οι πελατειακές σχέσεις είναι οι κύριοι παράγοντες που γεννούν τα προβλήματα του σύγχρονου ελληνικού κράτους– αλλά και της κοινωνίας των πολιτών. Στρεβλή και ανεπαρκής ανάπτυξη, άδικη και άνιση κατανομή του παραγόμενου πλούτου (κοινωνικά και γεωγραφικά), κακή ποιότητα δημόσιων υπηρεσιών, αναποτελεσματικότητα της δημόσιας δράσης. Τίποτα από όλα αυτά δεν μπορεί να διορθωθεί αν δεν εξουδετερωθεί το πελατειακό φαινόμενο.
Θεόδωρος Τσέκος*
Οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν μια ειδική μορφή συνάρθρωσης της κοινωνίας με τους μηχανισμούς της εξουσίας. Βάσει αυτών η διαχείριση των δημόσιων υποθέσεων και η παραγωγή πολιτικών πραγματοποιούνται με κριτήριο όχι την προαγωγή του συλλογικού συμφέροντος αλλά τις ιδιοτελείς επιδιώξεις ομάδων ή προσώπων που μπορούν να επηρεάζουν τη λήψη των αποφάσεων.
Για να αποκτήσουν πρόσβαση στο κράτος και στις δημόσιες πολιτικές του τα πελατειακά συμφέροντα πρέπει πρώτα να περάσουν μέσα από τα πολιτικά κόμματα. Τα πελατειακά κόμματα είναι σύνολα προσωπικών δικτύων συγκέντρωσης ψήφων έναντι υποσχέσεων και ενεργειών παροχής ανταλλαγμάτων.
Ο κλασικός ελληνικός κινηματογράφος έχει αποτυπώσει τις εν λόγω σχέσεις εκτενώς, λεπτομερώς και οπωσδήποτε παραστατικότερα από πολλές ακαδημαϊκές αναλύσεις. Ο Μαυρογιαλούρος, ο Γκρούεζας και ο Γκόρτσος είναι ιδεοτυπικές φιγούρες και οι επίγονοί τους πρωταγωνιστούν και στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα.
Ο Αντόνιο Γκράμσι, σε μια χώρα όπου οι πελατειακές σχέσεις δεν ήταν άγνωστες, περιγράφει έναν διαφορετικό τύπο σύγχρονου κόμματος: έναν συλλογικό κοινωνικό οργανισμό ο οποίος είναι σε θέση να συνθέτει τις επιμέρους κοινωνικές επιδιώξεις συγκροτώντας το δημόσιο συμφέρον. Παρότι έχει παρέλθει σχεδόν ένας αιώνας από τότε που έγραφε ο έγκλειστος Γκράμσι το πρόβλημα της μετάβασης από το «κόμμα-πελατειακό δίκτυο» στο «κόμμα-συλλογικό παραγωγό πολιτικής», παραμένει για χώρες όπως η Ελλάδα επίκαιρο.
Για τη μετάβαση αυτή υπάρχουν δύο βασικές προϋποθέσεις.
Πρώτο: η ανασυγκρότηση με σύγχρονες μεθόδους του κόμματος ως «συλλογικού διανοούμενου», όπως έχει χαρακτηριστεί το σχήμα του Γκράμσι. Θεματικά δίκτυα πολιτικής, διαύλους διαλόγου μεταξύ ειδικών και κοινωνίας, με σημείο εκκίνησης τους κεντρικούς τομείς και απολήξεις σε τοπικό επίπεδο. Διότι τα τοπικά προβλήματα είναι προβλήματα ανάπτυξης, περιβάλλοντος, υγείας, εκπαίδευσης, δημόσιων υποδομών.
Δεύτερο και σημαντικότερο: η αναδιάταξη της σχέσης του πολιτικού οργανισμού με την κοινοβουλευτική του εκπροσώπηση. Το κόμμα πρέπει να πάψει να είναι βουλευτο-κεντρικό και βουλευτο-κρατούμενο, τα δε θεματικά δίκτυα και τομείς πρέπει να αποτελέσουν τους βασικούς αισθητήρες επικοινωνίας του κόμματος με την κοινωνία.
Οι κοινοβουλευτικοί δεν εκπροσωπούν τις τοπικές κοινωνίες. Αυτό είναι αρμοδιότητα της αυτοδιοίκησης. Ούτε είναι διαμεσολαβητές των ψηφοφόρων τους προς τη διοίκηση σε περιπτώσεις δυσλειτουργίας της. Αυτό είναι αρμοδιότητα του Συνηγόρου του Πολίτη. Οι βουλευτές είναι οι εκπρόσωποι του κόμματος σε μια κρίσιμη φάση άσκησης δημόσιας πολιτικής: τη νομοθετική διαδικασία, μεταφέροντας, δεσμευτικά, τις επεξεργασίες των τομέων-δικτύων πολιτικής και ψηφίζοντας ανάλογα.
Με προϋπόθεση τη νομοθετικά κατοχυρωμένη εσωτερική δημοκρατική λειτουργία των κομμάτων, η έδρα ανήκει στο κόμμα και η εκλογή των βουλευτών γίνεται με λίστα. Τυχόν ουσιαστικές διαφωνίες πολιτικής θα πρέπει να οδηγούν, μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες, στην αποχώρηση από την κοινοβουλευτική ομάδα και, εν τέλει, από το κόμμα.
Για ό,τι από τα ανωτέρω απαιτηθεί θα πρέπει να υπάρξει αναθεώρηση των σχετικών συνταγματικών διατάξεων και ανάλογη νομοθέτηση.
Ο αντίλογος σε προτάσεις όπως οι παραπάνω είναι γνωστός: οδηγούν σε αρχηγικά κόμματα. Ορθό, αλλά αυτό είναι κάτι που μπορεί σε κάποιο βαθμό να αντιμετωπιστεί με τη νομοθετικά κατοχυρωμένη εσωκομματική δημοκρατία. Και εν τέλει το, κατά Βέμπερ, πολιτικό χάρισμα του επικεφαλής, όταν συμπυκνώνει ένα πολιτικό στίγμα, είναι ένα στοιχείο πολιτικής πρότασης.
Αντίθετα η εσωκομματική κυριαρχία των βουλευτών οδηγεί σε αποφάσεις που λαμβάνονται πρωτίστως με κριτήριο την επανεκλογή, την υπουργοποίηση και γενικά την καριέρα του επαγγελματία πολιτικού. Αυτό ακριβώς καταργεί τη συλλογικότητα, υποβαθμίζει το δημόσιο συμφέρον και μετατρέπει την πολιτική σε ιδιοτελή επαγγελματική υπόθεση.
Η μετάβαση από τον Μαυρογιαλούρο στον Γκράμσι δεν είναι απλή: απαιτεί μια ριζική πολιτισμική τομή. Οσο όμως αυτή δεν επιτυγχάνεται, οι πολιτικές αποφάσεις θα παραμένουν ιδιοτελείς, ο ανταγωνισμός θα υποσκάπτεται και η οικονομία θα χωλαίνει, οι δημόσιοι πόροι θα διασπαθίζονται και οι υπηρεσίες θα υπολειτουργούν ενώ η χώρα θα παραμένει παγιδευμένη στην κανονικότητά της: έναν αέναο φαύλο κύκλο ανεπαρκούς οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης.
*Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου|
https://www.efsyn.gr/stiles/1463370/apo-ton-mayrogyaloyro-ston-gkramsi/









Σχόλια (0)