Φαντασιακή λύτρωση ή ελληνική μαγκουφιά;

Φαντασιακή λύτρωση ή ελληνική μαγκουφιά;

Τελικά, αυτός ο λαός (και όταν μιλάμε για λαό εννοούμε άπαντες τους ιθαγενείς πολίτες στην ημετέρα επικράτεια), άπαξ και σημάνουν εκλογές (όποιες εκλογές και να είναι αυτές) γίνεται, θαρρείς, ένας …άλλος λαός. Πολύ διαφορετικός απ’ αυτόν -τον ίδιο λαό, που, μέχρι χθες, ήταν αλλιώς : γίνεται, τώρα, αλλιώτικος!  Άπαξ, δηλαδή, και σημάνουν εκλογές σ’ αυτόν το τόπο∙ τούτος ο λαός, θαρρείς, αλλάζει αυτόματα  διάθεση και προσωπείο. Γίνεται πιο ανοιχτός, πιο ευχάριστος, πιο πληθωρικός. Εκεί που μέχρι χθες, ας πούμε, ήταν φουλ στη κατάθλιψη και τη στεναχώρια για την κατάσταση που επικρατεί στην χώρα∙ ήγουν, τα ασίγαστα ακόμη μνημόνια, την μεγάλη φτώχεια, τους ασήκωτους φόρους, τη μεγάλη ανεργία και αβεβαιότητα∙ άπαξ και σημάνουν εκλογές τα ξεχνάει όλα και, ω, τι έκσταση, μεταμορφώνεται : αρχίζει και μιλάει, βρίσκει το χαμόγελο, γίνεται λίαν δοτικός – το ρίχνει, επιτέλους, έξω…

● του ΣΠΥΡΟΥ Χ. ΤΑΓΚΑ*

Δεν γνωρίζουμε βεβαίως, αν πρόκειται εδώ για κάποιο ψυχολογικό σύμπλεγμα ή για κάτι ακόμη πιο βαθύ που, φευ, δεν αναλύεται (παρά τις τόσες αναλύσεις). Σίγουρα, πάντως, πρόκειται για μια κατάσταση καθολική, κατάσταση που τη βιώνουμε όλοι : ο Έλληνας ζει τις εκλογές ή, επί τω καλύτερω, ζει για τις εκλογές!. Και, ανεξάρτητα, την πολιτική τοποθέτηση, ή πώς περνάει γενικότερα στη ζωή του (πλούσια ή φτωχά) με τις όποιες εκλογές δείχνει (φαντασιακά) να απελευθερώνεται : να λυτρώνεται :  να τα λύνει όλα. Κι αλίμονο : ας έπαθε, όλα αυτά που έπαθε στο παρελθόν, ας παθαίνει ότι παθαίνει και στο παρόν μέσα από αυτή τη στρεβλή διαδικασία πίστης και άμετρης δοξασίας, οι εκλογές τον ιντριγκάρουν, τον βάζουν σε κίνηση, τον αναγεννούν σαν ύπαρξη. Ίσως να νοιώθει επιτέλους κάποιος. Ίσως να νοιώθει την ελπίδα πάλι να… πλησιάζει. Ίσως βρίσκει… διαφυγή από την σκληρή πραγματικότητα που όμως από την Δευτέρα θα είναι και πάλι σκληρή…

Τελικά, ή είμαστε ένας λαός βαθιά πολιτικός (και δεν το ξέρουμε), ή είμαστε ένας λαός (λούμπεν) που του αρέσει να αναμασά εύκολα τους μύθους και τα ψέματα που τον έφεραν (και τον φέρνουν πάντα) στις εσχατιές της καταστροφής. Αν και το ένα δεν αναιρεί το άλλο, διότι, στην περίπτωσή μας μπορεί να ισχύουν παραδόξως και τα δύο, πρόκειται για μια τραγωδία απ’ αυτές, ίσως, που δεν ξεδιαλύνονται ποτέ∙ όπως και κατά την αρχαιότητα δηλαδή, όπου το κυρίως ειπείν αντικείμενο της (κάθε) ιστορίας ήταν ο θύτης και το θύμα παράλληλα. Δεν θέλουμε να αναφέρουμε εδώ παραδείγματα από τις απαράμιλλες «μαστοριές» του Ευρυπίδη, του Αισχύλου ή του  Σοφοκλή στην αρχαία κλασσική γραμματεία, αλλά, θαρρείς, ο λαός αυτός πάνω στην παρόρμησή του -πες την αντράλα του, πάντα μεγαλουργούσε. Και εφόσον μεγαλουργούσε, αμέσως μετά αυτοκαταστρέφονταν ή και εκφυλίζονταν πάραυτα. Η κίνηση ήταν παράλληλα η μη κίνηση του. Η νίκη του ήταν, αείποτε, και η καταστροφή του. Αυτή ήταν η ειμαρμένη του. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τις (όποιες) εκλογές και την (όποια)  πολιτικότητα των Ελλήνων…

*Ο κ. Σπύρος Χ. Τάγκας είναι Αρθρογράφος – Σύμβουλος Πολιτικής Στρατηγικής & Επικοινωνίας.