Πιο χαμηλά… δεν έχει

Πιο χαμηλά… δεν έχει

  • |

Βυθισμένες στον πυθμένα της UEFA η χώρα και οι ομάδες της

Από Σταύρος Χριστακόπουλος

«Πρέπει να κοιτάξουμε τι έχουμε μπροστά μας και την ομάδα που θα αντιμετωπίσουμε αύριο. Είναι ο πρωταθλητής Ελλάδας, ξέρετε τι πρωτάθλημα έχουν». Τα λόγια αυτά ειπώθηκαν στις 9 Αυγούστου από τον Βάλντας Νταμπράουσκας, προπονητή της βουλγαρικής ποδοσφαιρικής ομάδας Λουντογκόρετς, παραμονή του αγώνα της με τον Ολυμπιακό για τη ρεβάνς της τρίτης προκριματικής φάσης του Champions League.

«Όταν σφυρίξει ο διαιτητής, δεν έχουν σημασία οι μισθοί, η ιστορία της ομάδας, όλα κρίνονται στο γήπεδο. Μετά το σφύριγμα του παιχνιδιού δεν έχει σημασία ποιοι είναι οι μισθοί των παικτών. Είμαι σίγουρος ότι η ομάδα μου θα είναι χαρούμενη μετά τον αγώνα» είπε στη συνέχεια. Όντως, η ομάδα του ήταν χαρούμενη στο τέλος, αφού η «φτωχή» Λουντογκόρετς πήρε την πρόκριση στα πέναλτι από τον «πλουσιότερο» Ολυμπιακό για μια σειρά λόγους που δεν είναι της παρούσης.

Η Βουλγαρία βρίσκεται στην 24η θέση της κατάταξης των χωρών στην UEFA και η Ελλάδα στην 20ή. Ωστόσο ο Ολυμπιακός βρίσκεται στην 37η θέση της κατάταξης των συλλόγων με βάση τα αποτελέσματά τους και η Λουντογκόρετς στην 58η. Η διαφορά δεν είναι τεράστια, αλλά σαφώς υπάρχει.

Μερικές μέρες νωρίτερα η ΑΕΚ (85η) είχε αποκλειστεί, στα προκριματικά για την είσοδό της στους ομίλους του UEFA Conference League – της τρίτης τη τάξει ευρωπαϊκής διοργάνωσης συλλόγων – από την άσημη Βελέζ Μόσταρ της Βοσνίας – Ερζεγοβίνης, η οποία δεν βρίσκεται καν στην εν λόγω κατάταξη της UEFA.

Ομοίως, ο Άρης Θεσσαλονίκης (237ος) αποκλείστηκε από την καζακική Αστάνα (64η) για τα προκριματικά της ίδιας διοργάνωσης.

Το χειρότερο σενάριο

Στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις συνεχίζουν πλέον:

ο Ολυμπιακός, ο οποίος, υποβιβαζόμενος από το Champions League στο Europa League, καλείται να περάσει το εμπόδιο της σλοβακικής Σλόβαν Μπρατισλάβα (152η) για να μπει στους ομίλους της διοργάνωσης,

● και ο ΠΑΟΚ (77ος), ο οποίος, αφού απέκλεισε την ιρλανδική Μποέμιαν (380ή) για το UEFA Conference League με ένα γκολ διαφορά, έχει μπροστά του την κροατική Ριέκα (115η).

Να σημειωθεί ότι ο κάποτε «πρεσβευτής της Ελλάδας στην Ευρώπη», ο Παναθηναϊκός, βυθισμένος στα οικονομικά και διοικητικά προβλήματά του, χωρίς ευρωπαϊκή παρουσία τα τελευταία χρόνια, βολοδέρνει στην 241η θέση της ευρωπαϊκής κατάταξης.

Η δε Ελλάδα, ευρισκόμενη στην 20ή θέση, βιώνει το χειρότερο σενάριο των τελευταίων πολλών χρόνων, καθώς:

Ο πρωταθλητής της αρχίζει τις ευρωπαϊκές του υποχρεώσεις από τον 1ο προκριματικό γύρο του Champions League και χρειάζεται να περάσει από τρεις προκριματικούς γύρους και play offs για να περάσει στους ομίλους της κορυφαίας ευρωπαϊκής διοργάνωσης συλλόγων.

Ο δεύτερος, ο τρίτος και ο κυπελλούχος μπαίνουν στον 2ο προκριματικό γύρο του Europa Conference League, μιας νέας διοργάνωσης, η οποία αποτελεί την τρίτη ευρωπαϊκή κατηγορία.

Δεν θα έχουμε πέμπτη ομάδα στην Ευρώπη και δεν θα έχουμε ομάδα στο αναβαθμισμένο πλέον Europa League.

Η εικόνα αυτή είναι ο καθρέφτης του ποδοσφαίρου στην Ελλάδα από τη χρεοκοπία του 2010 και ύστερα.

Το τέλος των παρασίτων

Σε γενικές γραμμές είναι γνωστό ότι μεγάλα οικονομικά γεγονότα, όπως οι χρεοκοπίες, επηρεάζουν καθοριστικά και τον αθλητισμό των χωρών που τα υφίστανται. Επηρεάζονται όχι μόνο βραχυπρόθεσμοι, αλλά και μακροπρόθεσμοι σχεδιασμοί ομοσπονδιών, συλλόγων και αθλητών.

Στο ποδοσφαιρικό τοπίο είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της Αργεντινής, η οποία, θύμα αλλεπάλληλων χρεοκοπιών, παρότι είναι διαχρονικά μια μεγάλη ποδοσφαιρική σχολή και κορυφαία εξαγωγός ποδοσφαιριστών, άλλαξε πλήρως τις προτεραιότητές της και σχεδόν έπαψε να παράγει ποδοσφαιριστές για συγκεκριμένες θέσεις, των οποίων η ποδοσφαιρική ωρίμανση απαιτούσε περισσότερα χρόνια.

Πλέον οι ομάδες της, για να επιβιώσουν οικονομικά μέσω των πωλήσεων ποδοσφαιριστών, υποχρεώνονται να βγάζουν ποδοσφαιριστές των οποίων η παραγωγή σε υψηλό επίπεδο απαιτεί λιγότερα χρόνια.

Η Ελλάδα δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη, καθώς τα χαώδη οικονομικά στοιχεία πολλών ιστορικών συλλόγων την εποχή της επίπλαστης ευμάρειας επέφεραν έως και υποβιβασμούς (ΑΕΚ το 2013 στην Γ´ Εθνική, για να απαλλαγεί από τα δυσθεώρητα χρέη της, και Άρης το 2014, ύστερα από δραματική επιδείνωση των οικονομικών του, η οποία επέφερε την ανάλογη ποδοσφαιρική υποβάθμιση).

Η υπαγωγή της Ελλάδας στον διεθνή οικονομικό έλεγχο (μνημόνια), η αυστηρή εποπτεία των τραπεζών και οι δραστικές αλλαγές στο πτωχευτικό δίκαιο έβαλαν τέλος στις αλλεπάλληλες χαριστικές ρυθμίσεις των κυβερνήσεων, οι οποίες διατηρούσαν – και επί της ουσίας ενθάρρυναν – ένα καθεστώς που περιλάμβανε κακή έως ληστρική διοίκηση, θαλασσοδάνεια και ατέρμονα χρέη, διαρκώς ρυθμιζόμενα και διαρκώς αυξανόμενα, με τα οποία είχαν μάθει να ζουν οι ελληνικές ποδοσφαιρικές ομάδες.

Αν όμως όλα αυτά έχουν περάσει στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, το ζητούμενο είναι αν υπάρχει κάποια θετική προοπτική – και ποια είναι αυτή. Ας δούμε την εικόνα μέσω της κατάστασης που επικρατεί στις τέσσερις κατά τεκμήριο μεγαλύτερες ομάδες της χώρας.

Παναθηναϊκός σε διαρκή κρίση

Ο ΠΑΟ είναι ίσως η ομάδα με την πιο μακρά κρίση. Αυτή χρονολογείται από την αποτυχία της λεγόμενης «πολυμετοχικής» ιδιοκτησίας και διοίκησής του, η οποία διήρκεσε από το 2008 έως το 2012 και παρέδωσε έναν σύλλογο σε βαθιά οικονομική και αγωνιστική κρίση στην – αδύναμη να τη διαχειριστεί – Παναθηναϊκή Συμμαχία, ένα σωματείο βάσης αποτελούμενο από φίλους του συλλόγου.

Η σεζόν 2012-13 ήταν η πρώτη που ο Παναθηναϊκός έμεινε εκτός ευρωπαϊκών διοργανώσεων για οικονομικούς λόγους, καθώς η ειδική επιτροπή της UEFA απέρριψε τον φάκελό του και τον άφησε εκτός νυμφώνος πρώτη φορά μετά το 1997.

Τη Συμμαχία διαδέχτηκε ο εφοπλιστής και ιδιοκτήτης ΜΜΕ Γιάννης Αλαφούζος, του οποίου η διοίκηση, στην προσπάθειά της να ισορροπήσει τα οικονομικά χωρίς να υποβαθμίσει τα αγωνιστικά, δεν κατάφερε ούτε να ακολουθήσει τον εγχώριο ανταγωνισμό ούτε να μαζέψει γρήγορα τα χρέη (τα οποία, αντιθέτως, διογκώθηκαν πρόσκαιρα λόγω κακής μετεγγραφικής πολιτικής), ώστε να υπάρξει γρήγορη επανεκκίνηση, ούτε να προσποριστεί κέρδη από τη συμμετοχή του σε ευρωπαϊκές διοργανώσεις, από τις οποίες αποκλείστηκε για τρία χρόνια την περίοδο 2017-18.

Η επόμενη μέρα του Παναθηναϊκού δεν είναι σαφής, καθώς εξακολουθεί να βρίσκεται μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, με μέτριους – και ενίοτε ακριβούς – παίκτες, χωρίς σταθερή τεχνική διοίκηση, χωρίς προσανατολισμό και με αβέβαιη ακόμη την προοπτική του νέου γηπέδου στον Βοτανικό, παρά την υπόσχεση του δημάρχου Αθηναίων ότι αυτό θα είναι έτοιμο στο τέλος του 2023.

Το γήπεδο θα δώσει τη δυνατότητα νέων εσόδων και οικονομικής ανάπτυξης, αλλά ουδείς μπορεί να προβλέψει αν η ομάδα θα συνεχίσει με την ίδια ιδιοκτησία, αν έως τότε θα υπάρξει ουσιαστική ενίσχυση της ομάδας και πόσος χρόνος θα χρειαστεί ώστε το νέο γήπεδο να δώσει μια γενναία ώθηση στον Παναθηναϊκό.

ΑΕΚ σε στασιμότητα

Η οικονομική περιπέτεια της ΑΕΚ φαίνεται ότι έχει λάβει τέλος, παρότι συνεχίζει να εμφανίζει αρνητικό ισοζύγιο στη διαδικασία της αγοραπωλησίας ποδοσφαιριστών, αλλά η αγωνιστική της κατάσταση δεν αντικατοπτρίζει αυτή την εξέλιξη. Ύστερα από τη χρεοκοπία και τον υποβιβασμό του 2013, η ομάδα επανήλθε την περίοδο 2016-17, κατετάγη δεύτερη και την επόμενη σεζόν (2017-18) πήρε πρωτάθλημα, ύστερα από 24 χρόνια.

Οι προσεκτικοί θα θυμούνται ότι η κατάκτηση του πρωταθλήματος ήρθε ύστερα από τραγικά διοικητικά λάθη τού – καλύτερου εκείνη τη χρονιά – ΠΑΟΚ, τα οποία του στέρησαν κρίσιμους βαθμούς. Έστω κι έτσι όμως αυτός ο τίτλος και η συμμετοχή στο Champions League της επόμενης σεζόν θα μπορούσε να σημάνει μια δυναμική επανεκκίνηση, η οποία ωστόσο δεν έχει έρθει.

Η ομάδα βρίσκεται σε διαρκή αγωνιστική κρίση και κάθε φθινόπωρο μπαίνει στην αρένα του πρωταθλήματος με τις ίδιες αδυναμίες που είχαν διαπιστωθεί την προηγούμενη χρονιά.

Η προοπτική της ολοκλήρωσης του νέου γηπέδου της στη Νέα Φιλαδέλφεια, το οποίο προγραμματίζεται να λειτουργήσει τη σεζόν 2022-23, θα μπορούσε να αποτελέσει μια ιστορική αφετηρία, υπό τον όρο ότι θα υπάρξει διοικητική σταθερότητα και εκ βάθρων αναδόμηση ολόκληρου του οργανωτικού και τεχνικού της μοντέλου, το οποίο παραμένει εξαιρετικά δυσλειτουργικό.

Ο ΠΑΟΚ έγινε πρωταγωνιστής

Ο ΠΑΟΚ είναι ίσως η πιο βελτιωμένη ομάδα των τελευταίων χρόνων, καθώς ο μεγαλύτερος σύλλογος της Θεσσαλονίκης, μετά την αγορά του από τον Ιβάν Σαββίδη το 2012, έχει κατοχυρώσει έναν σταθερά πρωταγωνιστικό ρόλο, με κορυφαία στιγμή την κατάκτηση του πρωταθλήματος τη σεζόν 2018-19 – οπότε το πήρε (αήττητος) ύστερα από 34 χρόνια (τελευταία κατάκτηση το 1985) – και μαζί του πρώτου νταμπλ στην ιστορία του.

Στη διάρκεια αυτών των χρόνων ο ΠΑΟΚ κατάφερε να απαλλαγεί από τα χρέη του, τα οποία τον κρατούσαν καθηλωμένο επί πολλά χρόνια, είναι ανταγωνιστικός έναντι του κυρίαρχου επί πολλά χρόνια Ολυμπιακού και κάθε χρόνο καταφέρνει να αποκτά ποδοσφαιριστές υψηλού επιπέδου.

Την τελευταία διετία επιχειρεί να αλλάξει τη λογική του «πελάτη» των διεθνών ατζέντηδων του ποδοσφαίρου και να συμμετάσχει με αξιώσεις καλού πωλητή στο νταραβέρι της αγοραπωλησίας ποδοσφαιριστών – κάτι που, όπως θα δούμε, μόνο ο Ολυμπιακός έχει καταφέρει εδώ και αρκετά χρόνια.

Επιπλέον, φαίνεται ότι απομακρύνεται από τη λογική της ερασιτεχνικής διαχείρισης που συνήθως διακρίνει τους ποδοσφαιρικούς παράγοντες στη χώρα μας. Εάν δεν προκύψει κάποια απροσδόκητη αναποδιά, ο ΠΑΟΚ έχει όλες τις δυνατότητες να κατοχυρώσει έναν μονίμως πρωταγωνιστικό ρόλο στο ελληνικό ποδόσφαιρο, να χτίσει μια αξιόλογη ευρωπαϊκή παρουσία και να βοηθήσει τη χώρα να ξεκολλήσει από το βάραθρο της 20ής θέσης στην ευρωπαϊκή κατάταξη.

Το επιτυχημένο μοντέλο του Ολυμπιακού

Ο Ολυμπιακός, ύστερα από τα λεγόμενα «πέτρινα χρόνια», μια περίοδο παρακμής και τεράστιων οικονομικών και αγωνιστικών προβλημάτων, τα οποία άρχισαν από την περίοδο Κοσκωτά και Σαλιαρέλη (1987-92), διήρκεσαν έως τα πρώτα χρόνια της ιδιοκτησίας Κόκκαλη και έληξαν με την κατάκτηση του πρωταθλήματος 1996-97, είναι ο σταθερός πρωταγωνιστής του ελληνικού ποδοσφαίρου.

Με ιδιόκτητο γήπεδο από το 2004, με την κατάκτηση πλήθους πρωταθλημάτων και κυπέλλων, με σταθερά αξιοπρεπή ευρωπαϊκή παρουσία – την καλύτερη της ιστορίας του –, με διοικητική σταθερότητα παρά την αλλαγή ιδιοκτησίας (από τον Κόκκαλη στον Μαρινάκη το 2010) και με δεκάδες ποδοσφαιριστές πρώτης γραμμής, έχει κατοχυρώσει την πρωτοκαθεδρία, η οποία έχει αμφισβητηθεί ελάχιστα τα τελευταία 25 χρόνια.

Ωστόσο, αν υπάρχει ένα αξιοπρόσεκτο επίτευγμα του Ολυμπιακού, το οποίο θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να αντιγράψουν και άλλες (ιστορικές και μη) ποδοσφαιρικές ομάδες της χώρας, αυτό σχετίζεται με το οργανωτικό του μοντέλο, το οποίο είναι ό,τι πιο κοντινό σε μοντέλο ευρωπαϊκής ομάδας – τουλάχιστον μεσαίας.

Η ομάδα του Πειραιά έχει βάλει δύο μεγάλους στόχους: την οικονομική αυτοδυναμία και την καθιέρωση στις πρώτες θέσεις της ευρωπαϊκής κατάταξης συλλόγων – ίσως κάπου μεταξύ 20ής και 30ής για την ώρα, δεδομένου ότι κάτι περισσότερο δεν φαίνεται εφικτό σε ορατό χρόνο.

Για την επίτευξη της οικονομικής αυτοδυναμίας και της αγωνιστικής κυριαρχίας – δεδομένης και της όχι καλής εικόνας του ελληνικού ποδοσφαίρου – έχει καταφέρει να πλασαριστεί στη διεθνή μανατζερική «πιάτσα» ως ένα σίγουρο σκαλοπάτι για την αύξηση της οικονομικής αξίας ταλαντούχων ποδοσφαιριστών και τη μετάβασή τους σε πρωταθλήματα υψηλότερης στάθμης. Το αποτέλεσμα είναι ότι:

● Έχει την ευκαιρία να παίρνει παίκτες με προοπτική σημαντικής καριέρας σε καλές ηλικίες.

● Επιτυγχάνοντας τη μεταπώληση παικτών σε συλλόγους υψηλότερου στάτους χτίζει καλές σχέσεις που του επιτρέπουν να διεκδικεί παίκτες που ενδιαφέρουν τον ίδιο.

● Πουλώντας ποδοσφαιριστές κατά κανόνα σε τιμές υψηλότερες – έως πολύ υψηλότερες – από τις τιμές απόκτησής τους, έχει υψηλά κέρδη και, ιδιαίτερα την τελευταία δεκαετία, εντυπωσιακά θετικό ισοζύγιο στη διαδικασία αγορών και πωλήσεων.

Για να επιτευχθεί αυτός ο σκοπός, εκτός από πασίγνωστους μάνατζερ, λειτουργεί ένα σταθερό και επιτυχημένο δίκτυο ανίχνευσης και αξιολόγησης ποδοσφαιριστών από την εγχώρια και διεθνή αγορά και πλέον φαίνεται πως έχει γίνει κατανοητή και η ανάγκη σταθερότητας σε ό,τι αφορά τα προπονητικά επιτελεία.

Η σημερινή θέση της Ελλάδας δεν επιτρέπει, πιθανότατα, πολύ περισσότερα από αυτά που καταφέρνει ο Ολυμπιακός, δεδομένου ότι η εικόνα του πρωταθλήματος είναι επιεικώς άθλια και απαγορευτική για μεγάλα ποιοτικά άλματα – για λόγους που είναι αντικείμενο άλλων αναλύσεων.

Ίσως όμως η αλλαγή προσανατολισμού και μοντέλου των μεγάλων συλλόγων της χώρας θα μπορούσε να αποτελέσει την αφετηρία για ένα άλμα που θα ξεκολλούσε το ελληνικό ποδόσφαιρο από την εσωτερική και διεθνή ανυποληψία…

topontiki.gr

Σχόλια (0)

Το email σας δεν θα δημοσιευθεί.