Ενάντια στο ψέμα και την υποκρισία.

Ενάντια στο ψέμα και την υποκρισία.

Η Βενεζουέλα αποτελούσε και αποτελεί κεντρικό θέμα πολιτικής συζήτησης και διαφωνιών για πάνω από 20 χρόνια, πλέον με την σημερινή κρίση αποτελεί και ζήτημα πολιτικής επικαιρότητας. Η υστερία πίσω από τα πολιτικά τεκτενόμενα στην Βενεζουέλα φυσικά είναι κάτι που η αστική προπαγάνδα του σήμερα -με βάση βέβαια και με τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων- δημιουργεί σε βάρος της ριζοσπαστικής κυβέρνησης Μαδούρο, διάδοχο του εμβληματικού προέδρου Όυγκο Τσάβες.

  • Του Βασίλη Τσάκνη

Κατηγόριες για δικτατορικές μεθόδους, χρήση υπέρμετρης βίας, επεμβάσεις στα ΜΜΕ και οχι μόνο είναι λίγα από αυτά που αποδίδονται στην σημερίνη κυβέρνηση της Βενεζουέλα, δημιουργούνται διαδικτυακοί σωτήρες της δημοκρατίας που αρθρογραφούν ζητώντας άμεση ανατροπή της δημοκρατικά φυσικά εκλεγμένης κυβέρνησης, ΜΚΟ που αξιώνουν δωρεές για τον ταλαιπωρημένο λαό της Βενεζουέλα, γνωστοί και “έγκριτοι” δημοσιογράφοι ακόμα και στην χώρα μας -με γνωστή φρασεολογία περί κόκκινου φασισμού και τα σχετικά- συζητούν ακόμα και το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης -των ΗΠΑ φυσικά-. Αυτό το οποίο ξεχνούν μάλλον να πουν τα δυτικά ΜΜΕ είναι το ότι μιά παρόμοια πολιτική και οικονομική κρίση ξέσπασε στην ίδια χώρα τις όχι και τόσο μακρινές δεκαετίες του 1980-1990 για την οποία λίγα έχουν βγεί στην επιφάνεια ειδικά στην χώρα μας, για συγκεκριμένους -μάλλον- λόγους.

Μετά από την πολύχρονη δικτατορία η δημοκρατία επέστρεψε στην Βενεζουέλα το 1958.

Για 40 περίπου χρόνια την εξουσία και τις τύχες του κράτους μοιράζονταν το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (AD) και το χριστιανοδημοκρατικό (COPEI) δημιουργώντας ένα δικομματικό πολιτικό σύστημα παρόμοιο με αυτό της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Οι χώρες της Λ.Αμερικής κατά κύριο λόγο από την ανεξαρτησία τους το 1821 και έπειτα βασίζονται στον πρωτογενή τομέα και στις εξαγωγές αγροτικών προϊόντων μέσα από συναλλαγές με ισχυρά δυτικά συνήθως, κράτη . Το χαρακτηριστικό αυτό ωστόσο παρουσιάζονταν σε μικρότερο βαθμό στην Βενεζουέλα, για έναν πολύ απλό λόγο, η χώρα είχε στα χέρια της ένα πολύ δύνατο οικονομικό όπλο: ήταν -και είναι- πλούσια σε πετρέλαιο. Το γεγονός αυτό την καθιστούσε οικονομικά σε καλύτερο σχέτικα επίπεδο
από τις περισσότερες αγροτο-εξαγωγικές χώρες της Λ.Αμερικής.

Τα κόμματα εξουσίας λοιπόν έχοντας στα χέρια τους τα κέρδη από το κρατικό πετρέλαιο προωθούσαν μία διανομή πλούτου, που παρά το ότι δεν είχε καμία σχέση με αυτή που προωθούσαν τα μεταπολεμικά ευρωπαϊκά κράτη πρόνοιας, ήταν αρκετά ευνοϊκότερη για τον κόσμο της εργασίας από ότι στις γειτονικές χώρες. Το μέγεθος της εκμετάλλευσης και η άντληση της υπεραξίας βέβαια σε καμία περίπτωση δεν δημιουργούσε αισιοδοξία στον μέσο βενεζουελάνο εργαζόμενο.

Με βάση όμως τις υπάρχουσες συνθήκες στην περιοχή το οικονομικό σύστημα δεν απειλούνταν ιδιαίτερα και τα παραδοσιακά κόμματα διατηρούσαν την εξουσία, με μόνη ίσως εξαίρεση την επαναστατική, ένοπλη αλλά αποτυχημένη δράση λαϊκών κινημάτων του 1962-1968. Ολόκληρος ο κρατικός μηχανισμός όπως κατά κανόνα συμβαίνει στην Λ.Αμερική ελέγχονταν από την παραδοσιακή αστική τάξη της χώρας πάντα κάτω από την εποπτεία των Αμερικανών επενδυτών που έκαναν λόγο για ένα αναπτυξιακό και οικονομικό θαύμα κατά τις δεκαετίες 1960-1970. Ισχυρισμοί που ουδεμία σχέση είχε με την κατάσταση της πλειονότητας του πληθυσμού που μαστίζονταν από πληθώρα κοινωνικών προβλημάτων. Μεταξύ άλλων αρκετά μεγάλης ανεργίας, άτυπης αστεγίας, (τα λεγόμενα Μπάριος ,το βενεζουελάνικο μοντέλο παραγκουπόλεων) ντισκριμινισμού απέναντι σε παραδοσιακές φυλές ιθαγενών (φαινόμενο που έπληττε ολόκληρη την Λ. Αμερική μέχρι την αναγνώριση των δικαιωμάτων των ιθαγενών από τα κινήματα του Νέου Συνταγματισμού τον 21ο αιώνα!!) αποκλεισμού από τις υπηρεσίες υγείας και παιδείας κλπ. Το μέλλον ωστόσο ήρθε για να διαλύσει εντελώς τις όποιες ελπίδες των Βενεζουελάνων για καλύτερες μέρες.

Το γνωστό και μη εξαιρετέο, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο κάνει την εμφάνιση του στην Λ.Αμερική, στην υπηρεσία πάντα του μονοπωλειακού αμερικανικού κεφαλαίου και της νέας ιδεολογίας, του νεοφιλελευθερισμού. Παίρνοντας το βάπτισμα του πυρός το 1980 με την εμπλοκή του στην Χιλή της χούντας του Πινοσέτ και του οικονομικού του συμβούλου Μίλτον Φρίντμαν (θεμελιωτή του επιστημονικού νεοφιλελευθερισμού) το ταμείο εισάγεται περί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 στην Βενεζουέλα.

Ξαφνικά το σταθερό δημόσιο χρέος της χώρας εκτοξεύεται από το 10% του ΑΕΠ το 1977 σε 52% το 1987 , σε δέκα μόλις χρόνια. Το ταμείο ζητά (τι άλλο..) την ιδιωτικοποιήση του πετρελαίου και άλλων κρατικών πλουτοπαραγωγικών πηγών, περιστολή των “υπέρμετρων” εργασιακών δικαιωμάτων, περικοπή δημοσιών δαπανών, σχεδιάζει προγράμματα λιτότητας και γενικά ακολουθεί την πάγια τακτική του απειλώντας με χρεοκοπία, στην κατεύθυνση της νέας πιο αποτελεσματικής μορφής εξάρτησης, του δημοσίου χρέους. Το ΔΝΤ προσπάθησε να δημιουργήσει νέο έδαφος για επενδύσεις πάνω σε μια εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση: το πετρέλαιο.

Δεν θα πρέπει μάλλον να λαμβάνουμε ως άσχετο τον ανταγωνισμό του παγκοσμίου κεφαλαίου στην Λ.Αμερική με την ΗΠΑ να κρατά τα ηνία των ξένων επενδύσεων με ένα ποσοστό 40% αλλά να απειλείται άμεσα από την ευρωπαϊκή ένωση που βρίσκεται στην δεύτερη θέση με 35%.

Για να εφαρμοστούν οι νεοφιλελεύθερες τακτικές κυβερνήσεις και ΔΝΤ, χρειάστηκε να δημιουργήσουν ένα κράτος-τερατούργημα που καταστρατηγούσε ανοιχτά τα κοινωνικά δικαιώματα,υιοθέτησε δρακόντεια αντί-τρομοκρατική νομοθεσία, νομοθετούσε συχνά πυκνά με την μορφή κατ΄επειγόντως, ακολούθησε σκληρή οικονομική πολιτική λιτότητας (ειδικά μετά το 1991 και την πτώση της ΕΣΣΔ για ευνόητους λόγους) ενώ οι κυβερνήσεις δεν δίσταζαν να καταστέλλουν βίαια αντικυβερνητικές διαδηλώσεις όχι απλά με την χρήση της αστυνομίας αλλά με το να κατεβάζουν τις ένοπλες δυνάμεις στο δρόμο ανοίγοντας πυρ απέναντι σε άοπλους διαδηλωτές.

Παράδειγμα αποτελούν οι διαδηλώσεις του 1989 ενάντια στην αύξηση των τιμών του πετρελαίου με τον λαό να μετράει χιλιάδες θύματα από τα πυρά των ενόπλων δυνάμεων

Μερικά αποτελέσματα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών ενδεικτικά: ο μ.ο του εισοδήματος της εργατικής τάξης μειώθηκε κατά 50%, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού το 1981 κατείχε το 28,5% του εισοδήματος ενώ το 1992 μειώθηκε σε 26,2% αντίθετα με το 10% του πλουσιότερου πληθυσμού που από το 21,8% πέρασε στο 28,1% επίσης ακολούθησε η εκτίναξη της ανεργίας σε ποσοστά γύρω από το 25% ενώ ο αριθμός των μικρομεσαίων επιχειρήσεων που έβαλαν λουκέτο κυμαίνονταν κόντα στις 30.000.

Κατήγγειλαν τότε ΗΠΑ και ΕΕ τις κυβερνήσεις της Βενεζουέλας για αντιδημοκρατικές πρακτικές; δημιούργηθηκαν τότε ΜΚΟ για τον λαό της Βενεζουέλας που επί δέκα χρόνια δοκιμάζονταν σκληρά; μίλησε κάποιος δημοσιογράφος για τις συνθήκες που επικρατούσαν στην χώρα και για την σκληρότητα που αντιμετωπίζαν οι κυβερνήσεις του διαδηλωτές , που ήταν πολύ σκληρότερη προφανώς αναλογικά με το σήμερα; επέβαλλαν εμπάργκο οι ΗΠΑ; Απάντηση υπάρχει, οι ΗΠΑ οχι μόνο υποστήριξαν το εγχείρημα αλλά σε δηλώσεις του, ο Κλίντοντο 1997 ενθάρρυνε ένα νέο άνοιγμα του πετρελαϊκού τομέα της χώρας παρά τα τραγικά
αποτελέσματα.

Η δεκαετία 1990 ήταν κομβική για τον λαό της Βενεζουέλας, μια δεκαετία γεμάτη από αγώνες, εξαθλίωση,πείνα αλλά αξιοπρέπεια γέννησε την κυβέρνηση του προέδρου Ούγκο Τσάβες (είχε κερδίσει την εκτίμηση του λαόυ ήδη από το 1992 οπού πρωταγωνίστησε σε αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις του πετρελαίου) που εκλέχθηκε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ στις προεδρικές εκλογές του 1998 με ποσοστό 56,4% μέσα από τον συνασπισμό «Πατριωτικός Πόλος».

Το πρόγραμμα του ακροβατούσε ανάμεσα σε ήπια οικονομική αναδιαναμετική πολιτική προς όφελος των χαμηλών στρωμάτων μέσα από εθνικοποιήσεις βασικών πλουτοπαραγωγικών πηγών και ριζοσπαστικού πολιτικού προγράμματος που προέβλεπε έλεγχο της εξουσίας από κοινωνικές ομάδες, αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που ξεκινούν από μικρές δομές σε επίπεδο γειτονιάς, διασφάλιση την εθνικής κυριαρχίας, διαπραγματεύσεις με κράτη στη βάση της αλληλεγγύης και τις ισότητας των εθνών κ.α.

Χωρίς καμία διάθεση αγιοποίησης του σαφώς λιγότερου χαρισματικού διαδόχου Τσάβες, Νικολά Μαδούρο, η υποκρισία στην στάση της δύσης δεν έχει να κάνει με την έλλειψη δημοκρατίας στην χώρα (εξάλλου τα επιχειρήματα είναι σαθρά και δεν αντέχουν σε κρητική) αλλά μάλλον με το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν είναι στις διαθέσεις ΗΠΑ και δυτικών συνεργατών,οι οποίοι με όλες τους τις δυνάμεις έχουν ριχθεί μετά μανίας στον αγώνα για την ανατροπή της κυβέρνησης. Δυστυχώς για αυτούς ο Βενεζουελάνικος λαός παρά την κρίση που πλήττει την χώρα εδώ και 5 χρόνια και τις απειλές για επέμβαση του στρατού και των τανκ της “δημοκρατίας”, στις προεδρικές εκλογές που έγιναν στις 20 Μαϊου ψήφισε για αλλή μια φορά με ποσοστό 62% τον ριζοσπάστη Μαδούρο έναντι 21% που έλαβε ο βασικός του αντίπαλος Φαλκόν που υποστηρίζεται ανοιχτά από την Δύση.

Υ.Γ: απόσπασμα του άρθρου 1 του Συντάγματος της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας του 1999 : Η Μπολιβαριανή Δημοκρατία της Βενεζουέλας είναι αμετάκλητα ελεύθερη και ανεξάρτητη και θεμελιώνει την ηθική της κληρονομιά και τις αξίες της ελευθερίας, της ισότητας,της δικαιοσύνης και της διεθνούς ειρήνης στο δόγμα του Απελευθερωτή Σιμόν Μπολιβάρ.


Πηγές: Δ.Καλτσώνης.» Το δίλημμα της Μπολιβαριανής δημοκρατίας» εκδ. Ξιφαράς. 2009, «Σύνταγμα της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας» εκδ. Πρεσβεία της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας στην Αθήνα.2009