Η πικρία του αριστεριστή μετά το οριστικό (κόλλημά του στο) κόρνερ. Του Χρήστου Λάσκου

Η πικρία του αριστεριστή μετά το οριστικό (κόλλημά του στο) κόρνερ. Του Χρήστου Λάσκου

Η στήλη αυτή είναι γνωστό, για όσους την παρακολουθούν, πως γράφεται, σχεδόν ανεξαρτήτως συνθηκών, επί 8 περίπου χρόνια, με μεγάλη τακτικότητα και επιμονή. Για πρώτη φορά έμεινε «άγραφη» για δύο ολόκληρους μήνες.

Μετά από την πρώτη αποτίμηση των εκλογών της 26ης Μαΐου σιώπησε -και σιώπησε συνειδητά. Προτίμησα να εκφράζομαι πολιτικά, όλο αυτό το διάστημα, μέσα από άλλα έντυπα, όπως η ΕφΣυν. Τα κείμενα του alterthess, για μένα, έχουν άλλο χαρακτήρα, ακόμη κι αν λένε τα ίδια πράγματα με τα ίδια λόγια.

Η συνειδητή μου, όμως, αυτοσυγκράτηση ολοκληρώνει τον κύκλο της σήμερα. Τώρα που οι εκλογές τελείωσαν προ πολλού και δεν υφίσταται πια κίνδυνος παρεξηγήσεων, λόγω «θυμού», «μικρομυαλιάς» ή εμμονικής «εθελοτυφλίας».

Απέναντι στο διακύβευμα (Θεέ μου, τι λέξη!) των εκλογών, άνθρωποι του κινήματος τοποθετήθηκαν με βάση δύο -καταστατικά ανταγωνιστικές- οπτικές.

Η μία, με άξονα το «δεδομένων των συνθηκών, έρχεται ο Κούλης», οδηγήθηκε σε ένα είδος εκφρασμένης -κυρίως, μέσω κειμένων υπογραφών- κριτικής (δηλαδή;) υποστήριξης στον Τσίπρα.

Η δεύτερη, καταλογίζοντας κατεξοχήν στον Τσίπρα τις «δεδομένες συνθήκες», διά των οποίων ήρθε ο Κούλης, έμεινε μέχρι τέλους μαχητικά εχθρική απέναντι και στους δύο πόλους του νεοδιαμορφούμενου δικομματισμού -για λόγους που εξηγούνται καλά από το σκίτσο της «Αυγής», που εισάγει το άρθρο. Ο καταλογισμός δεν αφορούσε, δηλαδή, «λάθη και παραλείψεις», οσοδήποτε μεγάλα, αλλά μια προσχώρηση, η οποία καταδίκασε το ελληνικό ανταγωνιστικό κίνημα σε μια συντριπτική ήττα, μέχρι εξαφάνισης, που καμιά δεξιά κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να διανοηθεί, ούτε στα πιο προχωρημένα της όνειρα. Με απλά λόγια, αυτό που έκανε η κυβέρνηση Τσίπρα ήταν μια «δουλειά», που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να αναλάβει.

Και δεν επρόκειτο για τους «καταναγκασμούς» των συσχετισμών, ιδίως των διεθνών. Όχι μόνο γιατί με ένα τέτοιο «επιχείρημα» τίποτε δεν θα είχε γίνει ποτέ στα 5000 χρόνια της γραπτής ιστορίας από τις κατώτερες τάξεις και τους καταπιεσμένους κάθε είδους.

Κυρίως, στην περίπτωσή μας, γιατί δεν έγινε σχεδόν απολύτως τίποτε και εκεί όπου οι «συσχετισμοί» και οι «θεσμοί» δεν εμπόδιζαν κανένα. Με αποτέλεσμα οι άνθρωποι της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης να δίνουν ρεσιτάλ αυτογελοιοποίησης αναλαμβάνοντας τις νέες τους «μάχες», όταν, π.χ.:

– Υπερασπίζονται το άσυλο, με τη μισή τους κοινοβουλευτική ομάδα να έχει υπερψηφίσει το νόμο Διαμαντοπούλου

– Συγκρούονται με τον εθνικισμό των εορτασμών του 2021, ενώ δεν είναι παρά, η οικοδέσποινα του Τσίπρα στους χώρους του αμερικανικού establishment (sic), Γιάννα Αγγελοπούλου που ηγείται του πρότζεκτ -εγγύηση, για πολύ καιρό, προοδευτισμού, για τον «κύκλο του Μαξίμου». Για να μη θυμηθούμε την αποθέωση του στρατόκαβλου πνεύματος στις παρελάσεις του Καμμένου, από αυτούς που θα καταργούσαν τις παρελάσεις (με ένα νόμο κι ένα άρθρο;)

– Εκφράζονται αντικληρικαλιστικά, ενώ έφαγαν με τη μεγαλύτερη άνεση έναν υπουργό Παιδείας για κάτι μικροτροποποιήσεις στα Θρησκευτικά και ενώ, επιπλέον, επί τεσσεράμισι χρόνια δεν μπόρεσαν να ρυθμίσουν την απαλλαγή των μαθητών με μόνη τη δήλωση των γονέων -που ήδη ο Αρβανιτόπουλος είχε επιλύσει!

– Καταγγέλλουν την ταξική εκπαίδευση της Κεραμέως, όταν η εκπαιδευτική τους πολιτική καθορίστηκε απόλυτα από την εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ και ελάχιστα απέκλινε από το «νέο Λύκειο» της Διαμαντοπούλου, κάνοντας το σχολείο και με τη βούλα φροντιστήριο

– Επιτίθενται στο πρωθυπουργοκεντρικό «επιτελικό κράτος» του Μητσοτάκη, αυτοί που επαναλάμβαναν ψηφοφορίες σε συνέδρια, όταν ο Τσίπρας τους εξηγούσε πως δεν κατάλαβαν τι ψήφισαν

– …

Θα μπορούσαμε να θυμηθούμε μυριάδες «τέτοια». Μυριάδες. Δεν χρειάζεται, νομίζω.

Η υπενθύμισή τους έχει σκοπό να δείξει πως δεν απαιτείται να είσαι πολύ αριστεριστής για να μην θέλεις να βοηθήσεις τον τσιπρισμό. Η, για να το πω καλύτερα, δεν σημαίνει πως είσαι αριστεριστής (άσε που δεν είναι και από τους χειρότερους χαρακτηρισμούς), όταν επιμένεις, μαζί με την Χάνα Άρεντ πως το μικρότερο κακό δεν παύει να είναι κακό και, μάλιστα, η ύπαρξή του -του «μικρότερου κακού»- είναι όρος της διατήρησης του όλου «κακού». Αυτό δεν λέγαμε, άλλωστε, επί χρόνια σε ό,τι αφορά τη συστημική λειτουργία του δικομματισμού; Αυτό δεν καταλογίζαμε στην «κεντροαριστερά», χωρίς την οποία -λέγαμε- η επέλαση του νεοφιλελευθερισμού θα ήταν πολύ περισσότερο ανασφαλής;

Ενώ, λοιπόν, είναι τόσο σαφή, νομίζω, τα πράγματα, ποικίλα περίεργα γράφτηκαν με φόντο τις εκλογές. Θα μεταφέρω μερικά, από κείμενα εκλογικής στήριξης της κυβέρνησης Τσίπρα, αφού θυμίσω πως οι αριστεριστές και «απορριπτικοί» μιας τέτοιας στάσης ούτε κατήγγειλαν ούτε καν έκριναν δημόσια τέτοιες ενέργειες:

«Τόσα χρόνια μάθαμε καλά να ξεχωρίζουμε το επείγον, τη σημασία της ελάχιστης κατάφασης, την αξία της μικρής νίκης του κινήματος. Μάθαμε να ξεχωρίζουμε τη δύναμη της επιθυμίας από την αντιδημιουργική θέση στην οποία σε καθηλώνει ο θυμός και η αδράνεια. Μάθαμε πόσο σημαντικό είναι να έχεις χώρο, να έχεις τη δυνατότητα να κάνεις έστω κάτι, αντί να αναλώνεσαι στην παντοδυναμία του «όλα ή τίποτα»».

«Το να μηδενίζει κανείς τα πάντα είναι πολύ εύκολο και ανέξοδο. Πάντοτε θα υπάρχει ένα «ναι μεν αλλά» που τροφοδοτεί τον θυμό, το πολιτικό και προσωπικό αδιέξοδο, ακόμη και τη χαιρεκακία. Πάντοτε θα υπάρχει κάτι έξω από εμάς, που θα φταίει για την αδράνειά μας. Πάντοτε θα υπάρχουν δυνάμεις που μας κάνουν να μη βλέπουμε εναλλακτική ή δυνάμεις που φταίνε για το ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική»».

Θέλω, λοιπόν, τώρα, που οι «μάχες» ή οι «φυγομαχίες» μας είναι πια παρελθόν, να πω πως «δεν καταλαβαίνω». Δεν καταλαβαίνω το επιχείρημα -ίσως λόγω της κοινοτοπίας του.

Κυρίως, όμως, δεν καταλαβαίνω την επιθετικότητα της έκφρασης -όσοι δεν «υποστηρίζουν», έστω αισχυντηλά, είναι αντιδημιουργικοί (!), καθηλωμένοι από τον θυμό και την αδράνεια, αναλωνόμενοι στο όλα ή τίποτα, μηδενιστές οπαδοί του εύκολου και ανέξοδου, βυθισμένοι σε πολιτικά και προσωπικά αδιέξοδα, έως και χαιρέκακοι, που ψάχνουν «εκεί έξω» τις αιτίες για την αδράνειά τους, σε δυνάμεις, άλλες από τους ίδιους, που φταίνε για το ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική».

Και «δεν καταλαβαίνω», γιατί θα μπορούσε πολύ εύκολα να υποστηρίξει κάποιος το ΣΥΡΙΖΑ χωρίς να χρειάζεται να τα πει όλα αυτά. Πολύ περισσότερο που η επίθεση υπήρξε εντελώς απρόκλητη και -τουλάχιστον, σε πρώτη ματιά- χωρίς κάποια προφανή αιτιολογία.

Εκτός του ό,τι, όπως το έθεσε και ο ιερός Αυγουστίνος, «ελπίδα χωρίς οργή δεν υπάρχει» -δεν είναι παθολογικές, αλλά ελπιδοφόρες, περιπτώσεις οι «οργισμένοι».

Σταματώ εδώ. Ήθελα, απλώς, να το «θέσω», για να μην πέσει εντελώς κάτω. Γιατί αυτά δεν πρέπει να «πέφτουν κάτω» -είναι θέμα τάξης.

Κατά τα άλλα, επί του όντως πολιτικού, επιμένω.

Η ενίσχυση οποιουδήποτε από τους πόλους του δικομματισμού συνιστά μεγάλο πρόβλημα. Πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ίσως, το κύριο πρόβλημα του κινήματος από εδώ και πέρα. Ο δικομματισμός εξασφαλίζει, με τον καλύτερο τρόπο, τη συστημική σταθεροποίηση μετά από δέκα χρόνια. Το αν θα τα καταφέρει μέχρι τέλους δεν είναι βέβαιο. Η πάλη εναντίον της εγκαθίδρυσής του, όμως, είναι πρώτη προτεραιότητα για το κίνημα -όρος για την απόκρουση της νεοφιλελεύθερης δολοφονικής πολιτικής και την αντίσταση απέναντι στο εγκαθιδρυμένο μνημονιακό καθεστώς.

ΥΓ. Μετά τις εκλογές της 7ης Ιουλίου και τη μερική «δικαίωση» -κούνια που τον κούναγε- του Τσίπρα άρχισαν και οι εκ των έσω επιθέσεις. Γράφει χαρακτηριστικά «λόγιος» πρώην βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ:

«Πολλοί άλλωστε, της εμπριμέ, ανέμελης και ανέφελης ρήξης έβριζαν (και εξακολουθούν) εκ του ασφαλούς τον «μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ», τον συμβιβασμό -φυσικά πάντα συμμετέχοντας στα ευρωπαϊκά προγράμματα ή ιδρύοντας κερδοφόρες, συστημικές ΜΚΟ, που ο «ξεπουλημένος» ΣΥΡΙΖΑ και οι «καρεκλοθήρες» βουλευτές του ψήφιζαν και εξασφάλιζαν θεσμικά τα τεσσεράμισι τελευταία χρόνια», βαφτίζοντας με τα όντως περίεργα ελληνικά του αυτές τις στάσεις «λάθος πολιτικές με τη ρήξη παγωτού καϊμάκι».

Και όποιος κατάλαβε, κατάλαβε.

http://alterthess.gr