Απέναντι στη ΝΔ – αλλά πώς; Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Απέναντι στη ΝΔ – αλλά πώς; Του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου

Δύο είδη κριτικής απευθύνονται στην κυβέρνηση αυτόν τον ενάμιση μήνα της θητείας της. Η πρώτη είναι η κριτική περί «ασυνέπειας». Κατήγγειλε την «κομματικοποίηση του κράτους» – άλλαξε όμως τη Νοτοπούλου με την Αντωνίου, και όρισε διευθυντή της δημόσιας τηλεόρασης τον διευθυντή του γραφείου προπαγάνδας της ΝΔ. Έκανε σημαία της την αριστεία – αλλά από τον αρχηγό της ΕΥΠ ως τον μετακλητό του Γεωργιάδη, οι άριστοι δεν φαίνεται να αφθονούν στη νέα κρατική μηχανή. Μπήκε μπροστάρισσα στο νέο Μακεδονικό Αγώνα – όμως ακόμα και ο θεατρικός Μπογδάνος ζητά «να επιβλέψουμε την κατά το δυνατόν αυστηρότερη εφαρμογή» των Πρεσπών.

Είναι δίκαιη, φυσικά, η κριτική περί ασυνέπειας. Είναι, όμως, και κριτική με κοντά ποδάρια. Στην καλύτερη περίπτωση, βεβαιώνει την κραυγαλέα αναξιοπιστία των κυβερνώντων – εν μέσω, όμως, απαξίωσης γενικά της πολιτικής. Το 42,08%, που απείχε στις αρχές Ιουλίου (ακόμα και στις Ευρωεκλογές ψήφισαν περισσότεροι), δεν είχε μεγάλες προσδοκίες να επενδύσει στην ηθική της ΝΔ.

Στη χειρότερη περίπτωση πάλι –και τα παραδείγματα δεν είναι λίγα ενάμιση μήνα–, την εμμονή στις ανακολουθίες των κυβερνώντων δύσκολα την ξεχωρίζεις από την έμμεση επικύρωση των αξιών τους. Είναι όμως ο Ζούλας λόγος να προτιμάμε τους τεχνοκράτες ή αδιακρίτως τους «ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών», απέναντι «στα κόμματα»; Είναι η «κοινωνία των αρίστων», των «αξίων» ή των «χαρισματικών» πυξίδα για κοινωνίες (που θέλουν να είναι) δημοκρατικές και εξισωτικές; Δεν υπήρξαν άραγε άριστοι τύραννοι, όπως και άνθρωποι χωρίς εχέγγυα «αριστείας», που όμως πήγαν τα πράγματα μπροστά; Ή μήπως ο εθνικισμός –αφόρητα ψηφοθηρικός στην περίπτωση της ΝΔ– όφειλε να δικαιωθεί μετεκλογικά;

Η μομφή περί ασυνέπειας, θέλω να πω, χαρίζει επικοινωνιακούς «πόντους» της στιγμής. Κρισιμότερα, όμως, είναι αυτά που βεβαιώνουν τη «συνέπεια» της ΝΔ: Σε αυτά θα κριθούν συμμαχίες, διεθνείς και στο εσωτερικό. Γι’ αυτά θα γίνουν (ή δεν θα γίνουν) κινητοποιήσεις. Κι εδώ θα συγκροτηθεί (ή όχι) αντιπολίτευση που να απειλεί στα σοβαρά τη ΝΔ, αντί να την περιμένει «να πέσει σαν ώριμο φρούτο». Γι’ αυτά, όμως, δεν αρκεί μια ηθική, ή μια επικοινωνιακά «αντι-ακροδεξιά», κριτική. Δεν αρκεί, γιατί, με ακροδεξιά υλικά, εδώ και ενάμιση μήνα φτιάχνεται ένα καινούριο «Κέντρο» ώστε η επαναφορά της Δεξιάς να μην είναι παρένθεση:

* Έπειτα από τρεις ανακεφαλαιοποιήσεις 64 δισ. ευρώ στην περίοδο 2012-2015, η κυβερνηση δρομολογεί σε συμφωνία με τους «θεσμούς» σχέδιο νέας κρατικής στήριξης των τραπεζών, ύψους 20 δισ. ευρώ.

* Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη, και επί της ουσίας το μισό υπουργείο Δικαιοσύνης, έχουν ανατεθεί σε έναν κεντρώο «εξωκομματικό». Κοιτάζοντας έτσι προς τις ΗΠΑ, η ΝΔ δηλώνει πως η φιλοατλαντική πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης συνεχίζεται – και σκληραίνει. Βλέποντας ταυτόχρονα προς το ΚΙΝΑΛ, ο Μητσοτάκης γνέφει ότι και άλλοι ξέρουν να στήνουν «γέφυρες» με ένα κάποιο Κέντρο – ότι, εν πάση περιπτώσει, πιθανή προσέγγιση της Γεννηματά με τον ΣΥΡΙΖΑ θα έχει κόστος για το ΠΑΣΟΚ. Προς τους κρατούμενους, πολιτικούς (κυρίως) και ποινικούς, η ΝΔ δίνει σήμα πως η ζωή στις φυλακές μπορεί να γίνει ακόμα χειρότερη. Αλλά και προς τον «λαό της Δεξιάς» –κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής–, το πρώτο δείγμα του Χρυσοχοΐδη είναι νεύμα καθησυχαστικό: μπορεί στις «υψηλές» συντηρητικές αξίες η κυβέρνηση να αποδείχθηκε κάπως ελαστική (sic) – όμως, από το πανεπιστήμιο μέχρι το μετρό, και βεβαίως τις φυλακές, οι «επικίνδυνες τάξεις» θα ζουν με το φόβο του χωροφύλακα: η αστυνομία θα επιβλέπει μέχρι και την εφαρμογή της αντικαπνιστικής νομοθεσίας.

* Η κυβέρνηση αξιοποιεί τους επίσης εξωκομματικούς Μαυρωτά, Τσιόδρα και Γιάννα Αγγελοπούλου – τη στιγμή που «αδειάζει» τον υπερεθνικιστή Σαμαρά και υποβαθμίζει τους Γεωργιάδη και Βορίδη. Έτσι, στο μεν εσωτερικό της ΝΔ διαμηνύει ότι υπάρχουν ρόλοι για όλους – ρόλοι, όμως, αυστηρά ατομικοί, και όχι για εσωκομματικές φατρίες (διδάξας, και εδώ, ο πρώην πρωθυπουργός). Έξω δε από τη ΝΔ, και με το βλέμμα στο διεθνές πεδίο, επιχειρεί να αμβλύνει τις εντυπώσεις περί ακροδεξιάς κατεύθυνσης, που εύλογα συμμερίζεται ως και μερίδα του συντηρητικού ξένου τύπου (βλ. LeMonde, 27.7.2019). Η αξιοποίηση των «σαμαρικών» δεν αποκλείεται, εξάλλου, σε επόμενη φάση, αν η κυβέρνηση αντιμετωπίσει σοβαρές αντιδράσεις στο δρόμο.

* Ο υπουργός Οικονομιών «ψαλιδίζει» τις ελπίδες ψηφοφόρων της ΝΔ για άμεση μείωση φόρων. Καθησυχάζει έτσι την Ευρώπη ότι θα τηρηθεί η πειθαρχία για την επίτευξη πλεονασμάτων – των πλεονασμάτων που προβλέπουν τα μνημόνια από τα οποία «βγήκαμε». Η Καθημερινή δείχνει ανακουφισμένη: «Προ λίγων εβδομάδων», σημειώνει ο κεντρικός οικονομικός αναλυτής της εφημερίδας, «η κοινή γνώμη βομβαρδίστηκε με επίσημες διαβεβαιώσεις ότι οι προεκλογικές υποσχέσεις για φορολογικές μειώσεις σε βάθος 3ετίας θα εισάγονταν προς ψήφιση στη Βουλή σε ένα νομοσχέδιο. Χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια επεξεργασία από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους […] η κυβέρνηση θα νομοθετούσε μέτρα που θα ήταν ικανά να τινάξουν στον αέρα τη δημοσιονομική σταθερότητα – το θεμέλιο της αξιοπιστίας της χώρας. Θα ήταν μια επικίνδυνη ανοησία» (Καθημερινή 4.8.2019).

* Με την προκλητική τροπολογία Βρούτση, τέλος, η ΝΔ συνεχίζει στην «αναπτυξιακή» λογική όλων ανεξαιρέτως των προηγούμενων κυβερνήσεων – προχωρώντας την επί το αντεργατικότερο: η ανεργία μπορεί να μειωθεί μόνο με ιδιωτικές επενδύσεις – και οι επενδυτές χρειάζονται κίνητρα. Τέτοιο κίνητρο, μετά την τροπολογία Βρούτση και το κόντεμα της Επιθεώρησης Εργασίας, θα είναι ο «ψηφιακός» συνδικαλιστικός νόμος. Κι εδώ, όμως, ο δρόμος έχει ανοίξει ενάμιση χρόνο πριν, όπως απαιτούσε από το 2010 το ΔΝΤ, με την Έφη Αχτσιόγλου να νομοθετεί την απαρτία στις γενικές συνελεύσεις των σωματείων στο 50%+1 των εγγεγραμμένων. «Φανταστείτε τι είχε να γίνει αν τολμούσε ο τότε υπουργός Βρούτσης να βγάλει από το συρτάρι του το επίμαχο νομοσχέδιο», σχολίαζε πέρσι το Γενάρη σκωπτικά, πλην δίκαια, η ιστοσελίδα Liberal[1].

***

Περισσότερο κι από τον τόνο, η αντιπολίτευση στη ΝΔ έχει να κάνει με το περιεχόμενο, τα μείζονα και τη «μακρά διάρκεια» – τη στρατηγική. Η δυσκολία του ΣΥΡΙΖΑ να αντιπαρατεθεί εδώ, που στην ουσία είναι δυσκολία να οργανώσει και να κινητοποιήσει όπως το έκανε (έστω με ασυνέχειες) την περίοδο 2006-2015, είναι βασική παράμετρος της μετεκλογικής «κανονικότητας».

Μόνο αν επενδύεις στην «κανονικότητα» βγάζει νόημα, από τη μια να λες πως αντιμετωπίζεις μια ακραία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση – και, την ίδια στιγμή, να ψηφίζεις μαζί της, συναινετικά, Πρόεδρο της Βουλής. Μόνο αν θεωρείς επωφελή την «κανονικότητα», μετατρέπεις ένα κόμμα «της Αριστεράς», που θα όφειλε να πρωταγωνιστεί σε κοινωνικές αντιστάσεις, σε ασπόνδυλη κεντρώα «Συμμαχία» πολιτικών παραγόντων από όλο το φάσμα της αστικής πολιτικής.

Ακόμα και όταν καταγγέλλει την ταξική πολιτική της ΝΔ, η πίστη του ΣΥΡΙΖΑ στην «κανονικότητα» (ισοδύναμο της αλησμόνητης σαμαροβενιζελικής «σταθερότητας») βάζει όρια στην αντιπολιτευτική τακτική του. Τα εξηγούν –αν και από διαφορετικές αφετηρίες– δύο Βρετανοί αναλυτές:

Ο πρώτος είναι ο Πολ Μέισον, υποστηρικτής του ΣΥΡΙΖΑ (και) μετά την 20ή Αυγούστου του 2015. Μιλώντας πέρσι τον Οκτώβριο στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, ο Μέισον σημείωνε πως, από το 2015, ο εχθρός έχει πλέον αλλάξει: δεν είναι πια ο νεοφιλελευθερισμός, αλλά η εθνικιστική Ακροδεξιά[2]. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο είδε επί μια τετραετία τον κόσμο (και τις συμμαχίες του) το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και τα φιλικά Μέσα: ο «νεοφιλελευθερισμός» αποβλήθηκε από το κομματικό λεξιλόγιο ως παρωχημένος, παλιακός, μαζί με το «αντιμνημόνιο». Ανακαλύφθηκε ξανά λίγο πριν από τις Ευρωεκλογές, για να αναβαθμιστεί ενόψει εκλογών του Ιουλίου – και πάλι, όμως, τόσο όσο να μην τρομάξουν τα «μεσαία στρώματα», η προνομιακή κοινωνική αναφορά της «Προοδευτικής Συμμαχίας».

Φυσικά δεν είναι στα λόγια το θέμα. «Με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση», εξηγεί ο Βρετανός οικονομολόγος Μάικλ Ρόμπερτς, «η κερδοφορία ανέκαμψε κατά 20%, παραμένει όμως 15% χαμηλότερα από την αιχμή του 2007. Ο στόχος της νέας κυβέρνησης, λοιπόν, θα είναι να συνεχίσει το έργο του ΣΥΡΙΖΑ να σώσει τον καπιταλισμό, όμως με περισσότερη ενεργητικότητα και πιο εκδικητικά. Στο μεταξύ, μια νέα παγκόσμια ύφεση φαίνεται πιο κοντά»[3].

Παρά τα μέτρα διάσωσης και τα κίνητρα στην «επιχειρηματικότητα», παρά τη διαρκή πριμοδότηση των «μεσαίων στρωμάτων», η ύφεση είναι ακόμα αυτό που «φαίνεται πιο κοντά»: αυτήν έχει να διαχειριστεί η νέα «κανονικότητα», πυλώνας της οποίας είναι δηλωμένα ο ΣΥΡΙΖΑ. Από αυτή λοιπόν τη σκοπιά, η υποκατάσταση του αντι-νεοφιλελευθερισμού με μια «λαϊκομετωπική» πολιτική μονοθεματικά αντι-ακροδεξιά (παράλληλα με «μεταγραφές» εθνικοφρόνων δημοκρατών)· η απόδραση από τον κόσμο της ανεργίας και της επισφαλούς εργασίας, για χάρη των «μεσαίων στρωμάτων»· η διάσωση του καπιταλισμού από τον καταστροφικό εαυτό του: όλα αυτά, ενδεικτικά μιας απωθημένης στρατηγικής ήττας, που χρονικά και λογικά προηγείται της εκλογικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι «παλιά ιστορία». Είναι το «μείγμα» που εξηγεί γιατί μόλις το 30% των ψηφοφόρων του τον Ιούλιο θεωρούσαν πως βρίσκονται «κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ»[4]. Είναι η εξήγηση γιατί βουλευτές και ευρωβουλευτές του κόμματος είναι σήμερα αυτοί και όχι άλλοι. Είναι, επίσης, η πραγματικότητα που απωθούν οι περισσότερες αναλύσεις από το εσωτερικό του, που κολακεύονται να θεωρούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε θετική ψήφο τον Ιούλιο – όχι δηλαδή, ψήφο αντι-ΝΔ (και ψήφο απογοήτευσης για το τέλμα της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς). Είναι ένας τρόπος να καταλαβαίνει κανείς τον κόσμο σήμερα· ένας τρόπος που όμως θέτει όρια στο παρόν – αν δεν προδιαγράφει από σήμερα την πολιτική της «Προοδευτικής Συμμαχίας» απέναντι στη διαφαινόμενη νέα ύφεση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία: ως κυβέρνηση, η ΝΔ προκαλεί και «δικαιούται» σήμερα τη μερίδα του λέοντος της αριστερής κριτικής – από το επιχείρημα μέχρι το δρόμο. Όμως, μπροστά στη διαφαινόμενη νέα ύφεση[5], η τοποθέτηση μιας «μεσοστρωματικής», κεντροαριστερής παράταξης, στον ορίζοντα της «κανονικότητας», δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας. Δεν είναι, αν τουλάχιστον παίρνουμε στα σοβαρά τον Τζορτζ Μόνμπιοτ όταν γράφει πως, «είναι το σύστημα μάλλον, παρά μια ιδιαίτερη εκδοχή του, αυτό που μας ωθεί αναπόδραστα προς την καταστροφή».

Η στήλη alter-βιβλίο θα επανέλθει μετά τη θερινή ραστώνη, στις 30 Αυγούστου.

 

[1] Ανδρέας Ζαμπούκας, «Θα μας απαλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ από τη μαφία των συνδικαλιστών;», 11.1.2018 [https://www.liberal.gr/apopsi/tha-mas-apallaxei-o-syriza-apo-ti-mafia-ton-sundikaliston-/184930].
[2] “Paul Mason: New enemy not neoliberalism but far right nationalism”, 24.10.2018 [https://www.amna.gr/en/article/304195/Paul-Mason-New-enemy-not-neoliberalism-but-far-right-nationalism] [3] “Greece: completing the vicious circle”, 8.7.2019 [https://thenextrecession.wordpress.com/2019/07/08/greece-completing-the-vicious-circle/] [4] Κοινό exit-poll, Ιούλιος 2019 [metronanalysis.gr/βουλευτικές-εκλογές-2019-κοινό-exit-poll-ιούλιος/] [5] Δεν πρόκειται για προφητεία της Κασσάνδρας. Γράφει ο Κώστας Καλλίτσης: «Τα κεφάλαια σπεύδουν στα ασφαλή λιμάνια των ομολόγων (εν μέρει και στον χρυσό, που η τιμή του κάνει ρεκόρ 6ετίας…) διότι εκτιμούν ότι ο κίνδυνος μιας ύφεσης μεγαλώνει. Αυτός είναι ο λόγος που ώθησε τις τελευταίες εβδομάδες την κεντρική τράπεζα Αυστραλίας, τη FED και, την Τετάρτη, της Νέας Ζηλανδίας, Ινδίας και της Ταϊλάνδης να κάνουν επιθετικές μειώσεις επιτοκίων. Και ωθεί την ΕΚΤ σε δεύτερο γύρο ποσοτικής χαλάρωσης. Μια νέα ύφεση (μένει να φανεί αν θα είναι ήπια ή σκληρή) είναι στο κατώφλι του κόσμου […] Η πολιτική είναι χρήσιμη όταν προνοεί». Βλ. Καθημερινή της Κυριακής, 11.8.2019.

http://alterthess.gr