Η «Αποκέντρωση» των Εργατικών και ο «Μαντσεστεριανισμός», του Κώστας Λαπαβίτσα

Η «Αποκέντρωση» των Εργατικών και ο «Μαντσεστεριανισμός», του Κώστας Λαπαβίτσα

  • |

Η σύγχρονη βρετανική οικονομική γεωγραφία συμπυκνώνει τις αντιφάσεις του παγκόσμιου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Eνώ ο βιομηχανικός Βορράς έχανε εργοστάσια, σταθερές θέσεις εργασίας, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και δημόσιες υποδομές, το Λονδίνο συγκέντρωνε τη χρηματοπιστωτική δραστηριότητα, τις επενδύσεις σε ακίνητα, τα εμπορικά κέντρα και τα υψηλά εισοδήματα. Η αποβιομηχάνιση δεν υπήρξε, επομένως, μια ουδέτερη μετάβαση προς την «οικονομία των υπηρεσιών», αλλά μια γεωγραφική και ταξική ανακατανομή του πλούτου προς το Σίτι, τις αγορές και τους ιδιοκτήτες περιουσιακών στοιχείων. Έτσι, η οικονομική αποκέντρωση και η επαναβιομηχάνιση επανέρχονται ως ζητήματα ιδιοκτησίας, παραγωγικής ισχύος και δημοκρατικού ελέγχου.

Στο Μάντσεστερ, ωστόσο την ίδια στιγμή, η διεκδίκηση μεγαλύτερης τοπικής εξουσίας άρχισε να αποκτά συγκεκριμένο υλικό περιεχόμενο, μέσα από την επαναφορά του δικτύου αστικών λεωφορείων σε δημόσιο έλεγχο, τις πολιτικές και κοινωνικές παρεμβάσεις για τη στέγη και την προσπάθεια ύπαρξης μιας παραγωγικής και κοινωνικής ανασυγκρότησης της περιοχής.

Ο «Μαντσεστεριανισμός», συνεπώς, δεν αποτελεί απλώς ένα νέο επικοινωνιακό σήμα των Βρετανών Εργατικών ούτε μια εξιδανίκευση της τοπικής διακυβέρνησης του  Μάντσεστερ. Εκφράζει, αντιθέτως, την αναζήτηση ενός διαφορετικού υποδείγματος οικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής απέναντι στη μακρά κρίση του νεοφιλελεύθερου βρετανικού καπιταλισμού. Η αποβιομηχάνιση, η χρηματιστικοποίηση, η ιδιωτικοποίηση των υποδομών και οι περιφερειακές ανισότητες απορρέουν από ένα μοντέλο συσσώρευσης που μετέφερε κεφάλαια από τη μεταποίηση και την τεχνική γνώση προς τα ακίνητα, την ιδιωτική πίστη και τις χρηματοπιστωτικές αποδόσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μερίδιο του βρετανικού τομέα μεταποίησης στο ΑΕΠ υποχώρησε από σχεδόν 30% το 1979 σε περίπου 8–9%, ενώ η βιομηχανική απασχόληση μειώθηκε από 6,8 σε 2,6 εκατομμύρια εργαζομένους.

Ακριβώς γι’ αυτό, η σημερινή συζήτηση για τη μεταβίβαση εξουσιών —την ουσιαστικότερη ελληνική απόδοση του devolution— δεν μπορεί να περιοριστεί στο ερώτημα ποια διοικητική βαθμίδα θα διαχειρίζεται τις ίδιες ανεπαρκείς πολιτικές. Το πραγματικό ζήτημα είναι αν οι περιφέρειες θα αποκτήσουν πόρους, ιδιοκτησία και πιστωτικά εργαλεία για να μεταβάλουν την παραγωγική τους δομή. Η οικονομική αποκέντρωση, επομένως, δεν ισοδυναμεί με τη μεταφορά αρμοδιοτήτων από το Ουέστμινστερ στους δημάρχους. Προϋποθέτει τη μεταφορά υλικής ισχύος. Συγκεκριμένα, σταθερές φορολογικές ροές, δυνατότητα πολυετούς τοπικού σχεδιασμού, δημόσιες επενδύσεις, έλεγχο της γης και των υποδομών και, κυρίως, εθνική αναδιανομή υπέρ των περιοχών που υπέστησαν την αποβιομηχάνιση.

 

Το παραγωγικό κράτος και η δημόσια ιδιοκτησία

Στον πυρήνα του «Μαντσεστεριανισμού» βρίσκεται η σύλληψη ενός παραγωγικού κράτους, το οποίο δεν περιορίζεται στη ρύθμιση των αγορών ή στην επιδότηση του ιδιωτικού κεφαλαίου, αλλά αναλαμβάνει ενεργό ρόλο στην επένδυση, στην ιδιοκτησία στρατηγικών υποδομών και στον μακροπρόθεσμο συντονισμό της οικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, οι βασικές υπηρεσίες επανέρχονται σε δημόσιες ή μη κερδοσκοπικές μορφές, ενώ τα έσοδα των δημόσιων επιχειρήσεων επανεπενδύονται σε δίκτυα, κοινωνική κατοικία και παραγωγικές υποδομές.

Το δημόσια ελεγχόμενο δίκτυο λεωφορείων του Μάντσεστερ αποτυπώνει τη μετάβαση από την απλή εποπτεία στον ουσιαστικό κοινωνικό έλεγχο. Η τοπική αρχή καθορίζει τις γραμμές, τη συχνότητα και τα κόμιστρα με βάση τις συλλογικές ανάγκες και όχι την αποδοτικότητα των ιδιωτικών παρόχων. Ωστόσο, η δημόσια ιδιοκτησία αποκτά μετασχηματιστικό περιεχόμενο μόνο όταν συνοδεύεται από τη θεσμική συμμετοχή εργαζομένων και χρηστών στη λήψη αποφάσεων.

Συνεπώς, η αποεμπορευματοποίηση των μεταφορών, της ενέργειας, του νερού, της κατοικίας και της φροντίδας δεν αποτελεί απλώς κοινωνική παρέμβαση. Αναδιατάσσει τις σχέσεις κράτους, αγοράς και κοινωνίας, περιορίζοντας την καπιταλιστική ιδιοποίηση του εργατικού εισοδήματος μέσω προσόδων, τιμολογίων και χρηματοπιστωτικών επιβαρύνσεων. Έτσι, ενισχύει τον πραγματικό κοινωνικό μισθό, σταθεροποιεί τους όρους αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και μειώνει το συνολικό παραγωγικό κόστος, καθώς οι βασικές υποδομές παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί μονοπωλιακής άντλησης αξίας.

 

Η οικονομική αποκέντρωση ως ανακατανομή ισχύος

Η μεταβίβαση εξουσιών αποκτά, συνεπώς, οικονομικό περιεχόμενο μόνον όταν συνδέεται με τη δημοσιονομική αυτονομία και την εθνική αλληλεγγύη. Η ενοποίηση σχεδόν τριάντα διαφορετικών χρηματοδοτικών γραμμών σε ενιαίους περιφερειακούς προϋπολογισμούς αποτελεί ένα πρώτο βήμα, ενώ η προτεινόμενη διατήρηση μέρους του φόρου εισοδήματος και των επιχειρηματικών φόρων από τις περιφερειακές αρχές θα μπορούσε να δημιουργήσει σταθερότερες ροές εσόδων. Θα επέτρεπε, επιπλέον, στις περιφέρειες να σχεδιάζουν επενδύσεις σε ορίζοντα δεκαετίας και να καρπώνονται μέρος των αποτελεσμάτων μιας επιτυχούς παραγωγικής πολιτικής.

Εδώ, όμως, ανακύπτει η βασική ταξική και γεωγραφική αντίφαση. Οι πλουσιότερες περιοχές διαθέτουν διαφορετική φορολογική βάση, ενώ οι αποβιομηχανοποιημένες περιφέρειες έχουν μεγαλύτερες κοινωνικές ανάγκες και μικρότερη δυνατότητα άντλησης εσόδων. Χωρίς ένα ισχυρό εθνικό σύστημα εξισορρόπησης, η φορολογική αποκέντρωση θα αναπαράγει την άνιση ανάπτυξη αντί να την ανατρέψει. Η μεταβίβαση εξουσιών απαντά στο «ποιος» αποφασίζει. Η αναδιανομή απαντά στο «αν αυτός που αποφασίζει διαθέτει τα μέσα για να δράσει». Γι’ αυτό, η οικονομική αποκέντρωση χρειάζεται ένα ισχυρό κεντρικό κράτος, όχι για να επιβάλλει ομοιομορφία, αλλά για να εγγυάται καθολικά δικαιώματα, να μεταφέρει πόρους και να οργανώνει τη συνοχή του εθνικού παραγωγικού σχεδίου.

 

Η οικοδόμηση του κοινοτικού πλούτου

Η πρακτική σύνδεση ανάμεσα στο παραγωγικό κράτος και στην οικονομική αποκέντρωση είναι η οικοδόμηση του κοινοτικού πλούτου. Τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια, οι δήμοι, τα δημόσια ταμεία και οι οργανισμοί κοινωνικής κατοικίας μπορούν να λειτουργήσουν ως κομβικοί θεσμοί της τοπικής κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής, κατευθύνοντας τις προμήθειες, την απασχόληση, τη γη και τις επενδύσεις προς τις τοπικές δημόσιες επιχειρήσεις, τους συνεταιρισμούς και τις δομές που αποτελούν εργατική ιδιοκτησία.  Με τον τρόπο αυτό, η δημόσια δαπάνη παύει να διαρρέει προς τις πολυεθνικές αλυσίδες και τους χρηματοπιστωτικούς ομίλους και συμβάλλει στη δημιουργία τοπικών παραγωγικών οικοσυστημάτων.

Το μοντέλο μπορεί να περιλάβει περιφερειακές δημόσιες τράπεζες, κοινοτικά ταμεία γης, δημοτικές επιχειρήσεις ενέργειας, κοινωνική κατοικία, εργατικούς συνεταιρισμούς και δικαίωμα εξαγοράς επιχειρήσεων από τους εργαζομένους όταν οι ιδιοκτήτες τις κλείνουν ή τις μεταβιβάζουν. Παράλληλα, οι συλλογικοί χώροι και οι τοπικές ενώσεις μπορούν να διευρύνουν την κοινωνική συμμετοχή. Ωστόσο, η έννοια της «κοινότητας» δεν πρέπει να συγκαλύπτει τις ταξικές αντιθέσεις. Οι εργαζόμενοι, οι εργολάβοι, οι ιδιοκτήτες ακινήτων και οι τοπικές επιχειρηματικές ελίτ δεν αποκτούν κοινά συμφέροντα επειδή κατοικούν στον ίδιο τόπο. Ο κοινοτισμός γίνεται προοδευτικός μόνο όταν στηρίζεται στη δημοκρατική ιδιοκτησία, στην οργανωμένη εργασία και στον κοινωνικό έλεγχο του πλεονάσματος.

Η ίδια λογική ισχύει και για τη στέγη. Η πολιτική καμπάνια «Πρώτα η Κατοικία» δεν αρκεί χωρίς την κοινωνική κατοικία και τις ολοκληρωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, εξάρτησης και φροντίδας. Η κοινότητα δεν υποκαθιστά το κοινωνικό κράτος. Μπορεί μόνο να το «δημοκρατικοποιήσει».

 

Η επαναβιομηχάνιση στο επίκεντρο

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η αποφασιστική συμβολή του Κώστα Λαπαβίτσα. Η αποεμπορευματοποίηση των βασικών υπηρεσιών μπορεί να μειώσει το κόστος ζωής και να ανακόψει την ιδιωτική ιδιοποίηση του εισοδήματος, δεν αρκεί όμως για να ανασυγκροτήσει την παραγωγική βάση. Μια κοινωνία δεν μπορεί να χρηματοδοτεί καθολικά δημόσια αγαθά χωρίς να παράγει συστηματικά κοινωνικό πλούτο. Συνεπώς, ο «Μαντσεστεριανισμός» χρειάζεται έναν σαφή στόχο αύξησης του μεριδίου της μεταποίησης, στηριγμένο στις δημόσιες επενδύσεις, στην επιλεκτική προστασία, στην εμπορική ρύθμιση και στην κατεύθυνση της πίστωσης προς τους παραγωγικούς κλάδους.

Η επαναβιομηχάνιση δεν σημαίνει επιστροφή στις ίδιες βιομηχανίες και στις ίδιες τεχνολογίες του εικοστού αιώνα. Σημαίνει συγκρότηση εγχώριων αλυσίδων αξίας στην ενέργεια, στον σιδηρόδρομο, στον βιομηχανικό εξοπλισμό, στα φάρμακα, στις ψηφιακές υποδομές και στις τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών. Χωρίς μια τέτοια βάση, η πράσινη μετάβαση θα αντικαταστήσει την εξάρτηση από το εισαγόμενο φυσικό αέριο με μια νέα εξάρτηση από τις εισαγόμενες ανεμογεννήτριες, τις μπαταρίες, τους μετασχηματιστές και τα καλώδια. Το κράτος οφείλει, επομένως, να συνδέσει τις δημόσιες προμήθειες με την εγχώρια παραγωγή, την τεχνολογική μάθηση και την υποχρεωτική μεταφορά γνώσης.

Εξίσου κρίσιμο είναι το ζήτημα της πίστωσης. Όσο οι τράπεζες προτιμούν τα ακίνητα και τις βραχυπρόθεσμες χρηματοπιστωτικές αποδόσεις, η βιομηχανική πολιτική θα εξαρτάται από τις επιδοτήσεις προς τους ιδιώτες, χωρίς εγγύηση ότι οι επενδύσεις θα πραγματοποιηθούν ή θα παραμείνουν στη χώρα. Απαιτούνται μια δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα, περιφερειακά πιστωτικά ιδρύματα και όροι κοινωνικής ανταπόδοσης: δημόσια συμμετοχή στην ιδιοκτησία, δεσμεύσεις απασχόλησης, συλλογικές συμβάσεις και επιστροφή της τεχνογνωσίας στο δημόσιο.

Παράλληλα, η επαναβιομηχάνιση είναι πρωτίστως ένα σχέδιο για την εργασία. Η αποβιομηχάνιση δεν κατέστρεψε μόνο θέσεις απασχόλησης αλλά διέλυσε δίκτυα μαθητείας, τεχνικές δεξιότητες και συλλογική γνώση που είχαν συσσωρευτεί επί γενιές. Χρειάζονται η δημόσια τεχνική εκπαίδευση, η εγγυημένη μαθητεία, τα κλαδικά συμβούλια δεξιοτήτων και η συμμετοχή των συνδικάτων στον σχεδιασμό των επενδύσεων. Η οργανωμένη εργασία δεν είναι μια εκλογική πελατεία των Εργατικών, αλλά η κοινωνική δύναμη που μπορεί να μετατρέψει τη βιομηχανική πολιτική από κρατική επιδότηση του κεφαλαίου σε δημοκρατικό μετασχηματισμό της παραγωγής.

 

Μια «Αποκέντρωση», όμως, χωρίς κοινωνική οικονομική εξουσία και βιομηχανική πολιτική;

Παρά τις διακηρύξεις περί «επανακαλωδίωσης» της Βρετανίας, η αντίληψη των Εργατικών για την οικονομική αποκέντρωση παραμένει αντιφατική και, σε μεγάλο βαθμό, περιορισμένη. Το κόμμα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τη μεταβίβαση εξουσιών κυρίως ως έναν αποτελεσματικότερο τρόπο εφαρμογής της κεντρικά καθορισμένης αναπτυξιακής πολιτικής και λιγότερο ως πραγματική ανακατανομή της οικονομικής εξουσίας. Οι περιφερειακές αρχές καλούνται να εκπονούν δεκαετή σχέδια ανάπτυξης, να συντονίζουν τις μεταφορές, τη χωροταξία, την κατάρτιση και την προσέλκυση επενδύσεων, χωρίς όμως να αποκτούν ουσιαστικό έλεγχο της πίστωσης, της φορολογίας, των στρατηγικών υποδομών και των μεγάλων ροών δημόσιας χρηματοδότησης.

Έτσι, το Λονδίνο μεταβιβάζει κατά κύριο λόγο την ευθύνη της υλοποίησης, διατηρώντας στο κέντρο τα αποφασιστικά μέσα οικονομικής πολιτικής. Αντίστοιχα, η βιομηχανική πολιτική των Εργατικών στηρίζεται υπερβολικά στην προσδοκία ότι η κρατική «σταθερότητα», οι συμπράξεις με τις επιχειρήσεις και οι στοχευμένες επιδοτήσεις θα κινητοποιήσουν από μόνες τους το ιδιωτικό κεφάλαιο. Η έμφαση στους επιλεγμένους «κλάδους ανάπτυξης», στις χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες και στην προσέλκυση επενδύσεων δεν συνοδεύεται από έναν δεσμευτικό στόχο αύξησης του μεριδίου της μεταποίησης, από δημόσιο έλεγχο του τραπεζικού συστήματος, από προστασία των εγχώριων παραγωγικών αλυσίδων ή από ισχυρούς όρους δημόσιας ιδιοκτησίας, απασχόλησης και τεχνολογικής μεταφοράς.

Κατά συνέπεια, υπάρχει ο κίνδυνος η «αποκέντρωση» να μετατραπεί σε ανταγωνισμό μεταξύ περιφερειών για τις ίδιες ιδιωτικές επενδύσεις και η βιομηχανική στρατηγική σε κοινωνικοποίηση του επενδυτικού κινδύνου, με τα κέρδη να παραμένουν ιδιωτικά. Αντί να ανατρέπει το χρηματιστικοποιημένο και λονδινοκεντρικό υπόδειγμα, αυτή η προσέγγιση επιχειρεί να διανείμει γεωγραφικά ορισμένα από τα οφέλη του, αφήνοντας ουσιαστικά άθικτες τις σχέσεις ιδιοκτησίας και εξουσίας που παράγουν την περιφερειακή ανισότητα.

Στην κριτική του, ο Κώστας Λαπαβίτσας χωρίς να θεωρεί τον «Μαντσεστεριανισμό» ολοκληρωμένη εναλλακτική, τον αναγνωρίζει ως θετική κατεύθυνση την επαναφορά των μεταφορών και βασικών υπηρεσιών σε δημόσιο έλεγχο, επιμένει όμως ότι η μείωση του κόστους ενέργειας, στέγης και μετακίνησης δεν αρκεί για να ανασυγκροτήσει μια παραγωγική βάση που έχει διαβρωθεί από τη χρηματιστικοποίηση και την αποβιομηχάνιση. Για τον Κ. Λαπαβίτσα, η βρετανική κρίση είναι κυρίως κρίση παραγωγής, επένδυσης και ιδιοκτησίας. Η νέα ηγεσία θα κριθεί από το αν θα συγκρουστεί με τη δύναμη του Σίτι, θα ενισχύσει τη δημόσια πίστωση, θα προστατεύσει εγχώριες αλυσίδες και θα στηρίξει συλλογικές συμβάσεις και εργατικό έλεγχο. Χωρίς αλλαγή στις σχέσεις ιδιοκτησίας και μια, κρατικά καθοδηγούμενη, επαναβιομηχάνιση, αυτή η λεγόμενη, αποκέντρωση κινδυνεύει να μείνει απλή ανακατανομή αρμοδιοτήτων και επιδοτήσεων, αφήνοντας άθικτο τον χρηματιστικοποιημένο πυρήνα της οικονομίας.

 

Μπορεί η Ελλάδα να γίνει «Μαντσεστερ»;

Η εφαρμογή ενός ελληνικού «Μαντσεστεριανισμού» δεν μπορεί να περιοριστεί σε διοικητική αποκέντρωση. Απαιτεί αναδιάρθρωση της γεωγραφίας της παραγωγής και μεταφορά πραγματικής οικονομικής ισχύος προς τις περιφέρειες. Ένα εθνικό βιομηχανικό σχέδιο, με περιφερειακή δημοκρατική εξειδίκευση, θα μπορούσε να συνδέσει δημόσια τραπεζική, παραγωγικές επενδύσεις και κοινωνικές ανάγκες. Τα περιφερειακά συμβούλια, με συμμετοχή συνδικάτων, συνεταιρισμών, πανεπιστημίων, δήμων και δημόσιων επιχειρήσεων, θα καθόριζαν κλαδικές προτεραιότητες για τρόφιμα, φάρμακα, ενέργεια, ναυπηγοεπισκευή, σιδηρόδρομο και ψηφιακές υποδομές.

Η αποκέντρωση, ωστόσο, δεν πρέπει να αναπαράγει την άνιση γεωγραφία της συσσώρευσης. Χρειάζεται πανεθνικός μηχανισμός εξισορρόπησης, ώστε η Αττική και οι τουριστικές ζώνες να μη συγκεντρώνουν εκ νέου πόρους εις βάρος της ενδοχώρας, των νησιών και των ορεινών περιοχών. Τα νοσοκομεία, τα πανεπιστήμια και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης μπορούν να λειτουργήσουν ως κομβικοί θεσμοί κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής, κατευθύνοντας προμήθειες, γη και επενδύσεις σε δημόσιες, συνεταιριστικές και εργατικά ελεγχόμενες μονάδες.

Ένα τέτοιο σχέδιο θα συγκρουόταν με τους ευρωπαϊκούς περιορισμούς στη δημοσιονομική πολιτική, στις κρατικές ενισχύσεις και στην κίνηση κεφαλαίων. Επομένως, η επιτυχία του προϋποθέτει κοινωνικοποίηση των τραπεζών, δημόσια ιδιοκτησία, εργατικό έλεγχο και πολιτική ρήξη με τις θεσμικές μορφές που αναπαράγουν την παραγωγική εξάρτηση.

Υπό αυτή την έννοια, η παραγωγική και δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας προϋποθέτει την ανάκτηση της νομισματικής κυριαρχίας με εθνικό νόμισμα και τη σταδιακή αποδέσμευση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, ώστε ο οικονομικός σχεδιασμός, η τραπεζική, οι δημόσιες επενδύσεις και η εξωτερική πολιτική να υπάγονται στις κοινωνικές ανάγκες και στη λαϊκή κυριαρχία.

Διαφορετικά, η περιφερειακή αυτονομία θα μετατραπεί σε αποκεντρωμένη διαχείριση της λιτότητας και της άνισης καπιταλιστικής ανάπτυξης, χωρίς ουσιαστικό κοινωνικό μετασχηματισμό.

https://kommon.gr/diethni/item/31531-i-apokentrosi-ton-ergatikon-kai-o-mantsesterianismos-tou-kostas-lapavitsa

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.