΗΠΑ του Τραµπ, επιδιώκει έναν αµοιβαία επωφελή συµβιβασµό, βάζοντας στη µια άκρη της ζυγαριάς τα δώσε- πάρε στην Ουκρανία και στην Αρκτική, ενώ στην άλλη τοποθετεί το λεσε φαιρ – λεσε πασέ προς τους Αµερικανούς στη Λ. Αµερική και στη Μ. Ανατολή.
Ο κυνισµός ξεχειλίζει τόσο φανερά, που στον διεθνή Τύπο εµφανίστηκε αρθρογραφία που κάνει λόγο για διαδικασίες προς µια «νέα Γιάλτα». Δεν συµφωνούµε. Η Γιάλτα ήταν µια συνεκτική συµφωνία, που δέσµευε τις Μεγάλες Δυνάµεις µιας άλλης εποχής, σε µια πειθαρχηµένη ανταγωνιστική «σταθερότητα» µακράς περιόδου. Τα σηµερινά φαινόµενα λογοδοτούν περισσότερο σε συνθήκες χάους και κενών «διακυβέρνησης» που έχουν εγκατασταθεί στις διεθνείς σχέσεις .
Προκύπτουν 3 µείζονα ερωτήµατα:
1) Τι έχει συµβεί στον διεθνή καπιταλισµό και στην ιµπεριαλιστική αλυσίδα;
2) Ποιος είναι ο πραγµατικός συσχετισµός στο εσωτερικό της;
3) Ποια στάση πρέπει να κρατήσει το κίνηµα και η Αριστερά;
Στο πρώτο ερώτηµα, οφείλουµε να ξεχωρίσουµε 4 σηµεία:
Α) Η κρίση του 2008, η µεγαλύτερη στην ιστορία του καπιταλισµού µετά την κρίση της δεκαετίας του 1930, σηµάδεψε το τέλος του µακρού κύµατος ανάπτυξης του καπιταλισµού που είχε εξαπολύσει η κυριαρχία του νεοφιλελευθερισµού. Αυτό που ακολούθησε ήταν µια 20ετία αναιµικής ανάκαµψης, ουσιαστικά στασιµότητας του συστήµατος.
Η οικονοµική – παραγωγική στασιµότητα συνδυάζεται µε µια βαθιά στρατηγική αµηχανία. Ολες οι κυρίαρχες τάξεις, οι κυβερνήσεις και διεθνείς Οργανισµοί, γνωρίζουν ότι ο νεοφιλελευθερισµός δεν µπορεί πλέον να βγάλει το σύστηµα από τον βάλτο, να οδηγήσει ξανά τον καπιταλισµό σε ένα νέο «φωτεινό κύκλο» ανάπτυξης. Ταυτόχρονα όλοι, χωρίς εξαίρεση ( από την Ουάσιγκτον ως το Πεκίνο, και από τη Μόσχα µέχρι τις Βρυξέλλες ή το Δελχί), το µόνο που κάνουν είναι να οργανώνουν τη συνέχεια των νεοφιλελεύθερων αντιµεταρρυθµίσεων στο εσωτερικό τους.
Η χιλιοτραγουδισµένη «επανάσταση» των Νέων Τεχνολογιών, µέσα σε αυτό το κοινωνικο – πολιτικό πλαίσιο, δεν επιβεβαιώνει τις υποσχέσεις περί της προωθητικής δυναµικής της.
Πρόκειται για συνθήκη σήψης και παρακµής.
Η εκτίµηση ότι η τρέχουσα κρίση είναι συστηµική, σηµαίνει ότι οι συνέπειές της αφορούν όλους τους «παίκτες». Η Κίνα, που στην προηγούµενη περίοδο της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης είχε µια εκρηκτική αναπτυξιακή πορεία, ελπίζοντας ότι θα φτάσει και θα ξεπεράσει σύντοµα τις ΗΠΑ, βλέπει από το 2012 να επιβραδύνονται οι ρυθµοί ανάπτυξής της. Το 2025 έπεσαν για πρώτη φορά κάτω από το 5% (στο 4,8%), µε τις κινεζικές εκτιµήσεις να προβλέπουν ότι µέχρι το 2030 θα έχουν περιοριστεί στη χαµηλότερη ζώνη του 3%.
Β) Η κρίση, σταδιακά, ανέδειξε την παρακµή της ηγεµονίας του αµερικανικού ιµπεριαλισµού, το τέλος της εποχής της αναµφισβήτητης κυριαρχίας του. Μια ισχυρή προειδοποίηση γι αυτό είχε έρθει νωρίτερα, µε τις ήττες των Αµερικανών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν.
Η 2η θητεία Τραµπ σηµαδεύει την υποχώρηση από τον ηγεµονικό ρόλο (που περιλάµβανε τις δυνατότητες για συναινέσεις, συµµαχίες, ιδεολογικοπολιτική κάλυψη κ.ο.κ), προς έναν «αρχηγικό» ρόλο, της επιβολής δια της πολεµικής ισχύος.
Η πολιτική MAGA απαιτεί να επανακαθοριστούν τα µερίδια και οι πιθανές λείες µέσα στις ευκαιρίες, αλλά και τα βάρη και οι υποχρεώσεις µέσα στις δυσκολίες, µε βάση τον σηµερινό συσχετισµό δύναµης και κυρίως πολεµικής δύναµης, αποσκοπώντας στο να αποκλείσει πιθανές ανατροπές που θα µπορούσε να επιφέρει µια «κανονική» εξέλιξη µέσα στο χρόνο.
Η σύγκρουση µε το κίνηµα από τα κάτω στο εσωτερικό των ΗΠΑ, το αποτέλεσµα των πολεµικών εξορµήσεων, αλλά και η διαχείριση των διπλωµατικών και πολιτικών κρίσεων στις σχέσεις των ΗΠΑ µε τους συµµάχους της προηγούµενης περιόδου ( ακόµα και τους πιο παραδοσιακούς, στα πλαίσια του ΝΑΤΟ), θα είναι κρίσιµοι παράγοντες για τη βιωσιµότητα του τραµπικού ρεύµατος.
Σε κάθε περίπτωση, η ανταγωνιστική συνεργασία της εποχής της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσµιοποίησης γίνεται σήµερα πολύ πιο ανταγωνιστική και πολύ λιγότερο συνεργασία. Η στροφή προς τις πολιτικές γυµνής κυριαρχίας και άµεσης εθνικής προτεραιότητας , γίνεται η βάση για την ενίσχυση του αυταρχισµού µέσα σε όλους τους πόλους του παγκόσµιου καπιταλισµού.
Γ) Η διάδοχη κατάσταση στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσµιοποίηση είναι δύσκολο να περιγραφεί (ή να περιγραφεί ακόµα…) µε ακρίβεια.
Μαρξιστές οικονοµολόγοι διεθνώς, µιλούν για µια στροφή προς την ένοπλη ή την περιφρουρηµένη, πιο ανταγωνιστική και ιεραρχηµένη, παγκοσµιοποίηση.
Ο λόγος είναι ότι η αλληλοδιαπλοκή των στρατιωτικοβιοµηχνικών συµπλεγµάτων, όλων των µεγάλων πόλων του συστήµατος, είναι πλέον αναπτυγµένη σε ιστορικό επίπεδο. Η κάποτε κραταιά γερµανική αυτοκινητοβιοµηχανία είναι σήµερα κινεζο-γερµανική (ή γερµανο-κινεζική…), η θηριώδης χηµική βιοµηχανία της Bayer (που κατόρθωσε να «καταπιεί» τη µεγάλη αµερικανική Μονσάντο) διατηρεί τα βασικά εργοστάσιά της στην Κίνα, όπως άλλωστε και οι αµερικανικοί Big 7 των Νέων Τεχνολογιών και της Τ.Ν.
Μια τάση διαχωρισµού στην οικονοµική/παραγωγική δραστηριότητα, µε βάση κρατικές/κυβερνητικές αποφάσεις, θα ήταν µια επιχείρηση είτε αδύνατη, είτε πολύ δαπανηρή, µε αµφίβολα αποτελέσµατα.
Δ) Η µονοµερής επιθετικότητα του Τραµπ, επιφέρει σηµαντικές αλλαγές στις σχέσεις που στήριξαν την αµερικανική ηγεµονία στα προηγούµενα χρόνια.
Αυτό αφορά πχ τον Καναδά, που πρόσφατα πρότεινε µια συµµαχία «των µεσαίων δυνάµεων» ως αντίβαρο στο ΝΑΤΟ, όπως αφορά και τη Βρετανία, όπου ο Στάρµερ, παρά τα δεδοµένα του Brexit, προσπαθεί να συντονιστεί ξανά µε τις ευρωηγεσίες, κυρίως στο στρατηγικό και διπλωµατικό πεδίο.
Όµως η µείζων εξέλιξη, µετά τις αµερικανικές απαιτήσεις για τη Γροιλανδία, είναι οι αποφάσεις της ΕΕ προς την «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονοµία» απέναντι στις ΗΠΑ.
Το κλίµα στις φετινές συναντήσεις κορυφής ήταν κατά πολύ ψυχρότερο από εκείνο του 2019, όταν ο Μακρόν συνόψιζε τα συµπεράσµατά του από την 1η θητεία Τραµπ µε τη φράση: «το ΝΑΤΟ είναι κλινικά νεκρό».
Πολλοί αναλυτές σηµειώνουν ότι οι ευρωηγεσίες προετοιµάζονταν από νωρίτερα για µια µεταφορά έµφασης προς την πιο ενεργή ανταγωνιστικότητα στο διεθνή στίβο, όπως άλλωστε εισηγούνταν οι εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα.
Όµως είναι σαφές ότι πλέον υπάρχει κλιµάκωση. Υπάρχει πέρασµα από τα λόγια στις πράξεις, και ειδικότερα στις πράξεις που πάντα έχουν σηµασία για τους καπιταλιστές : τον προγραµµατισµό και την κατεύθυνση των επενδύσεων. Τα µεγάλα προγράµµατα των εξοπλισµών (Rearm Eu), της επιτάχυνσης των πυρηνικών, και τα ακόµα πιο «τολµηρά» σχετικά µε την εξασφάλιση τεχνολογικής αυτονοµίας της ΕΕ ως το 2030, δίνουν τον τόνο.
Είναι γεγονός ότι βασική αδυναµία της ΕΕ είναι η πολιτική χαλαρότητα στη δοµή και λειτουργία της. Η απάντηση που δροµολογείται είναι τραµπικού τύπου, δηλαδή απολύτως αδιάφορη για τον δηµοκρατικό έλεγχο και τη διαφάνεια. Η πρόσφατη «άτυπη» Σύνοδος των Ευρωπαίων Big 6 (Γερµανία, Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Ισπανία, Πολωνία), προειδοποιεί για το πως θα παρθούν και πως θα επιβληθούν οι σχετικές αποφάσεις.
Μέσα σε αυτήν την εξέλιξη, ποιος είναι σήµερα ο πραγµατικός συσχετισµός δύναµης µέσα στην ιµπεριαλιστική αλυσίδα?
Εδώ, θα πρέπει να αποφύγουµε µια τάση που, µπερδεύοντας αυθαίρετα τις επιθυµίες µε την πραγµατικότητα, καταλήγει να θεωρεί ότι έχει ήδη συντελεστεί η ιστορική ανατροπή δύναµης σε βάρος του αµερικανικού ιµπεριαλισµού.
Η τάση αυτή γίνεται πιο αποπροσανατολιστική, γιατί συνήθως οι απόψεις που βιάζονται να καταλήξουν στο συµπέρασµα ότι η Κίνα έχει ήδη γίνει η ηγετική δύναµη στην παγκόσµια οικονοµία, σπεύδουν αµέσως να συµπληρώσουν ότι η Κίνα δεν είναι ιµπεριαλιστική, ίσως δεν είναι ούτε ακριβώς καπιταλιστική, διακινώντας αυταπάτες όπως αυτή που παρουσιάζει τις εξελίξεις στο εσωτερικό της ακόµα και ως οικοδόµηση µιας «ολόπλευρης Λαϊκής Δηµοκρατίας».
Ο βασικός συγκριτικός δείκτης που διαθέτουµε, προκειµένου να βγάλουµε συµπεράσµατα σχετικά µε τη δύναµη των διάφορων οικονοµιών/χωρών, είναι τα στοιχεία σχετικά µε το ΑΕΠ.
Το 2025, σύµφωνα µε τα στοιχεία της Παγκ. Τράπεζας, του ΔΝΤ και του ΟΗΕ, η εικόνα διαµορφωνόταν ως εξής: Το σύνολο της αξίας των παραγοµένων προϊόντων και υπηρεσιών στο εσωτερικό της αµερικανικής οικονοµίας υπολογιζόταν στα 30,62 τρισεκατοµµύρια δολάρια, το αντίστοιχο της Κίνας στα 19,4 τρισεκατοµµύρια δολάρια, των χωρών – µελών της Ευρωζώνης στα 18 και της Ρωσίας στα 2,54 (ακριβώς ίσο µε της Ιταλίας, και αισθητά µικρότερο από το 3,4 της Γαλλίας).
Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η διαφορά οικονοµικής ισχύος µεταξύ των ΗΠΑ και των ανταγωνιστών τους έχει µεν µειωθεί σε σύγκριση µε το παρελθόν, αλλά επίσης ότι η ψαλίδα δεν έχει κλείσει.
Ανάλογη εικόνα προκύπτει αν εξετάσουµε το συσχετισµό δύναµης σε κρίσιµους κλάδους του ανταγωνισµού, όπως στην πολεµική βιοµηχανία (όπου οι ΗΠΑ διατηρούν την αναµφισβήτητη πρωτοκαθεδρία), ή στον τοµέα των πραγµατικά νέων τεχνολογιών, που σηµαίνει κυρίως τις ψηφιακές εφαρµογές στη βιοµηχανική παραγωγή, στην αεροδιαστηµική, στις τηλεπικοινωνίες κ.ο.κ.
Μια άλλη πηγή σύγχισης είναι οι αναφορές στα µπλοκ και στις συµµαχίες. Το ΝΑΤΟ, που σήµερα παρουσιάζει σηµαντικότατα προβλήµατα συνοχής, είναι παρόλα αυτά ένα µπλοκ µε ιστορία δεκαετιών πολιτικής και στρατιωτικής «συµµαχικής» παράδοσης. Χαλαρές οικονοµικές και εµπορικές συνεργασίες δεν είναι θεµιτό να παρουσιάζονται ως συγκρίσιµες εναλλακτικές.
Συζητώντας για τους BRICS, συχνά υποτιµάται ότι το Ι σε αυτόν τον συνασπισµό, δηλαδή η Ινδία, αποτελεί από καιρό τον πυλώνα της στρατιωτικής συµµαχίας QUAD (Ινδία, Αυστραλία, Ιαπωνία, ΗΠΑ) που έχει αναλάβει τη φρούρηση των ανατολικών περασµάτων προς τον Ινδικό Ωκεανό, φράζοντας τις δυνατότητες ναυτικής επέκτασης της Κίνας. Με τον πιο πρόσφατο IMEC η Ινδία, σε στρατηγική συµφωνία µε το Ισραήλ και το ελληνικό κράτος, αναλαµβάνει ρόλο περιφρούρησης των εξ ανατολών ναυτικών προσβάσεων προς την Αν. Μεσόγειο. Και µε την τωρινή οικονοµική και διπλωµατική συµφωνία ΕΕ-Ινδίας, που παρουσιάστηκε από τις ευρωηγεσίες ως «συµφωνία- µητέρα» των προσανατολισµών µιας νέας εποχής, η Ινδία του Μόντι γίνεται προνοµιακός συνοµιλητής και σύµµαχος του ευρωιµπεριαλισµού.
Ανάλογα προβλήµατα συνοχής παρουσιάζει και ο λεγόµενος ρωσο – κινεζικός «άξονας». Η ανισότητα στις οικονοµικές σχέσεις είναι τόσο προφανής, που δηµιουργεί δικαιολογηµένες ανησυχίες στη ρωσική πλευρά. Ο Πούτιν στην Αλάσκα έδειξε πρόθυµος να αναζητήσει άλλες εναλλακτικές. Η ρωσική εθνικιστική ακροδεξιά, έξω από το κόµµα του Πούτιν, υποστηρίζει την προοπτική για αµερικανο- ρωσική επαναπροσέγγιση, όχι µόνο λόγω ιδεολογικής γειτνίασης µε τον Τραµπ, αλλά επίσης επισείοντας τον κίνδυνο αποικιακής υποταγής στην Κίνα. Η κεντρική Ασία (Καζαχστάν κ.α.), αλλά και η ανατολική Σιβηρία µε την προοπτική ανοίγµατος του αρκτικού εµπορικού διαδρόµου, είναι καυτά και επικίνδυνα σηµεία στις ρωσο κινεζικές σχέσεις.
Ο λεγόµενος πολυπολικός κόσµος είναι εδώ. Ολοι ανεξαιρέτως οι πόλοι του, είναι άγριοι καπιταλισµοί που, στο εσωτερικό της επικράτειάς τους, κινούνται µε απόλυτο κριτήριο τη µεγιστοποίηση της εκµετάλλευσης και καταπίεσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάµεων . Είναι ένας κόσµος ιεραρχηµένος, αλλά στο εσωτερικό του οι τάσεις προς τον παροξυσµό των ανταγωνισµών αυξάνουν µε καλπάζοντα ρυθµό. Η ασάφεια και η µεταβλητότητα των διεθνών σχέσεων, δεν είναι κατ’ ανάγκη καλό νέο. Το σύστηµα σήµερα δεν έχει την πειθαρχία που χαρακτήριζε την εποχή του Ψυχρού Πολέµου. Και αυτό κάνει τον κίνδυνο των πολεµικών αναµετρήσεων ακόµα πιο σηµαντικό, πιο γενικευµένο και επείγον πρόβληµα,
Σε αυτές τις συνθήκες η έµφαση στο αντιπολεµικό κίνηµα (µε «σηµαίες» την άνευ όρων και προϋποθέσεων αλληλεγγύη στον αγώνα των Παλαιστινίων, αλλά και το σύνθηµα – απαίτηση: Κάτω τα χέρια από το Ιράν!), όπως και η γενικότερη αντιιµπεριαλιστική πολιτική, είναι αναντικατάστατες προϋποθέσεις.
Όµως χρειάζεται ένας γενικότερος προσανατολισµός. Ο σ. Πέτρος Παπακωνσταντίνου στο πρόσφατο βιβλίο του για τον «Πολεµικό Καπιταλισµό» (εκδόσεις Τόπος) προειδοποιεί για την προοπτική µιας περιόδου ανάλογης µε εκείνην προ του 1914. Ετσι είναι.
Μπροστά στη δοκιµασία του σφαγείου του Α΄.Π.Π. το ιστορικό ρεύµα της σοσιαλδηµοκρατίας διασπάστηκε, σε µια διαδικασία που τελικά οδήγησε στη συγκρότηση της 3ης Διεθνούς. Η αντιπολεµική «Αριστερά του Τσίµερβαλντ» απαίτησε την πλήρη ανεξαρτησία και αυτονοµία του µαρξιστικού ρεύµατος του εργατικού κινήµατος απέναντι σε όλους τους, τότε, πόλους του ενδοιµπεριαλιστικού ανταγωνισµού, που ο Λένιν ονόµαζε περιφρονητικά ως «χορτάτους» και «πεινασµένους» ιµπεριαλιστές. Στη βάση αυτού του ιδεολογικού προσανατολισµού, η Αριστερά του Τσίµερβαλντ συγκροτήθηκε σταδιακά σε διακριτό ρεύµα και στη συνέχεια βάθυνε τις αναλύσεις της για τον ιµπεριαλισµό, σε µια συζήτηση (µεταξύ των Λένιν – Λούξεµπουργκ – Μπουχάριν κ.ά.) µε µεγάλες συµφωνίες, όπως και µεγάλες αλλά δηµιουργικές διαφωνίες, που αποτελεί ακόµα και σήµερα σηµείο αναφοράς.
Μας προκαλεί εντύπωση η «εύκολη» απόρριψη αυτού του ιδεολογικού προσανατολισµού των «ίσων αποστάσεων», µέσα στη ρητορική και στην αρθρογραφία δυνάµεων της οργανωµένης σύγχρονης ντόπιας Αριστεράς.
Γιατί αποτελεί εγκατάλειψη µιας πολύτιµης ιδεολογικής παράδοσης του κοµµουνιστικού κινήµατος και του κορυφαίου επαναστατικού κύµατος των αρχών του 20ού αιώνα. Η κατηγορία για «ισαποστακισµό» εκτοξεύτηκε για πρώτη φορά κατά της Αριστεράς του Τσίµερβαλντ, και κυρίως του Λένιν, από τους γάλλους και (συµµετρικά!) τους γερµανούς σοσιαλδηµοκράτες, που προσπαθούσαν να ρυµουλκήσουν την εργατική επιρροή τους στο να πάρει µέρος στον Πόλεµο, µε τη µια ή την άλλη πλευρά.
Γιατί, επίσης, αποτελεί µια εύκολη εγκατάλειψη ενός πολιτικού εργαλείου πάντα χρήσιµου για την Αριστερά. Στην προοπτική πχ της όξυνσης των αµερικανο-ευρωπαϊκών σχέσεων, ελπίζουµε ότι δεν θα «ανθίσει» κάποιος φιλο–Τραµπ αντιευρωπαϊσµός, ή και αντίστροφα κάποιος φιλο-ΕΕ αντιαµερικανισµός, αλλά ότι θα κατορθώσουµε να κρατήσουµε µια γραµµή πλήρους ανεξαρτησίας και αυτονοµίας, δηλαδή ίσων αποστάσεων απέναντι και στις δύο πλευρές.
Ισως µια κάποια σύγχιση να δηµιουργείται από το γεγονός ότι οι αναγκαίες ίσες αποστάσεις ήταν το 1914, όπως είναι και σήµερα, ένας ιδεολογικός προσανατολισµός, και όχι η άµεση πολιτική γραµµή πάλης. Συµπληρωνόταν τότε, όπως και πρέπει να συµπληρώνεται σήµερα, από τα καθήκοντα που ορίζει η προτροπή «στην ίδια µας τη χώρα είναι ο εχθρός!».
Ζώντας και παλεύοντας σε µια χώρα της Δύσης, είναι απόλυτη προτεραιότητα η σύγκρουση µε το ΝΑΤΟ, µε τις βάσεις, µε το Rearm EU, µε τον «άξονα» µε το Ισραήλ, µε τους εξοπλισµούς του Μητσοτάκη κοκ. Μόνον που αυτά και άλλα καθήκοντα δεν µπορούν να ξεδιπλωθούν ειλικρινά, µέσα από την ένταξη της δράσης σε σηµαίες ξένες προς το εργατικό κίνηµα και τις απελευθερωτικές προοπτικές της Αριστεράς.
Μια τελική παρατήρηση: ένας τέτοιος αντιιµπεριαλισµός, που ταυτίζεται µε τις προοπτικές του εργατικού κινήµατος από τα κάτω, δεν δικαιούται να υποτιµά τις ιµπεριαλιστικές φιλοδοξίες του ελληνικού κράτους στην Αν. Μεσόγειο, µε τις πλάτες των ΗΠΑ, της ΕΕ και του Ισραήλ. Η µόνη φιλο-νατοϊκή Αριστερά που εµείς γνωρίζουµε στην Ελλάδα, είναι εκείνη που, υπό το πρίσµα των σκοπιµοτήτων στον ελληνοτουρκικό ανταγωνισµό, υποβαθµίζει ζητήµατα όπως οι ελληνικοί εξοπλισµοί, το σχέδιο Αλεξανδρούπολη, η πώληση οικοπέδων θαλάσσιου χώρου, ακόµα και όταν πρόκειται για διεθνή ύδατα, ακόµα και όταν πωλούνται σε αµερικανικούς γίγαντες όπως οι Chevron-Exxon Mobil κλπ. Και δυστυχώς, σε αυτό το «στρατόπεδο» περιλαµβάνονται και απόψεις που, κατά τα άλλα, καµώνονται έναν σκληρό «αντιιµπεριαλισµό», υποστηρίζοντας την πολιτική της Ρωσίας ή της Κίνας στην α’ ή στη β’ γωνιά του πλανήτη.
Στην περίοδο που έρχεται θα χρειαστούµε ένταση της αντιπολεµικής δράσης, ένταξή της σε µια σαφή αντιιµπεριαλιστική πολιτική, και όλα αυτά σε σύνδεση µε την αντικαπιταλιστική στρατηγική, που απαιτεί πλήρη ανεξαρτησία και αυτονοµία απέναντι σε όλους τους «πόλους» του παγκόσµιου καπιταλισµού και του ενδοϊµπεριαλιστικού ανταγωνισµού.









Σχόλια (0)