Στα τέλη της δεκαετίας του 1970 η ιρανική επανάσταση ανέτρεψε ένα μακρόβιο μοναρχικό καθεστώς και άλλαξε το πολιτικό τοπίο στη Μέση Ανατολή.
Με αφορμή την πρόσφατη εξέγερση στο Ιράν και την συζήτηση που έχει ανοίξει για την φύση των επαναστάσεων και τα καθήκοντα της Αριστεράς, θεωρούμε χρήσιμη μια ιστορική αναδρομή στην επαναστατική διαδικασία που έλαβε χώρα το 1979, τις συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή, την δυναμική, τις αντιφάσεις της και τα συμπεράσματα που προκύπτουν από την κατάληξή της.
Ελένη Πελέκη
Συνθήκες
Το καλοκαίρι του 1977, εν μέσω βαθιάς οικονομικής κρίσης, η λαϊκή δυσαρέσκεια δεν είναι πλέον διαχειρίσιμη. Οι συγκεντρώσεις και οι διαδηλώσεις πληθαίνουν και αγγίζουν μεγάλα τμήματα της κοινωνίας, τους βιομηχανικούς εργάτες, τους φτωχούς των πόλεων, τους φοιτητές και διανοούμενους, τις γυναίκες, τις εθνικές μειονότητες, τους μικρούς αγρότες της υπαίθρου, τους εμπόρους του παζαριού και τον κλήρο. Η καταστολή είναι σκληρή, το κίνημα πλέον μετρά νεκρούς, οι απεργιακές κινητοποιήσεις αυξάνονται και εξαπλώνονται. Το Φεβρουάριο του 1978 τα αιτήματα έχουν πάρει πολιτικό χαρακτήρα και στοχοποιούν όχι μόνο τον Σάχη προσωπικά αλλά και το θεσμό της μοναρχίας.
Για καταλάβουμε καλύτερα τα γεγονότα που οδήγησαν τελικά στην εκθρόνιση του Σάχη, είναι υποχρεωτικό να μελετήσουμε τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες των προηγούμενων χρόνων. Τη δεκαετία του 1960 η οικονομία του Ιράν βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στα έσοδα από το πετρέλαιο με το κράτος να παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι περίοδοι οικονομικής ύφεσης αντιμετωπίζονταν με μέτρα λιτότητας όπως είναι αναμενόμενο αλλά ούτε και περίοδοι ευημερίας κατάφερναν να βελτιώσουν τις συνθήκες ζωής για τα μεσαία και κατώτερα στρώματα του πληθυσμού. Ο στρατιωτικός μηχανισμός και η αυλή απολάμβαναν τα μεγαλύτερα προνόμια και κέρδη. Το καθεστώς του Σάχη είχε ελάχιστα κοινωνικά ερείσματα και βασιζόταν σε απολυταρχικούς μηχανισμούς όπως η πολιτική αστυνομία SAVAK και την στήριξη των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων (ΗΠΑ και Μεγ. Βρετανία).
Στην προσπάθεια να εδραιώσει το κύρος και την εξουσία του σε κομμάτια της αστικής τάξης και να δημιουργήσει ένα στρώμα μεσαίων καπιταλιστών γαιοκτημόνων προχώρησε σε ένα πρόγραμμα φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων (Λευκή Επανάσταση). Οι κύριοι μοχλοί της «Λευκής Επανάστασης» ήταν ένα πρόγραμμα μεγάλων βιομηχανικών επενδύσεων, επέκταση μιας μορφωμένης κρατικής γραφειοκρατίας και προώθηση του καπιταλισμού στη γεωργία. Το άμεσο αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής ήταν μια εκρηκτική οικονομική και μορφωτική ανάπτυξη της χώρας.
Τα μέτρα αυτά δεν κατάφεραν να βελτιώσουν τις κοινωνικές συνθήκες και να σταθεροποιήσουν το καθεστώς του Σάχη. Αντίθετα, όξυναν τις οικονομικές και πολιτικές εντάσεις. Παρότι σημειώθηκε ορισμένη βελτίωση, ήταν πολύ κατώτερη των προσδοκιών που είχε δημιουργήσει η ανάπτυξη και είχε υποσχεθεί το καθεστώς. Το κοινωνικό κράτος, το σύστημα υγείας και παιδείας παρέμεναν από τη χειρότερα στην Μέση Ανατολή. Η συνδικαλιστική οργάνωση απαγορευόταν με αποτέλεσμα οι μισθοί των βιομηχανικών εργατών να παραμένουν χαμηλά παρά την αύξηση της παραγωγής. Οι αγροτικές μεταρρυθμίσεις είχαν αναγκάσει τους φτωχότερους ακτήμονες να μεταναστεύσουν μαζικά στα αστικά κέντρα σχηματίζοντας στρατιές ανέργων που διέμεναν σε άθλιες συνθήκες σε παραγκουπόλεις. Η σύγχρονη καπιταλιστική αγορά υπονόμευσε τα συμφέροντα των μικροαστών εμπόρων του παζαριού και των μικρομεσαίων χωρικών. Ο κλήρος είδε επίσης μείωση στην περιουσία του και τα προνόμια του. Οι εθνικές μειονότητες, που αποτελούσαν το 1/3 του πληθυσμού βίωναν επιπλέον και την καταπίεση του περσικού εθνικισμού. Κοινωνικές ομάδες όπως οι γυναίκες, οι φοιτητές, οι διανοούμενοι ήταν δυσαρεστημένοι από την μικρή πρόοδο σε ζητήματα δικαιωμάτων, κοινωνικών ελευθεριών, πολιτικής έκφρασης, κλπ. Τα ξεσπάσματα της συσσωρευμένης δυσαρέσκειας ήταν συχνά και αντιμετωπίζονταν σκληρά από το καθεστώς.
Η κρατική καταστολή αλλά και παλιότερες πολιτικές και οργανωτικές αδυναμίες είχαν ως αποτέλεσμα το βάρος της πολιτικής εκπροσώπησης της λαϊκής δυσαρέσκειας να πέσει σε αντάρτικές ομάδες και ισλαμιστές θρησκευτικούς ηγέτες. Τόσο το Τουντέχ (εργατικό κόμμα της Αριστεράς) όσο και το Εθνικό Μέτωπο είχαν τεθεί εκτός νόμου μετά το πραξικόπημα του Σάχη το 1953 (το οποίο είχαν στηρίξει) με τα πιο δυναμικά κομμάτια τους να στρέφονται στην οργάνωση αντάρτικων ομάδων (Φενταγίν και Μουτζαχεντίν). Συγκέντρωναν στις γραμμές τους ριζοσπαστικά κομμάτια της νεολαίας και των εργατών που εμπνέονταν από τα παγκόσμια κινήματα της εποχής και είχαν στραφεί στον ένοπλο αγώνα. Έχοντας δώσει πολλές και ηρωικές μάχες κατά του Σάχη τις προηγούμενες δεκαετίες είχαν αποκτήσει κύρος και υποστήριξη σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα. Είχαν κληρονομήσει όμως και συντηρητικά χαρακτηριστικά όπως και ιδεολογικές αυταπάτες, για τον ρωσικό κομουνισμό οι μεν και για το ισλαμικό εθνικισμό οι δε.
Η βασική τους αδυναμία ήταν η υποτίμηση της μαζικής δουλειάς στους εργατικούς χώρους και τα αστικά κέντρα. Παρόλο που έβλεπαν με συμπάθεια τους εργατικούς αγώνες που ξεσπούσαν, θεωρούσαν πως ο ένοπλος αγώνας ήταν το κυριότερο εργαλείο της αντιπολίτευσης. Υποτιμούσαν τις οικονομικές και κοινωνικές διεκδικήσεις των εργατών και πολύ περισσότερο των φτωχών ανέργων, των γυναικών, των μικροεμπόρων του παζαριού, χωρίς να κάνουν ουσιαστική προσπάθεια να συνδεθούν και να εντάξουν αυτές τις ομάδες στις γραμμές τους. Αυτό το κενό ήρθε να καλύψει το Σιϊτικό Ισλάμ. Έχοντας παραδοσιακούς δεσμούς με το παζάρι και τους αγρότες κατάφερε να αξιοποιήσει ένα δίκτυο τζαμιών για να βαθύνει τις σχέσεις του με τους φτωχούς ακτήμονες και τους φτωχούς των παραγκουπόλεων και να οργανώσει κοινότητες και συλλογικότητες. Σταδιακά αναδείχτηκαν από τις τάξεις του κλήρου θρησκευτικοί ηγέτες όπως ο Αγιατολλάχ Χομεϊνί, που διεκδίκησαν την πολιτική εκπροσώπηση αυτού του κόσμου. Έχει σημασία να σημειώσουμε πως σε γενικές γραμμές το πολιτικό πρόγραμμα του κλήρου τη δεκαετία του 70 εξέφραζε φιλελεύθερα αιτήματα όπως η διεκδίκηση μιας συνταγματικής δημοκρατίας, που δεν έβλεπε αντιπαραθετικά τις κοινωνικές διεκδικήσεις των γυναικών, των εθνικών μειονοτήτων και άλλων κοινωνικών ομάδων. Σε εκείνη τη φάση.
Το καλοκαίρι του 1977 ξέσπασε ένας νέος κύκλος κινητοποιήσεων και ειρηνικών διαδηλώσεων που γρήγορα εξαπλώθηκε. Η καταστολή της SAVAK δεν είχε τα επιθυμητά αποτελέσματα, αντίθετα προκάλεσε τις δυναμικές διαμαρτυρίες μεγαλύτερων κοινωνικών ομάδων που απαιτούσαν από το Σάχη να βάλει τέλος στις αυταρχικές τακτικές. Τους επόμενους μήνες διαδηλωτές αρχίζουν να απαντάνε στις επιθέσεις της αστυνομίας και αρχίζουν να υιοθετούν αντιμοναρχικά αιτήματα. Καθώς αυτή η διάθεση δεν φαίνεται να εκτονώνεται, ο Σάχης αναγκάζεται πράγματι να κάνει κάποιες παραχωρήσεις και να ικανοποιεί αιτήματα κυρίως του κλήρου και του παζαριού, χωρίς μεγάλη επιτυχία. Αντίθετα, αρκετά κομμάτια της αντιπολίτευσης σκληραίνουν τη στάση τους. Το αίτημα για την ανατροπή του Σάχη παραμένει κυρίαρχο και αρκετές πολιτικές ομάδες συντάσσονται με τον Χομεϊνί.
Η επαναστατική διαδικασία
Το καλοκαίρι του 1978 αναβαθμίζεται ο ρόλος και η σημασία των βιομηχανικών εργατών. Παρόλο που δεν ήταν απόντες στον προηγούμενο κύκλο, την πρωτοβουλία την είχαν κυρίως οι φοιτητές και οι φτωχοί των πόλεων καθώς και κομμάτια της μεσαίας τάξης. Από το καλοκαίρι και έπειτα όμως, η σκυτάλη περνάει στα εργοστάσια με τους εργάτες να γειώνουν και να συνδέουν τα κοινωνικά αιτήματα με τα οικονομικά. Η ανάγκη να αμυνθούν απέναντι στα εργοδοτικά “συνδικάτα” της αστυνομίας τους ωθεί στην δημιουργία απεργιακών επιτροπών, των shoras, που θα γίνουν το βασικό εργαλείο οργάνωσης των πολιτικών μαχών μέσα στους μαζικούς εργατικούς χώρους. Μετά τη φυγή των εργοστασιαρχών και των διευθυντών στο εξωτερικό, ο έλεγχος των εργοστασίων περνάει εξ’ ολοκλήρου στα shoras.
Αντίστοιχα, στην επαρχία και σε αστικά κέντρα, σχηματίζονται λαϊκές επιτροπές, komiteh, που έρχονται σε σύγκρουση με τον κρατικό μηχανισμό και σε πολλές περιπτώσεις τον απωθούν τελείως και αναλαμβάνουν οι ίδιες την τοπική διακυβέρνηση. Ειδικά στις περιοχές των εθνικών μειονοτήτων, τα komiteh γίνονται πόλοι αγώνα που οργανώνουν δυναμικές δράσεις και νέες μορφές αγώνα που αγκαλιάζουν πλατιά τμήματα των επαναστατημένων μαζών.
Μέχρι το τέλος του χρόνου ο Σάχης κάνει προσπάθειες να διασπάσει το κίνημα, στηρίζοντας τα αιτήματα του κλήρου. Η κατάσταση όμως έχει ξεφύγει από τον έλεγχό του. Η παραγωγή της βιομηχανίας είναι στα χέρια των shoras, στην επαρχία η εξουσία έχει περάσει στις komiteh ενώ η Αριστερά και οι Μουτζαχεντίν έχουν διαλύσει την ηγεσία της Savak και χρησιμοποιούν τα κτίρια της ως δικά τους οχυρά. Τον Ιανουάριο του 1979 αναγκάζεται να φύγει από τη χώρα και τον επόμενο μήνα επιστρέφει ο Χομεϊνί από την εξορία και αυτοανακηρύσσεται αρχηγός κράτους. Πλατιές λαϊκές μάζες εξοπλίζονται και αποτρέπουν την τελευταία απόπειρα πραξικοπήματος από την Αυτοκρατορική Φρουρά.
Γνωρίζοντας την κατάληξη της ιστορίας θα ήταν εύκολο να πούμε πως σε αυτό το σημείο ο αγώνας έληξε με νίκη των ισλαμιστών. Ο Χομεϊνί όμως θα χρειαστεί μήνες για να εδραιώσει την εξουσία του. Η συντηρητική ηγεσία του κλήρου, παρά τη δημοτικότητα της, είχε πολύ δρόμο μπροστά της μέχρι να καταφέρει να ελέγξει τους εξεγερμένους. Αντίθετα, οι διαδηλώσεις, οι απεργίες και οι συγκρούσεις στους δρόμους συνεχίστηκαν για άλλους 8 μήνες. Οι εργάτες διεκδικούσαν συμμετοχή στην κυβέρνηση, οι εθνικές μειονότητες την αναγνώριση των δικαιωμάτων τους, οι γυναίκες πολιτικά δικαιώματα κοκ, και πλέον γνώριζαν τη δύναμη τους και είχαν εμπιστοσύνη στα εργαλεία οργάνωσης τους.
Την 1η Μαρτίου 1979, το Ιδρυτικό Συμβούλιο της Ιρανικής Εθνικής Εργατικής Ένωσης δημοσιεύει ένα σύνολο 24 αιτημάτων που είναι ενδεικτικό των προθέσεων τους. «Εμείς οι εργάτες του Ιράν, με τις απεργίες μας, τις καταλήψεις μας και τις διαδηλώσεις μας ανατρέψαμε τον Σάχη. Κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών της απεργίας, αντέξαμε την ανεργία, τη φτώχεια, ακόμα και την πείνα. Πολλοί από εμάς σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του αγώνα. Όλα αυτά τα κάναμε για να δημιουργήσουμε ένα Ιράν ελεύθερο από καταπίεση και ελεύθερο από εκμετάλλευση. Κάναμε την επανάσταση για να δώσουμε ένα τέλος στην ανεργία και στην έλλειψη στέγης, για να αντικαταστήσουμε τα κατευθυνόμενα από τη SAVAK συνδικάτα με τα ανεξάρτητα shoras των εργατών, φτιαγμένα από τους εργάτες του κάθε εργοστασίου για τις δικές τους οικονομικές και πολιτικές ανάγκες.»
Τους μήνες που ακολούθησαν ο Χομεϊνί εργάστηκε επίπονα για να καταφέρει να κάμψει την μαχητικότητα των μαζών. Αξιοποίησε την εργαλειοποίηση της θρησκείας για την διάσπαση της εργατικής τάξης και των φτωχών στρωμάτων πολύ πιο αποτελεσματικά από το Σάχη. Δημιούργησε δικό του κατασταλτικό μηχανισμό (Επαναστατική Φρουρά) αξιοποιώντας τα απομεινάρια της SAVAK που είχε μείνει ακέφαλη αλλά δεν είχε διαλυθεί. Ενίσχυσε τις πολιτικές εξουσίες του κλήρου. Μεθοδικά ενίσχυσε την επιρροή του στις πιο συντηρητικές komiteh και τις εκκαθάρισε από τα πιο ριζοσπαστικά στοιχεία ενώ κατέστειλε και διέλυσε όσες δεν μπορούσε να ελέγξει.
Δε θα τα είχε καταφέρει χωρίς την στήριξη της Αριστεράς και του Τουντέχ. Το Τουντέχ, πλήρως εναρμονισμένο με την καταστροφική τακτική των λαϊκών μετώπων της Μόσχας, συστηματικά θυσίαζε οικονομικά και κοινωνικά αιτήματα της εργατικής τάξης στο όνομα μιας εθνικής συμμαχίας. Οι πολιτικές και οι οικονομικές παραχωρήσεις του στον Χομεϊνί κόστισαν όχι μόνο σε ανθρώπινες ζωές αλλά το μέλλον της επανάστασης.
Το γυναικείο κίνημα αφέθηκε μόνο του να αμυνθεί στις αντιδραστικές επιθέσεις για την επιβολή του βέλου και την περιστολή των δικαιωμάτων τους. Στις 8 Μαρτίου, χιλιάδες γυναίκες διαδήλωσαν και δέχτηκαν δολοφονική επίθεση από τους ισλαμιστές. Η Αριστερά όχι μόνο δεν της υπερασπίστηκε, σε φυσικό και πολιτικό επίπεδο, αλλά σε ορισμένους χώρους ήταν ανοιχτά αρνητική στις διεκδικήσεις τους. Αντίστοιχα εγκληματική ήταν η στάση τους στο ζήτημα των εθνικών μειονοτήτων. Η υποταγή στον περσικό εθνικισμό τους έφερε σε αντιπαράθεση με τις διεκδικήσεις για αυτονομία, για ελεύθερη θρησκευτική και πολιτική έκφραση. Την Πρωτομαγιά, παρόλο που εκατομμύρια άνθρωποι διαδήλωναν διεκδικώντας από τον Χομεϊνί όλο το προοδευτικό και δημοκρατικό πρόγραμμα που είχε υποσχεθεί και τη συμμετοχή των εργατών στην κυβέρνηση, η Αριστερά άφησε την πρωτοβουλία της διαδήλωσης σε μια ισχνή ισλαμιστική μειοψηφία. Συνολικά, το Τουντέχ επέλεξε να παίξει το ρόλο παρατηρητή και όχι του καθοδηγητή στις μάχες εκείνου του διαστήματος και όπως είναι φυσικό απομονώθηκε.
Τον Νοέμβριο του 1979 ισλαμιστές φοιτητές κατέλαβαν την αμερικάνικη πρεσβεία και ο Χομεϊνί άρχισε τον “αντιιμπεριαλιστικό” αγώνα του στο όνομα του οποίου κάθε επαναστατική διαδικασία έπρεπε να σταματήσει άμεσα. Τόσο οι δυνάμεις του φιλελεύθερου κέντρου όσο και η Αριστερά τάχτηκαν με αυτόν τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα, υπογράφοντας στην ουσία την ήττα μιας μεγάλης επανάστασης. Οι Ισλαμιστές αναδείχτηκαν πλέον ως η μόνη ηγεμονική δύναμη.
https://rproject.gr/article/iraniki-epanastasi-1979-mia-megali-hameni-eykairia









Σχόλια (0)