Σκέψεις με αφορμή το αίτημα πολιτών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος στον Δήμο Θεσσαλονίκης.
1. Η προκήρυξη τοπικού δημοψηφίσματος αποτελεί πράξη τοπικής διακυβέρνησης και το αίτημα εκλογέων – πολιτών προς το αρμόδιο δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο για τη λήψη αντίστοιχης αποφάσεως αποτελεί ανακοίνωση πολιτικής βουλήσεως. Αυτά προκύπτουν από τον νόμο 4555/2018, ο οποίος εντάσσει ρητά το τοπικό δημοψήφισμα στους θεσμούς συμμετοχής των πολιτών στην τοπική αυτοδιοίκηση και αναθέτει την «πρωτοβουλία» για τη διεξαγωγή του στην «αίτηση» του 10% τουλάχιστον του συνολικού αριθμού των εκλογέων στον αντίστοιχο ΟΤΑ. Ειδικότερα με την «αίτηση» πολιτών για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος κατά τα άρθρα 133 έως 151 του ν. 4555/2018 δεν ζητείται η έκδοση κάποιας «διοικητικής πράξεως» κατά την έννοια του άρθρου 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας [στο εξής ΚΔΔ], αλλά υλοποιείται μια πολιτικής φύσεως «πρωτοβουλία» των πολιτών – εκλογέων.
Απόστολος Σοφιαλίδης*
Αυτή η νομική «φύση» του αιτήματος για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος επιβεβαιώνεται πανηγυρικά από τη διάταξη του άρθρου 151 παρ. 1 του ν. 4555/2018, σύμφωνα με την οποία για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται στον νόμο αυτό εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του Π.Δ. 26/2012, δηλαδή οι διατάξεις της νομοθεσίας για την εκλογή βουλευτών. Αντίθετα, καμία διάταξη του ν. 4555/2018 για το τοπικό δημοψήφισμα δεν παραπέμπει σε «ανάλογη» ή «συμπληρωματική» εφαρμογή των διατάξεων του ΚΔΔ (ν. 2690/1999). Από τις παραπάνω διατάξεις του νόμου, οι οποίες καθορίζουν τη νομική φύση του δημοτικού ή περιφερειακού δημοψηφίσματος, κατά τις προϋποθέσεις και τις έννομες συνέπειες αυτού προκύπτει δηλαδή σαφώς ότι η προκήρυξη τοπικού δημοψηφίσματος με απόφαση δημοτικού ή περιφερειακού συμβουλίου δεν αποτελεί «έκδοση διοικητικής πράξης» κατά την έννοια του ΚΔΔ. Συνεπώς και η «αίτηση» εκλογέων για τη διεξαγωγή του, με την οποία εκδηλώνεται η «πρωτοβουλία» για τη διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3 του ΚΔΔ, που έχει τίτλο «Αιτήσεις προς τη Διοίκηση».
2. Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι αντίθετη προς τον νόμο η άποψη που διατυπώθηκε από υπηρεσιακούς και άλλους παράγοντες του Δήμου Θεσσαλονίκης ότι για την πληρότητα του αιτήματος πολιτών/εκλογέων που υποβλήθηκε στον πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου στις 2.3.2026 για τη διεξαγωγή δημοτικού δημοψηφίσματος «εφαρμόζεται συμπληρωματικά το άρθρο 3 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας που περιέχει τις γενικές αρχές περί πληρότητας και εγκυρότητας της αίτησης προς τη Διοίκηση». Επιπλέον η άποψη αυτή, καθώς προβάλλει και το επιχείρημα ότι η αντίστοιχη «συλλογική αίτηση» «δεν παύει να αποτελεί έγγραφη αίτηση προς τη Διοίκηση», κατά «τις γενικές αρχές του άρθρου 3 του ΚΔΔ», υποπίπτει σε λογικό και μεθοδολογικό σφάλμα, αφού η εφαρμογή ή μη του άρθρου 3 του ΚΔΔ (ή οιασδήποτε άλλης διατάξεως νόμου) αποτελεί «ζητούμενο» και δεν είναι νοητό να αποτελεί ταυτόχρονα και «αιτιολογία» της απαντήσεως. Συνεπώς δεν στηρίζεται στον νόμο το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει η ίδια άποψη, ότι δηλαδή «η κατάσταση που επισυνάπτεται στο ως άνω αίτημα με ονοματεπώνυμα και τα αντίστοιχα πατρώνυμα, μητρώνυμα και έτη γέννησης», η οποία δεν φέρει τις «απαιτούμενες υπογραφές, φυσικές ή ψηφιακές, δεν πληροί τον τύπο του άρθρου 3 ΚΔΔ και δεν ισοδυναμεί με αίτηση, ούτε με δήλωση βούλησης».
Πέραν τούτου, όμως, το ως άνω «συμπέρασμα» παραβλέπει το γεγονός ότι για την προκήρυξη τοπικού δημοψηφίσματος δεν απαιτείται καμία «δήλωση βουλήσεως», και μάλιστα δικαιοπρακτικής φύσεως, αλλά σχηματισμός και απλή «ανακοίνωση βουλήσεως» πολιτικού χαρακτήρα. Η αποφασιστική τελικά βούληση για την προκήρυξη ή μη δημοψηφίσματος, σύμφωνα πάντα με τον νόμο, θα εκφραστεί από το δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο, ανάλογα, και θα έχει επίσης πολιτικό χαρακτήρα στο πλαίσιο άσκησης τοπικής διακυβέρνησης και όχι διοικητικό ή συμβατικό χαρακτήρα στο πλαίσιο εκδόσεως μιας διοικητικής πράξεως.
3. Εξάλλου από τις διατάξεις του ν. 4555/2018, οι οποίες προϋποθέτουν και επιβάλλουν αριθμούς και ποσοστά για την υποβολή του αιτήματος πολιτών/εκλογέων και για τη λήψη αντίστοιχης αποφάσεως διεξαγωγής τοπικού δημοψηφίσματος από το εκάστοτε δημοτικό ή περιφερειακό συμβούλιο –χωρίς να είναι φυσικά εκ των προτέρων γνωστά τα αποτελέσματα κάθε αντίστοιχης διαδικασίας– συνάγεται σαφώς ότι στην περίπτωση του τοπικού δημοψηφίσματος δεν τίθεται θέμα «διχασμού» ενός δήμου ή μιας περιφέρειας. Αντίθετα, τίθεται σε κίνηση η ομαλή (ή «κατά φύσιν») λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και της δημοκρατικής διακυβέρνησης του αντίστοιχου ΟΤΑ, η οποία, κατά την πολιτική και τη νομική φύση της, προϋποθέτει και συνεπάγεται διαφορετικές απόψεις ή ομάδες απόψεων, όπως και παρατάξεις ή συμπράξεις παρατάξεων.
Αυτή η πολιτική και νομική λειτουργία και φύση του τοπικού δημοψηφίσματος επιβεβαιώνεται πανηγυρικά από διατάξεις των άρθρων 139 έως 143 και 148 του ν. 4555/2018, οι οποίες αφενός μεν προβλέπουν ρητά ότι στον δημόσιο διάλογο και στη διενέργεια του δημοψηφίσματος συμμετέχουν «πολιτικά κόμματα», «δημοτικές και περιφερειακές παρατάξεις», «συνδυασμοί που έλαβαν μέρος στις τελευταίες δημοτικές και περιφερειακές εκλογές», «επιτροπές πρωτοβουλίας», «τοπικές και περιφερειακές ενώσεις προσώπων», «τοπικές και περιφερειακές επιστημονικές, επαγγελματικές ή συνδικαλιστικές οργανώσεις» και «οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών», ενώ αφετέρου παραπέμπουν και πάλι στην αναλογική εφαρμογή διατάξεων του Π.Δ. 26/2012 για την εκλογή βουλευτών και όχι στην εφαρμογή διατάξεων του ΚΔΔ.
4. Τέλος, αν η αρμόδια δημοτική ή περιφερειακή αρχή θέλει να κάνει λόγο για «συνθέσεις απόψεων», για «καλή πίστη», για «χρηστή άσκηση της τοπικής διακυβέρνησης» και για «χρηστή οικονομική διαχείριση», με οικονομία ενέργειας και χρήματος, δεν επιτρέπεται να προσφύγει στον αποκλεισμό ενός δημοψηφίσματος για «τυπικούς λόγους», υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλει η «εγγυητική» λειτουργία των τύπων και αμφισβητώντας τον ρόλο και την αξιοπιστία συλλογικών φορέων άσκησης της λαϊκής κυριαρχίας που προβλέπουν το Σύνταγμα και οι νόμοι της χώρας μας. Αντίθετα, επιβάλλεται να προχωρήσει σε νόμιμες και δημοκρατικής φύσεως ενέργειες, οι οποίες θα καθιστούσαν «άχρηστο» το δημοψήφισμα, χωρίς απόρριψη του σχετικού αιτήματος των πολιτών για οιονδήποτε λόγο, «τύπου» ή «ουσίας», ιδίως δε σε ενέργειες τροποποίησης ή ανάκλησης προηγούμενων αποφάσεων που προκάλεσαν το «θέμα» για το οποίο ζητήθηκε η διεξαγωγή τοπικού δημοψηφίσματος.
*Π. επίκουρος καθηγητής Νομικής ΑΠΘ
https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/506356_peri-dimotikoy-dimopsifismatos









Σχόλια (0)