Ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός και ο πόλεµος στο Ιράν

Ο αµερικανικός ιµπεριαλισµός και ο πόλεµος στο Ιράν

  • |

Η αιµατηρή επίθεση που προοριζόταν να λειτουργήσει ως επίδειξη της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ, τελικά αποκάλυψε τις αδυναµίες τους.

Έχουν περάσει πλέον έξι µήνες από όταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τον πόλεµό τους κατά του Ιράν. Αυτή η αιµατηρή επίθεση προοριζόταν να λειτουργήσει ως επίδειξη της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ, αλλά τελικά αποκάλυψε τις αδυναµίες τους. 

Αυτή η εξέλιξη ήρθε στη χειρότερη δυνατή στιγµή για τις ΗΠΑ, οι οποίες αντιµετωπίζουν µια ανερχόµενη Κίνα, µια δυσεπίλυτη αντιπαράθεση µε τη Ρωσία στην Ουκρανία και αυξανόµενη δυσαρέσκεια µέσα στις γραµµές των συµµάχων τους. 

Τομ Μπραμπλ

Η επίθεση στο Ιράν ήταν µόνο το πιο πρόσφατο επεισόδιο µιας εκστρατείας δεκαετιών από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ µε στόχο να αποδυναµώσουν, ή και να ανατρέψουν, την Ισλαµική Δηµοκρατία. Η εχθρότητα έχει τις ρίζες της στην πρόκληση που αποτελούσε το Ιράν για τον αµερικανικό ιµπεριαλισµό στη Μέση Ανατολή µετά την επανάσταση του 1979. Αυτή η εχθρότητα επιβίωσε. Καθώς οι ΗΠΑ σκόνταφταν σε διαδοχικές ήττες στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ κατά τη δεκαετία του 2000, το Ιράν έχτιζε ένα δίκτυο συµµάχων που ονόµασε «άξονα της αντίστασης».  Αυτό το δίκτυο περιλάµβανε τη Χεζµπολά στο Λίβανο, την Χαµάς στην Παλαιστίνη, αφοσιωµένες στο Ιράν πολιτοφυλακές στο Ιράκ και το αντάρτικο κίνηµα των Χούθι στην Υεµένη, καθώς και έναν ισχυρό δεσµό µε το Σύριο δικτάτορα Μπασάρ αλ Άσαντ.

Η κλιµάκωση των πολέµων του Ισραήλ στην περιοχή, µετά την επίθεση της Χαµάς στις 7 Οκτώβρη του 2023, προκάλεσε σοβαρές απώλειες στην περιφερειακή συµµαχία του Ιράν. Οι στοχευµένες δολοφονίες ηγετικών στελεχών και οι βοµβαρδισµοί από το Ισραήλ, σε συνδυασµό µε τη γενοκτονία, την εισβολή και την κατάληψη εδαφών στη Γάζα, τον Λίβανο και τη Συρία, συγκλόνισαν τους συµµάχους του Ιράν. Η πτώση του αλ Άσαντ το Δεκέµβρη του 2024 αφαίρεσε ένα κοµµάτι από το περιφερειακό µπλοκ του Ιράν. Επαναλαµβανόµενες µαζικές διαδηλώσεις και απεργίες µέσα στο ίδιο το Ιράν, υπονόµευσαν ακόµα περισσότερο το καθεστώς της Τεχεράνης.

Το Ισραήλ αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να αποτελειώσει το καθεστώς. Η κυβέρνηση Τραµπ, παρά τις επιφυλάξεις της άρχουσας τάξης, συµφώνησε ότι ένας νέος πόλεµος θα αποδυνάµωνε το Ιράν. Επιπλέον, υπολόγιζε σε µια ταχεία νίκη την οποία ήθελε να αξιοποιήσει για να καταστήσει σαφές στη Ρωσία και την Κίνα ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να είναι η κυρίαρχη δύναµη στη Μέση Ανατολή και να υπενθυµίσει στους συµµάχους της τον ρόλο της ως εγγυητή της ασφάλειας στην περιοχή.

Οι ΗΠΑ είχαν καταφέρει το Γενάρη να ανατρέψουν τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και να εγκαταστήσουν στη θέση του τη µαριονέτα Ντέλτσι Ροντρίγκεζ και αυτό τις γέµιζε µε αυτοπεποίθηση.

Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ σηµείωσαν επιτυχίες σε ένα επιµέρους µέτωπο. Σύµφωνα µε την αµερικανική κυβέρνηση, εξολόθρευσαν το ναυτικό και την αεροπορία του Ιράν, και έπληξαν σκληρά τα αµυντικά και πυραυλικά του συστήµατα. Οι κατεστραµµένες υποδοµές και οι ζηµιές στην πετρελαϊκή βιοµηχανία προκάλεσαν οικονοµικό κόστος δεκάδων δισεκατοµµυρίων στο Ιράν.

Αλλά στις περισσότερες από τις άλλες πτυχές, οι ΗΠΑ και το Ισραήλ απέτυχαν. Η αµερικανική επίθεση δεν θα σταµατήσει την πρόοδο του Ιράν προς το να γίνει πυρηνική δύναµη. Στην πραγµατικότητα, µπορεί να κάνει αυτήν την εξέλιξη πιο πιθανή. Παρά τις δολοφονίες πολλών κορυφαίων Ιρανών ηγετών, το καθεστώς επιβίωσε και σταθεροποιήθηκε στη θέση του. Στην Τεχεράνη δεν υπάρχει µια αντίστοιχη Ντέλτσι Ροντρίγκεζ που να περιµένει να αναλάβει τα ηνία. Ο πόλεµος και η ένταση της καταστολής έδιωξαν το κίνηµα διαµαρτυρίας από τους δρόµους.

Οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να αποκτήσουν τον έλεγχο του Ιρανικού πετρελαίου. Συνέβη µάλλον το αντίθετο. Το Ιράν απέδειξε την ικανότητά του να µετατρέψει τα Στενά του Ορµούζ σε όπλο, στραγγαλίζοντας το παγκόσµιο εµπόριο πετρελαίου. Πλέον είναι απίθανο να εγκαταλείψει αυτήν τη δυνάµη. Τα κράτη του Κόλπου, που διαφώνησαν µε την αµερικανοϊσραηλινή επίθεση, αντιµετωπίζουν τώρα τις συνέπειές της. Οι τιµές του πετρελαίου έχουν παρουσιάσει διακυµάνσεις αλλά τώρα σηµειώνουν και πάλι άνοδο, δηµιουργώντας νέες απειλές για την παγκόσµια οικονοµία.

Μπορεί οι ΗΠΑ και το Ισραήλ να διαθέτουν τεράστια δύναµη πυρός, αλλά αυτός ο πόλεµος, που ήρθε να προστεθεί στις παραδόσεις όπλων προς την Ουκρανία, εξαντλεί τις δυνατότητες των ΗΠΑ σε συστήµατα αναχαίτισης πυραύλων και drones. Επίσης αποσπά στρατιωτικούς πόρους από άλλα δυνητικά θέατρα πολεµικών επιχειρήσεων. Η µεταφορά του «USS George Washington» στη Μέση Ανατολή σηµαίνει ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν πλέον αεροπλανοφόρο στην περιοχή της Ασίας-Ειρηνικού για πρώτη φορά µετά το 1944.

Μπορεί οι ΗΠΑ να έχουν αναπτύξει µια σηµαντική εγχώρια πετρελαϊκή βιοµηχανία τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αλλά τα στρατηγικά πετρελαϊκά τους αποθέµατα έχουν πλέον µειωθεί σε λιγότερο από 300 εκατοµµύρια βαρέλια, ποσότητα που πλησιάζει το ελάχιστο απαιτούµενο όριο πριν αρχίσουν να αντιµετωπίζουν προβλήµατα οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης.

Το κόστος του πολέµου αυξάνεται συνεχώς. Αν µαζί µε τις άµεσες στρατιωτικές δαπάνες, συνυπολογίσουµε την οικονοµική αναστάτωση, τη φροντίδα των βετεράνων και την απώλεια αποθεµάτων πυραύλων, ο πόλεµος κοστίζει στις ΗΠΑ εκατοντάδες δισεκατοµµύρια δολάρια και το ποσό µπορεί να προσεγγίσει το 1 τρισεκατοµµύριο µε την πάροδο του χρόνου, συµβάλλοντας στην εκτόξευση του τεράστιου εθνικού χρέους.

Η επίθεση κατά του Ιράν δεν υπήρξε ποτέ δηµοφιλής σε µια αµερικανική κοινή γνώµη που φοβάται µια επανάληψη των καταστροφών σε   Αφγανιστάν και Ιράκ. Έξι µήνες µετά, µε τη νίκη να µη διαφαίνεται πουθενά στον ορίζοντα και τις τιµές της βενζίνης και του πετρελαίου θέρµανσης να αυξάνονται, η λαϊκή στήριξη στον πόλεµο έχει µειωθεί κι άλλο. Οι αντίπαλοι του πολέµου ξεπερνούν τους υποστηρικτές τους κατά 20 ποσοστιαίες µονάδες. Ενώ σύµφωνα µε την καταγραφή δηµοσκοπήσεων από τους New York Times, τα ποσοστά αποδοκιµασίας του Τραµπ έχουν σκαρφαλώσει στο 60%, που είναι από τα υψηλότερα που έχουν καταγραφεί για πρόεδρο των ΗΠΑ. Οι ενδιάµεσες εκλογές για το Κογκρέσο το Νοέµβρη πιθανότατα θα καταγράψουν τη ζηµιά που έχουν υποστεί οι Ρεπουµπλικάνοι.

Από την άλλη µεριά της αντιπαράθεσης, οι περιφερειακοί σύµµαχοι του Ιράν έχουν χτυπηθεί σκληρά αλλά δεν έχουν τεθεί εκτός µάχης. Η Χεζµπολά έχει απωθηθεί από το νότιο Λίβανο αλλά δεν έχει αφοπλιστεί, παρά τις δεσµεύσεις της λιβανέζικης κυβέρνησης να το πράξει. Το κίνηµα των ανταρτών Χούθι έχει υποστεί σηµαντικές καταστροφές αλλά παραµένει σε θέση να απειλεί να αποκλείσει την Ερυθρά Θάλασσα, τον εναλλακτικό θαλάσσιο διάδροµο για το πετρέλαιο του Κόλπου.

Εν τω µεταξύ η Κίνα, η οποία εξαρτάται από εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου, έχει βγει µέχρι στιγµής σχετικά αλώβητη. Είχε δηµιουργήσει τα µεγαλύτερα αποθέµατα πετρελαίου στον κόσµο πριν από το ξέσπασµα του πολέµου, διαφοροποίησε τις πηγές εισαγωγής πετρελαίου, ενίσχυσε την εγχώρια παραγωγή φυσικού αερίου και επιτάχυνε τη µετάβασή της από τα ορυκτά καύσιµα στις ανανέωσιµες πηγές ενέργειας. Με το οπλοστάσιο των ΗΠΑ να έχει µειωθεί σηµαντικά και µε το αµερικανικό ναυτικό να έχει αποσπαστεί στον Κόλπο, η Κίνα είναι σήµερα σε καλύτερη θέση για να προβάλει περισσότερο την δύναµή  της στην Ασία.

Συνολικά, οι ΗΠΑ έχουν µπλέξει στο Ιράν. Αναγνώρισαν ότι βρίσκονται σε δύσκολη θέση στα µέσα Ιούνη, όταν υπέγραψαν ένα µνηµόνιο κατανόησης διάρκειας 60 ηµερών το οποίο ευνοούσε σε µεγάλο βαθµό την Τεχεράνη. Πιθανά αυτό να έγινε για να κερδίσουν χρόνο οι ΗΠΑ ώστε να επανεξοπλιστούν και να εξαπολύσουν µια νέα επίθεση. Αλλά οι ΗΠΑ δεν έχουν καµία προοπτική γρήγορης νίκης. Στρατιωτικοί, οικονοµικοί και εσωτερικοί πολιτικοί παράγοντες βάζουν όρια στη δυνατότητά τους να κλιµακώσουν τον πόλεµο.

Σήµερα προσπαθούν να πιέσουν το Ιράν µε ακόµα σκληρότερες οικονοµικές κυρώσεις. Αυτές, µαζί µε τους βοµβαρδισµούς και τον αποκλεισµό των εξαγωγών πετρελαίου, έχουν συνέπειες. Αλλά η Τεχεράνη δεν θα υποκύψει εύκολα στις πιέσεις.

Η προοπτική να λήξει ο πόλεµος χωρίς να έχει υποστεί το Ιράν µια ολοκληρωτική ταπείνωση εξοργίζει το Ισραήλ, το οποίο έχει αντιταχθεί  σε κάθε κίνηση αποκλιµάκωσης της επιθετικότητας. Έχει κάνει ό,τι µπορεί για να προκαλέσει έναν ευρύτερο πόλεµο, προωθώντας τα αιµατηρά του σχέδια σε µια σειρά από άλλα µέτωπα.

Ο Ισραηλινός στρατός εδραιώνει την παρουσία του στο νότιο Λίβανο, κατασκευάζοντας επτά νέες βάσεις και χαράσσοντας δεκάδες χιλιόµετρα διαδροµών εφοδιασµού του. Στη Γάζα, έχει περιορίσει τον Παλαιστινιακό πληθυσµό σε ακόµα πιο σκληρές συνθήκες εγκλεισµού, ενώ η «κατάπαυση του πυρός» του Οκτώβρη του 2025 αποτελεί µια φάρσα. Από την έναρξή της, το Ισραήλ έχει σκοτώσει 1.300 Παλαιστίνιους. Η κυβέρνηση Νετανιάχου επιτρέπει στους Ισραηλινούς εποίκους να αρπάζουν όλο και µεγαλύτερα κοµµάτια της Δυτικής Όχθης. Και στη Συρία έχει καταλάβει κι άλλα εδάφη πέρα από τα Υψίπεδα του Γκολάν που είχε αρπάξει στον πόλεµο του 1967.

Το Ισραήλ έχει αποδείξει από καιρό ότι λειτουργεί ως προέκταση της αµερικανικής ισχύος στην Μέση Ανατολή. Αλλά τα δύο κράτη δεν ταυτίζονται. Ενώ οι συνολικές στρατηγικές τους συµπίπτουν σε γενικές γραµµές, ο πόλεµος στο Ιράν αποκάλυψε τακτικές διαφορές που δηµιουργούν εντάσεις στη σχέση τους.

Πιο σοβαρές εντάσεις έχουν προκύψει στη σχέση ανάµεσα στις ΗΠΑ και τους άλλους συµµάχους τους στη Μέση Ανατολή, οι οποίοι είναι τόσο  κρίσιµοι για την αµερικανική ισχύ στην περιοχή όσο και τα αµερικανικά αεροπλανοφόρα. Σε αυτούς τους συµµάχους περιλαµβάνονται η Σαουδική Αραβία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, η Ιορδανία, τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα και το Οµάν, που είχαν ενωθεί υπό την αιγίδα των ΗΠΑ ως αντιπαραθετικές δυνάµεις στο Ιράν και τους συµµάχους του.

Εδώ και δεκαετίες, οι ΗΠΑ προσέφεραν σε αυτά τα κράτη στρατιωτική προστασία και υποστήριξη προς τις αυταρχικές ηγεσίες τους, µε αντάλλαγµα την παρουσία και χρήση αµερικανικών στρατιωτικών βάσεων, την απρόσκοπτη ροή πετρελαίου και την ελευθερία δράσης για τις αµερικανικές επιχειρήσεις και δυνάµεις ασφαλείας.

Τα τελευταία χρόνια, το πολιτικό σχέδιο των ΗΠΑ ήταν να ρυµουλκήσουν αυτά τα κράτη σε ένα κοινό σύµφωνο ασφαλείας µε το Ισραήλ, στα πλαίσια των Συµφωνιών του Αβραάµ. Οι Ισραηλινές αγριότητες στη Γάζα, ενισχύοντας τη λαϊκή εχθρότητα προς το Σιωνιστικό κράτος στον αραβικό κόσµο, έβαλαν στον πάγο αυτήν την απόπειρα.

Η αποτυχία των ΗΠΑ να αποτρέψουν το Ιράν από το να αποκλείσει τα Στενά του Ορµούζ και η ανικανότητά τους να προστατεύσουν τους συµµάχους τους από τους Ιρανικούς πυραύλους δηµιούργησαν επιπλέον αναστάτωση στις σχέσεις. Τι νόηµα έχει µια συµφωνία ασφαλείας αν δεν λειτουργεί όταν τη χρειάζεσαι περισσότερο; Φοβούµενα ακόµα πιο καταστροφικές Ιρανικές επιθέσεις, αυτά τα κράτη απαιτούν από τις ΗΠΑ να βάλουν τέλος στη σύγκρουση.

Αυτές οι περιφερειακές δυνάµεις εξετάζουν σήµερα τον σχηµατισµό δικών τους µπλοκ και συµµαχιών, ανεξάρτητα από τις ΗΠΑ. Η Σαουδική Αραβία, το Πακιστάν και η Τουρκία υπέγραψαν πρόσφατα το Σύµφωνο Αµοιβαίας Άµυνας της Μέκκα, που αντανακλά µια απώλεια εµπιστοσύνης προς την Ουάσινγκτον και παρεµποδίζει τις προσπάθειες των ΗΠΑ για οµαλοποίηση των σχέσεων µεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ. Οι ΗΠΑ έφτασαν σήµερα στο σηµείο να απειλούν να βοµβαρδίσουν ακόµα και το Οµάν, που λειτουργούσε ως διαµεσολαβητής τους µε το Ιράν τα τελευταία πέντε χρόνια, επειδή φοβούνται µια περιφερειακή προσπάθεια των αραβικών κρατών να κάνουν ειρήνη µε το Ιράν. Για τις ΗΠΑ είναι πολύ προτιµότερες οι κινήσεις των Ηνωµένων Αραβικών Εµιράτων και του Ισραήλ προς τη δηµιουργία µιας περιφερειακής συµµαχίας που στρέφεται κατά του Ιράν.

Η αποτυχία των ΗΠΑ στο Ιράν προκαλεί σήµερα σοβαρές ανησυχίες στο εσωτερικό της αµερικανικής άρχουσας τάξης. Οι Δηµοκρατικοί ισχυρίζονται ότι ο πόλεµος αποδυνάµωσε τις ΗΠΑ, ενίσχυσε το Ιράν και έδωσε άνεση στην Κίνα και τη Ρωσία. Σύµβουλοι εξωτερικής πολιτικής στην Ουάσινγκτον υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ βρίσκονται µπροστά στη δική τους «στιγµή του Σουέζ»  –αναφερόµενοι στο αποτυχηµένο σχέδιο Βρετανίας-Γαλλίας-Ισραήλ να καταλάβουν τη Διώρυγα του Σουέζ από την Αίγυπτο το 1956, που σηµατοδότησε την δύση των δύο µεγάλων ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ένας άλλος ισχυρίζεται από τις στήλες του περιοδικού Foreign Affairs ότι «Η Αµερικανική Μέση Ανατολή έχει τελειώσει». Σύµφωνα µε τον Μαρκ Λιντς, καθηγητή πολιτικών επιστηµών στο Πανεπιστήµιο Τζορτζ Ουάσινγκτον, ο πόλεµος στο Ιράν είναι «η τελευταία ανάσα µιας αποτυχηµένης τάξης πραγµάτων».

Τέτοιες απόψεις είναι πλέον συνηθισµένες, αλλά είναι υπερβολικές. Η Αµερικανική αυτοκρατορία δεν είναι έτοιµη να σβήσει και να περάσει στην ιστορία όπως η Βρετανική και η Γαλλική. Οι ΗΠΑ παραµένουν η µεγαλύτερη ιµπεριαλιστική δύναµη του πλανήτη. Οι υπογράφοντες τη Συµφωνία Αµοιβαίας Άµυνας της Μέκκας παραµένουν δοµικά ενσωµατωµένοι στο στρατιωτικό σχεδιασµό των ΗΠΑ.

Παρόλα αυτά, είναι βέβαιο ότι οι ΗΠΑ αντιµετωπίζουν τη συρρίκνωση της εµπιστοσύνης των συµµάχων τους. Η κυβέρνηση Τραµπ ανέτρεψε το παραδοσιακό αξίωµα της πολιτικής -«Ένωσε τους συµµάχους σου και διαίρεσε τους εχθρούς σου»- και έσπειρε αµφιβολίες, απογοητεύσεις ή και εχθρότητα µέσα στις γραµµές των ιµπεριαλιστικών συµµάχων των ΗΠΑ, ενώ έδωσε ανάκαµψη στις τύχες των εχθρών τους.

Οι ηγέτες του Καναδά και της Ευρώπης έχουν τροµοκρατηθεί από τους δασµούς του Τραµπ, τις απειλές του να καταλάβει τη Γροιλανδία, τη µείωση των αµερικανικών στρατευµάτων στην Ευρώπη, τις θερµές του σχέσεις µε τον πρόεδρο της Ρωσίας Βλαντιµίρ Πούτιν, την υποστήριξη της κυβέρνησής του σε ακροδεξιά κόµµατα και τις προσβολές που εκτοξεύουν οι απεσταλµένοι του κατά των ευρωπαϊκών ηγεσιών στις συνδιασκέψεις ασφαλείας.

Παρόµοιες εντάσεις είναι εµφανείς και στις ιµπεριαλιστικές σχέσεις των ΗΠΑ στην Ασία, όπου ο Τραµπ συρρίκνωσε την έκταση των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων µε τη Νότια Κορέα, δηλώνοντας ότι είναι «απολύτως ακατάλληλες και εχθρικές» προς τον φίλο του, τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κιµ Γιονγκ-Ουν. Η σχέση του Τραµπ µε τον Σι Γινπίνγκ που χαρακτηρίζεται από εναλλαγές µεταξύ ψυχρότητας και θερµότητας, προκαλεί επίσης άγχος στους συµµάχους των ΗΠΑ.

Ο κατακερµατισµός της ιµπεριαλιστικής συµµαχίας υπό τις ΗΠΑ σε Ευρώπη και Ασία θα κάνει τον κόσµο ακόµα πιο επικίνδυνο. Οι σύµµαχοι των ΗΠΑ σε Ευρώπη και Ασία αυξάνουν ραγδαία τις στρατιωτικές τους δαπάνες, εν µέρει υπό την πίεση των ΗΠΑ, εν µέρει λόγω της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και τις αυξανόµενες φιλοδοξίες της Κίνας, αλλά και εν µέρει επειδή εκτιµούν ότι δεν θα µπορούν για πολύ να στηρίζονται στην αµερικανική προστασία.

Χωρίς τις ΗΠΑ να καλύπτουν τα νώτα τους, οι Ευρωπαϊκές και Ασιατικές κυβερνήσεις θα επιχειρήσουν να βρουν υποκατάστατα για το αµερικανικό πυρηνικό οπλοστάσιο, το οποίο τις προστάτευε επί δεκαετίες. Η Γαλλία και το Ηνωµένο Βασίλειο έχουν προτείνει µια νέα πυρηνική οµπρέλα για την Ευρώπη, ενώ στη Γερµανία, τη Νότια Κορέα και την Ιαπωνία θα υπάρξει πίεση για τη µετατροπή τους σε πυρηνικές δυνάµεις.

Οι µετατοπίσεις των τεκτονικών πλακών του παγκόσµιου ιµπεριαλισµού βυθίζουν τον κόσµο στο χάος. Τα θύµατα δεν είναι οι πολιτικοί και οι στρατηγοί. Είτε στην Ασία, την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, είτε στη Βόρεια και τη Νότια Αµερική, το κόστος του επανεξοπλισµού θα βαρύνει εξ’ ολοκλήρου την εργατική τάξη, ενώ η εξελισσόµενη στρατιωτικοποίηση της κοινωνίας θα σηµαίνει περισσότερο καταστολή στο εσωτερικό.

Για να έχουν οι λαοί του πλανήτη ένα µέλλον που να αξίζει να ζήσουν σε αυτό, χρειάζεται να συντρίψουµε το καπιταλιστικό σύστηµα που θα µας οδηγεί σε αυτό το κολαστήριο. Όσο κι αν οι άρχουσες τάξεις και οι σύµβουλοί τους εστιάζουν στις εντάσεις στο πλαίσιο των στρατιωτικών συµµαχιών, η κύρια διαίρεση στον κόσµο δεν είναι µεταξύ των εθνών, αλλά µεταξύ της εργατικής τάξης και των καπιταλιστών κάθε χώρας. Οι καπιταλιστές και οι κρατικοί τους µηχανισµοί µάχονται µεταξύ τους για την υπεροχή αλλά τους ενώνει η επιθυµία να εκµεταλλεύονται την εργατική τάξη. Η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συµφέρον από τη διαιώνιση των αδικιών του συστήµατος.

Το βασικό ερώτηµα είναι ποιος θα θριαµβεύσει σε αυτήν τη µάχη. Οι εργάτες στα πετρέλαια και στα λιµάνια στη Μέση Ανατολή έχουν τεράστια δύναµη στα χέρια τους. Μπορούν κι αυτοί να πάρουν τον έλεγχο της πετρελαϊκής βιοµηχανίας, όχι για να εκβιάζουν τους εργαζόµενους άλλων χωρών, αλλά για να διαχειριστούν αυτόν τον ζωτικό πόρο υπό λαϊκό έλεγχο. Αλλά όχι µόνο αυτοί οι εργαζόµενοι. Οι µάζες στη Μέση Ανατολή µπορούν να αγωνιστούν για τα συµφέροντά τους ενάντια σε έναν κόσµο που µαστίζεται από την καπιταλιστική απληστία και τους ιµπεριαλιστικούς πολέµους. Η Αραβική Άνοιξη του 2011, όπου οι καθηµερινοί άνθρωποι ξεσηκώθηκαν ενάντια στους κυβερνώντες τους σε όλη την περιοχή, έδειξε προς τον έναν κόσµο δηµοκρατίας και ισότητας. Αποτελούσαν τέτοια απειλή που συντρίφτηκαν µε αγριότητα από τους δεσποτικούς άρχοντες της περιοχής, µε την υποστήριξη των ΗΠΑ ή της Ρωσίας. Η καταστολή κάθε αντιπολίτευσης έχει δηµιουργήσει ένα παρατεταµένο παγωµένο κλίµα φόβου στην περιοχή. Όµως, αυτό δεν θα διαρκέσει για πάντα.

Εκτρωφείο Λαγων Καρφής Ευαγγελος

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.