Ένας πρωτοφανής εκλογικός σεισμός γκρέμισε τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς από την εξουσία στη Σερβία.
Η πρωτοεμφανιζόμενη «Φοιτητική Λίστα», της οποίας οι υποψήφιοι και το πρόγραμμα διαμορφώθηκαν μέσα από γενικές συνελεύσεις του φοιτητικού κινήματος τον τελευταίο ένα χρόνο, κατέκτησε την πρωτιά και κατάφερε αυτό που έδειχνε αδύνατο για όλες τις παραδοσιακές αντιπολιτεύσεις.
Πάνος Πέτρου
Ο «ισχυρός άνδρας» που κυβέρνησε τη Σερβία (από διάφορες θέσεις) από το 2012 μέχρι σήμερα, οικοδομώντας ένα αυταρχικό κράτος με ηγεμονική τη θέση του Σερβικού Προοδευτικού Κόμματος και μια συμπαγή εκλογική βάση, υπέστη μια συγκλονιστική εκλογική ήττα. Το ψηφοδέλτιο του κόμματός του συγκέντρωσε το 39,73% των ψήφων και είδε τη «Φοιτητική Λίστα» να κερδίζει το 53,3%!
Για να καταλάβουμε το μέγεθος της ανατροπής, χρειάζεται να θυμίσουμε τις πολιτικές συνθήκες στη Σερβία. Κατά την κορύφωση του κινήματος που είχε ξεσπάσει μετά το φονικό ατύχημα στο σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ,στο «καυτό» πρώτο εξάμηνο του 2025, ο Σέρβος μαρξιστής Βλάντιμιρ Ουνκόφσκι Κόριτσα σημείωνε τα εξής:
«Από το 2014 και μετά, η διογκούμενη οργή των Σέρβων έχει δημιουργήσει μεγάλα κύματα διαδηλώσεων, αλλά αυτή η οργή δεν έχει εκφραστεί σχεδόν καθόλου πολιτικά. Δυστυχώς, η πολιτική αντιπολίτευση στη Σερβία εξακολουθεί να κυριαρχείται από μια ποικιλία φιλελεύθερων ή συντηρητικών εθνικιστικών δυνάμεων, οι οποίες δεν προσφέρουν τίποτε ιδιαίτερο όσον αφορά ένα πρόγραμμα μετασχηματισμών. Δεν είναι τυχαίο που το κόμμα του Βούτσιτς συνεχίζει να προπορεύεται έναντι όλων των αντιπολιτευτικών δυνάμεων στις δημοσκοπήσεις ή ότι η δοκιμασμένη μέθοδός του προκειμένου να ξεπερνάει τη λαϊκή δυσαρέσκεια είναι να καταφεύγει στις κάλπες.
Η δύναμή του είναι πιο συμπαγής σε αυτό το πεδίο… Η κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος στις θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, στα ΜΜΕ, στο δικαστικό σώμα, στην εκλογική διαδικασία και, τελικά, στον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους, σημαίνει ότι η σταθερότητα του καθεστώτος διασφαλίζεται μέσω της χρήσης των εκλογών…».
Πραγματικά, αντιμέτωπος με διαδηλώσεις για τις δημοκρατικές ελευθερίες αλλά και το μαζικό μαχητικό κίνημα ενάντια στην εξορυκτική εταιρεία Ρίο Τίντο, ο Βούτσιτς είχε προκηρύξει πρόωρες εκλογές τον Απρίλη του 2022. Το κόμμα του κέρδισε το 1.635.000 ψήφους και το 44,27%. Ο βασικός αντιπολιτευτικός συνασπισμός πήρε 520.000 ψήφους (14%) και μια άλλη συμμαχία (που στήριζε κυβερνήσεις Βούτσιτς αλλά διατηρώντας διακριτικό πολιτικό ρόλο) πήρε 435.000 (11,8%).
Η κυβέρνησή του αντιμετώπισε μια κρίση στο Κόσοβο αλλά και μήνες κινητοποιήσεων (Μάης-Νοέμβρης 2023) με αφορμή ένα περιστατικό μαζικών πυροβολισμών σε σχολείο που σόκαρε τη χώρα και έβαλε στο στόχαστρο την προώθηση της βίας από τα φιλοκαθεστωτικά ΜΜΕ. Ο Βούτσιτς προκήρυξε πάλι πρόωρες εκλογές το Δεκέμβρη του 2023. Η αντιπολίτευση συνενώθηκε γύρω από ένα ψηφοδέλτιο με τίτλο «Σερβία ενάντια στη Βία», επιχειρώντας να καρπωθεί τις κινητοποιήσεις, κέρδισε 900.000 ψήφους και 24,32%. Το κόμμα του Βούτσιτς, κέρδισε 1.783.000 ψήφους και το 48,07%, έχοντας ως τίτλο στο ψηφοδέλτιό του «Η Σερβία δεν πρέπει να σταματήσει».
Σε αυτόν τον τίτλο (και τον τρόπο σκέψης) απαντούσε το φοιτητικό σύνθημα του 2025: «Σερβία, σταμάτα!». Το κίνημα αυτό πέρασε από καταλήψεις πανεπιστημίων, σε δράσεις πολιτικής ανυπακοής, σε μαζικές μαραθώνιες πεζοπορίες, σε απεργίες (κυρίως στην εκπαίδευση αλλά σποραδικά και σε άλλους κλάδους), φτάνοντας στα οδοφράγματα και τις πιο βίαιες συγκρούσεις το καλοκαίρι του 2025. Αρχικά επέμεινε σε μια συγκεκριμένη λίστα αιτημάτων -που αφορούσε το δυστύχημα στο Νόβι Σαντ και τις δαπάνες για την παιδεία- μέχρι που αποφάσισε να υιοθετήσει το κάλεσμα για πρόωρες εκλογές. Από τη στιγμή που το υιοθέτησε, και εφόσον θέλησε να κρατήσει την απόστασή του από τις υπάρχουσες κομματικές αντιπολιτεύσεις, ξεκίνησε και τις συνελεύσεις με στόχο τη διαμόρφωση δικής του εκλογικής έκφρασης. Συνέχισε να καλεί κάποιες σποραδικές κεντρικές διαδηλώσεις «υπενθύμισης» της ενεργής αντιπαράθεσης, αλλά επικεντρώθηκε στις διεργασίες διαμόρφωσης ψηφοδελτίου, τις συνελεύσεις για πρόσωπα και πρόγραμμα, τις διαβουλεύσεις με πολίτες κ.ο.κ.
Σε ένα -σχετικά- ήσυχο κοινωνικά περιβάλλον, ο Βούτσιτς ανακοίνωσε ότι παραιτείται από πρόεδρος για να οδηγήσει το κόμμα του (ως υποψήφιος πρωθυπουργός) σε πρόωρες κοινοβουλευτικές εκλογές. Ο συνηθισμένος ελιγμός αυτήν τη φορά δεν απέδωσε. Το κυβερνητικό μπλοκ αποδείχθηκε πάλι συμπαγές, κερδίζοντας 1.670.000 ψήφους, δηλαδή την εκλογική δύναμη που του επέτρεπε να κυριαρχεί σε διαδοχικές κάλπες. Αλλά αντιμετώπιζε έναν πολύ διαφορετικό αντίπαλο. Η «Φοιτητική Λίστα», αντλώντας από το κύρος και την γενικευμένη συμπάθεια που είχε κερδίσει το φοιτητικό κίνημα, αλλά και από τις διαδικασίες που έδωσαν την αίσθηση ότι δημιουργείται κάτι «νέο» (σε σχέση με τις υπάρχουσες αντιπολιτεύσεις) κατάφερε δύο πράγματα:
Καταρχήν «επέβαλλε» την ενοποίηση όλων των ψηφοφόρων που δεν στηρίζουν τον Βούτσιτς γύρω από το δικό της ψηφοδέλτιο. Τα περισσότερα αντιπολιτευτικά κόμματα αποσύρθηκαν οικειοθελώς, κάποια που επέμειναν να κατέβουν υποχρεώθηκαν να αναθεωρήσουν υπό το βάρος «ανταρσίας» σε τοπικές τους οργανώσεις και όσα παρέμειναν στην κάλπη εξαϋλώθηκαν. Έπειτα προκάλεσε αύξηση της συμμετοχής. Αυτή έφτασε στο 66,12%, που είναι ρεκόρ μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας (τα τελευταία χρόνια κυμαινόταν γύρω στο 56-58%). Κάπως έτσι, απέναντι στο συμπαγές μπλοκ του Βούτσιτς, η Φοιτητική Λίστα κέρδισε 2.245.000 ψήφους, φτάνοντας στο συγκλονιστικό 53,3%.
Η εκλογική νίκη της Φοιτητικής Λίστας είχε ενδιαφέρον λόγω των πρωτόγνωρων διαδικασιών συγκρότησής της και του μεγέθους της επιτυχίας της απέναντι σε έναν πανίσχυρο μηχανισμό. Ήταν επίσης μια σημαντική εξέλιξη για τις προοπτικές των κοινωνικών αντιστάσεων. Η σερβική αντικαπιταλιστική οργάνωση Marx21, δηλώνοντας «κριτική στήριξη», εξηγούσε τα τρία σενάρια: α) Μια καθαρή νίκη της Λίστας, που θα πρέπει να αξιοποιηθεί για να επανεμφανιστούν αγώνες και να βρουν χώρο οι ταξικές διεκδικήσεις στη διαμόρφωση της «νέας σελίδας». β) Μια νίκη της Λίστας που θα αμφισβητούσε ο Βούτσιτς, οπότε θα άνοιγε μια νέα αποφασιστική αναμέτρηση στο δρόμο. γ) Μια νίκη του Βούτσιτς, που θα αποθράσυνε μια «αντιδραστική εκδικητική ρεβάνς». Με αυτήν την έννοια, η εκλογική ήττα του Βούτσιτς θεωρούταν προαπαιτούμενο για την -όποια- συνέχεια, μετά τα όσα είχαν προηγηθεί το 2025-26.
Κάτι που δίνει επιπλέον (διεθνή) αξία στην ήττα του Βούτσιτς ήταν το γεγονός ότι ο Σέρβος ηγέτης επιχείρησε να διασωθεί επιστρατεύοντας όλα τα εγχειρίδια (και τους υλικούς προπαγανδιστικούς μηχανισμούς) της διεθνούς ακροδεξιάς και τα εργαλεία αυτά απέτυχαν. Μια άλλη διεθνή αξία αφορά το γεγονός ότι τα ισραηλινά ΜΜΕ πενθούν που το Ισραήλ «έχασε δύο στενούς συμμάχους σε μία μέρα» (μαζί με την ήττα Μπολσονάρο) και αναρωτιούνται αν θα αλλάξει κάτι στη «ροή όπλων από το Βελιγράδι» (που απέκτησε τεράστια σημασία και μέγεθος στα 3 χρόνια της γενοκτονίας, με τον Βούτσιτς να καθιστά τη Σερβία δεύτερη μεγαλύτερη πηγή ευρωπαϊκών όπλων για το σιωνιστικό κράτος μετά τη Γερμανία!).
Το τι θα φέρει αυτή η εκλογική νίκη σε κοινοβουλευτικό, κυβερνητικό επίπεδο είναι πολύ διαφορετικό ερώτημα.
Οι φοιτητές-τριες αποφάσισαν ότι δικαίωμα συμμετοχής στα ψηφοδέλτια έχουν άνθρωποι που δεν υπήρξαν μέλη του κυβερνητικού κόμματος, ούτε είναι μέλη άλλων κομμάτων. Αν και έχει λογική -με βάση το κομματικό τοπίο στη Σερβία- αυτή η επιλογή άνοιξε την πόρτα στους «ειδικούς».
Επιπλέον, οι συνελεύσεις αποφάσισαν ότι στη «Φοιτητική Λίστα» δεν μπορούν να συμμετέχουν… φοιτητές-τριες! Μοιάζει με συνειδητή επιλογή να αποφευχθεί κάθε μομφή «εκλογικής κεφαλαιοποίησης» από τους πρωταγωνιστές αλλά και να διατηρήσει το φοιτητικό κίνημα την ανεξαρτησία του, σε έναν ρόλο «ελεγκτή» της νέας κατάστασης. Όμως, αναζητώντας «πρόσωπα που μας εκφράζουν», ο φοιτητικός πληθυσμός στράφηκε προνομιακά στην πανεπιστημιακή διανόηση, που έχει ειδικό βάρος μέσα στα ψηφοδέλτια (μαζί με «προσωπικότητες» που είχαν δηλώσει την στήριξή τους κατά της καταστολής, ανεξάρτητα από άλλους αμφιλεγόμενους ρόλους τους, όπως πχ ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα).
Το πρόγραμμα που καταλήχθηκε έχει κάποιες κοινωνικές παρεμβάσεις (δωρεάν σχολικά εγχειρίδια, ενίσχυση/στελέχωση των Κέντρων Υγείας και των αγροτικών ιατρείων, μείωση του χρόνου που απαιτείται για μετατροπή μιας σύμβασης σε μόνιμη από τους 24 μήνες στους 12). Υπόσχεται -πιο γενικόλογα- την προστασία της αγροτικής γης και των υδάτινων πόρων και μια «οικονομικά προσιτή στέγη» (σε «νέα ζευγάρια» και σε «επαγγελματίες της παιδείας και της υγείας»). Προωθεί έναν «εκδημοκρατισμό» (απόταξη αστυνομικών που βιαιοπράγησαν στις κινητοποιήσεις, ελευθερία των ΜΜΕ) που συνυπάρχει με την επιδίωξη/αυταπάτη ενός «κανονικού κράτους» (με νέα ειδικά σώματα που θα ερευνούν τη διαφθορά κλπ) και με αναφορές στην «αξιοκρατία» ως αντίβαρο στη «διαφθορά» -από την πάταξη της οποίας ευελπιστούν ότι θα βρεθούν οι πόροι που θα επιτρέψουν δημόσιες επενδύσεις κλπ.
Είναι ένα θολό πρόγραμμα, που συνδυάζει κάποιες σοσιαλδημοκρατικές κοινωνικές αναφορές, τη φιλελεύθερη αντίληψη περί «κράτους δικαίου» και «κανονικού καπιταλισμού» (μια αυταπάτη που ανθεί ειδικά στις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, όπου κυριαρχούν μορφές «ολιγαρχίας» και πολύ πιο ωμά «μαφιόζικες» πρακτικές στο κράτος) και μια διαταξική επιθυμία για μια σύγχρονη οικονομικά Σερβία, όπου οι αναφορές στην «καινοτομία», την «οικονομία της γνώσης», την «ανταγωνιστικότητα» συνδυάζονται με την «αξιοπρεπή διαβίωση κάθε πολίτη» και τον στόχο «να πάψει η Σερβία να είναι πηγή φτηνής εργασίας και φυσικών πόρων προς εκμετάλλευση από ξένες εταιρίες».
Ένα (ετερόκλητο κι ανομοιογενές πολιτικά) άθροισμα διανοουμένων, προσωπικοτήτων και «ειδικών» θα κληθεί να κάνει κυβερνητική πολιτική πάνω σε αυτούς τους θολούς άξονες. Θα το επιχειρήσει έχοντας να αντιμετωπίσει την απειλή του μηχανισμού του Βούτσιτς (που αναγνωρίζοντας την ήττα του, υποσχέθηκε «να τους δείξει τι θα πει αντιπολίτευση»). Θα κινηθεί στην κινούμενη άμμο που τους κληροδότησε ο Βούτσιτς, του οποίου οι ασκήσεις ισορροπίας έχουν κάνει τη Σερβία πεδίο παρέμβασης (και διεκδίκησης) και της Ρωσίας και της ΕΕ και των ΗΠΑ, ενώ έχει ανοιχτεί και σε κινεζικά κεφάλαια (πρωτοβουλία 14+1 για τη διείσδυση της Κίνας σε κεντρική και ανατολική Ευρώπη) και σε δυτικά (εξορύξεις λιθίου ως «στρατηγικό σχέδιο της ΕΕ») και σε αραβικά (επενδύσεις ΗΑΕ στο Βελιγράδι), παράλληλα με την μετατροπή της Σερβίας σε προνομιακό πωλητή όπλων στο Ισραήλ. Η νέα κυβέρνηση θα έχει επιπλέον να αντιμετωπίσει και πιθανούς «εθνικούς πονοκεφάλους» (στο Κόσοβο και αλλού) σε μια χώρα και μια περιοχή όπου τα εθνικιστικά πάθη έχουν αποτελέσει πολλές φορές το «καταφύγιο» πολλών και διάφορων «απατεώνων». Όλα αυτά θα δοκιμάσουν και τις κατευθύνσεις και τη συνοχή της νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
Η Φοιτητική Λίστα ήταν η απάντηση στο πρόβλημα Βούτσιτς και αυτό αρκούσε για έξαλλους πανηγυρισμούς στις γραμμές των ανθρώπων που βρέθηκαν πολλές φορές στους δρόμους κι αντιμετώπισαν την καταστολή του τα τελευταία 10-12 χρόνια, δίνοντας μάχες ενάντια στη λεηλασία της φύσης από τις εξορυκτικές, ενάντια σε «αναπλάσεις» που άλλαζαν ριζικά τις πόλεις κ.ά. Αλλά η απάντηση στα προβλήματα του σερβικού καπιταλισμού θα απαιτήσει την οικοδόμηση άλλων πολιτικών εργαλείων. Ελπίζουμε η ριζοσπαστική πτέρυγα του φοιτητικού κινήματος να κινηθεί προς τα εκεί και να συναντηθεί με τμήματα του εργατικού κινήματος που εκδήλωσαν τάσεις «ανταρσίας» στους γραφειοκρατικούς συνδικαλιστικούς μηχανισμούς κατά την μεγάλη κινηματική άνοιξη…
https://www.rproject.gr/article/enas-eklogikos-seismos-sti-serbia-o-boytsits-ittithike









Σχόλια (0)