Αναπτυξιακοί στόχοι και πολιτικός ρεαλισμός

Αναπτυξιακοί στόχοι και πολιτικός ρεαλισμός

Αν η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στη μείωση του ΕΝΦΙΑ και στα μέτρα τόνωσης της οικοδομής, είναι ακριβώς επειδή διαισθάνεται τις τεράστιες δυσκολίες για το «επενδυτικό τσουνάμι» που θα φέρει την ανάπτυξη στο 4%.
Ανεξάρτητα από το πόσο διαφωνεί κανείς με τα μέσα εφαρμογής, τις μεθόδους και τη φιλοσοφία των στόχων του νέου κυβερνητικού προγράμματος, οφείλει να παραδεχτεί πως τυχόν επιτυχής υλοποίησή τους θα αποτελέσει ένα βήμα προόδου για τη χώρα, εφόσον (α) δεν διαταραχθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και (β) δεν συρρικνωθεί, αλλά ενισχυθεί το κράτος πρόνοιας.

Κ. Καλλωνιάτης*

Θυμίζουμε πως όσον αφορά την οικονομία, η κυβέρνηση της Ν.Δ. έχει δεσμευτεί για:

1. Τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων κατά 29% (από 3,5% σε 2,5%) για την ευκολότερη και ταχύτερη μείωση της φορολογίας και την ενίσχυση της ανάπτυξης.

2. Τη μείωση φόρων και εισφορών χωρίς περικοπή των συντάξεων ή του αφορολόγητου, με παράλληλη εξοικονόμηση κρατικών δαπανών χωρίς απολύσεις.

3. Την επίτευξη διπλάσιων των σημερινών ρυθμών ανάπτυξης (4% ετησίως αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ), με μαζική προσέλκυση επενδύσεων, ώστε ο λόγος επενδύσεων προς ΑΕΠ να ανέλθει στο 20% στο τέλος της 4ετίας από περίπου 12% που είναι σήμερα.

4. Τη δημιουργία 120.000 νέων και καλά αμειβόμενων θέσεων εργασίας ετησίως, ήτοι 480.000 στο σύνολο της 4ετίας.

Ολα αυτά είναι πολύ καλά για να είναι αληθινά επιτεύξιμα. Η ταυτόχρονη υλοποίηση όλων αυτών των στόχων θυμίζει αρκετά το αδύνατο εγχείρημα τετραγωνισμού του κύκλου.

Η πρώτη απώλεια είναι ενδεικτική: η διαπραγμάτευση μείωσης των πρωτογενών πλεονασμάτων αναβλήθηκε από τους θεσμούς για το 2021, αποδεικνύοντας έτσι την εσφαλμένη αντίληψη της Ν.Δ. ότι αρκούσε η αξιοπιστία του αρχηγού της για την αλλαγή στάσης των πιστωτών της χώρας.

Χωρίς τη μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων για τον επόμενο 1,5 χρόνο, το πακέτο των φορολογικών ελαφρύνσεων θα εφαρμοστεί πιο σταδιακά (μέρος του από το 2021), περιορίζοντας την όποια αναπτυξιακή ώθηση αναμενόταν άμεσα.

Ωθηση που η ιστορική εμπειρία δείχνει πως είναι μικρής κλίμακας και προσωρινή: στις ΗΠΑ οι μεγάλες φορολογικές ελαφρύνσεις του Τραμπ αύξησαν τον ρυθμό ανάπτυξης από 2% σε 3% το 2018, για να υποχωρήσει αυτός εκ νέου στο 2% το 2019, μέχρι στιγμής.

Στο μεταξύ, οι ρυθμοί ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας επιβραδύνονται αισθητά. Στην ευρωζώνη η αύξηση του ΑΕΠ από 2,5% τη διετία 2017-2018 υποχώρησε στο 1,2%, ενώ στην Ιαπωνία από 1,7% το 2017 υποχώρησε σε 0,6% το α’ 6μηνο 2019 και στην Κίνα επιβραδύνθηκε από 6,8% το 2017 σε 6,2% αντίστοιχα.

Με τα ιδιωτικά χρέη σε υψηλότερα επίπεδα από το 2008, τον εμπορικό πόλεμο να αποτελεί τον μεγάλο φραγμό στο διεθνές εμπόριο και τις υπερτιμημένες αγορές χρεογράφων και ακινήτων να απειλούν με νέο χρηματιστηριακό κραχ, δεν είναι τυχαίο που οικονομικοί αναλυτές και διεθνείς οργανισμοί φοβούνται πως μια νέα οικονομική κρίση βρίσκεται προ των πυλών, χωρίς πλέον να υπάρχουν τα πυροσβεστικά μέσα δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής που υπήρχαν μία δεκαετία πριν.

Στις συνθήκες αυτές της υποτονικής εξωτερικής ζήτησης, οι ελληνικές εξαγωγές είναι επόμενο να κόψουν ταχύτητα. Πράγματι, στο α’ 5μηνο 2019 οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν 4,4% έναντι αύξησης 13,8% το α’ 5μηνο 2018. Την ίδια περίοδο η αύξηση των εισαγωγών διατηρήθηκε σταθερή περίπου στο 9%, με συνέπεια το ελλειμματικό εμπορικό ισοζύγιο να έχει πλέον αρνητική επίδραση στην αύξηση του ΑΕΠ.

Ανάλογη επιβράδυνση εμφανίζει και το πλεονασματικό ισοζύγιο υπηρεσιών, με την αύξηση των εισπράξεων να περιορίζεται και την αύξηση των πληρωμών να ενισχύεται. Συνολικά, λοιπόν, ο εξωτερικός τομέας αναμένεται να συμβάλει αρνητικά φέτος στην ανάπτυξη.

Με την αύξηση της καταναλωτικής δαπάνης να διατηρείται μακροχρονίως σταθερή περίπου στο 1%, η εκτίναξη του ΑΕΠ από το 2% στο 4% από το 2020 και μετά (για το 2019 κανείς δεν εκτιμά ανάπτυξη πάνω από 2%) πρέπει να προέλθει αποκλειστικά από τις επενδύσεις, οι οποίες αποτελούν, ωστόσο, τη συνιστώσα με το μικρότερο ειδικό βάρος στο ΑΕΠ (μόλις 8% του ΑΕΠ το 2018).

Αυτό συμβαίνει ενώ εντείνεται η τάση αποεπένδυσης διεθνώς κι ενώ στην Ελλάδα δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμη το σοβαρό γεωπολιτικό ρίσκο που προκαλεί η διένεξη με την Τουρκία σε Αιγαίο και Κύπρο. Ισως όχι τυχαία οι ξένες άμεσες επενδύσεις εμφανίζουν στασιμότητα σε ετήσια βάση φέτος στο α’ 5μηνο, ενώ οι επενδύσεις χαρτοφυλακίου εμφανίζουν κάμψη κατά 178 εκατ. ευρώ.

Αν η κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στη μείωση του ΕΝΦΙΑ, στα μέτρα τόνωσης της οικοδομής και στα 4-5 «εμβληματικά» -όπως τα χαρακτήρισε- οικοδομικά έργα, είναι ακριβώς επειδή διαισθάνεται τις τεράστιες δυσκολίες για το «επενδυτικό τσουνάμι» που θα φέρει την ανάπτυξη στο 4%, δημιουργώντας τη μαζική απασχόληση που υποσχέθηκε.

Το δυστύχημα είναι πως έτσι ούτε το παραγωγικό μοντέλο της οικονομίας αλλάζει για να έχουμε το περιβόητο αναπτυξιακό άλμα, ούτε μαζικές, ποιοτικές και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας δημιουργούνται. Μακάρι να διαψευστούμε.

*oικονομολόγος

efsyn.gr