Το Μουντιάλ, ανάμεσα στις μάζες, τις συμμορίες και το χρήμα

Το Μουντιάλ, ανάμεσα στις μάζες, τις συμμορίες και το χρήμα

  • |

Λίγο προτού ξεψυχήσει στο αεροδρόμιο της Μπανγκόκ, το 2003, ο Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν προφήτεψε ότι το ποδόσφαιρο θα γίνει το σκληρότερο ναρκωτικό των μεταμοντέρνων δημοκρατιών, το οποίο θα πατά σε δύο βάρκες ταυτόχρονα, ισορροπώντας ανάμεσα στη δημοφιλία και τις ψυχώσεις των λαϊκών μαζών από τη μια και στα ποικιλώνυμα συμφέροντα των συμμοριών που θα αποκομίζουν μυθώδη κέρδη από τη διάδοσή του, όντας στην κεφαλή των διοικήσεών του, στις επιμέρους ομάδες και στις διάφορες ομοσπονδίες τοπικής και διεθνούς κλίμακας, από την άλλη.

Γιάννης Νικολόπουλος

Λίγο νω­ρί­τε­ρα, ο κατ’ αρχάς πο­δο­σφαι­ρι­στής και με­τέ­πει­τα πα­ρά­γο­ντας του χώρου, Χόρχε Βαλ­ντά­νο, υπο­στή­ρι­ξε με θέρμη ότι, ναι, υπάρ­χει πο­δό­σφαι­ρο της Αρι­στε­ράς και πο­δό­σφαι­ρο της Δε­ξιάς -το πρώτο, είναι το πο­δό­σφαι­ρο της δη­μιουρ­γί­ας και του θε­ά­μα­τος και το δεύ­τε­ρο, της σκο­πι­μό­τη­τας, της πο­νη­ριάς και της ύπου­λης στρα­βο­κλω­τσιάς στο πόδι του αντι­πά­λου.

Σε λίγες μέρες, ξε­κι­νά το Πα­γκό­σμιο Κύ­πελ­λο Εθνι­κών Ομά­δων της FIFA, πιο απλά, Μου­ντιάλ. Ποιες ομά­δες θα παί­ξουν «αρι­στε­ρό» και ποιες, «δεξιό» πο­δό­σφαι­ρο, θα φανεί στο χορ­τά­ρι. Τα προ­γνω­στι­κά για την επι­κρά­τη­ση δεν πρω­το­τυ­πούν -Γερ­μα­νία, Βρα­ζι­λία, Αρ­γε­ντι­νή -ελέω Μέσι κυ­ρί­ως που κιν­δυ­νεύ­ει να πα­ρα­μεί­νει στη λίστα των Με­γά­λων Πο­δο­σφαι­ρι­στών άνευ Μου­ντιάλ- Ισπα­νία, Γαλ­λία, Αγ­γλία, «σφήνα» το Βέλ­γιο, ενώ η Ρωσία θα φτά­σει τόσο μα­κριά, όσο την σπρώ­ξει η διαι­τη­σία. Ένα κα­θιε­ρω­μέ­νο «δώρο» προς την εκά­στο­τε διορ­γα­νώ­τρια, ήδη από το 1978, όταν έγι­ναν ση­μεία και τέ­ρα­τα, για να κα­τα­λή­ξει το τρό­παιο στην Αρ­γε­ντι­νή και στο κα­θε­στώς της βι­ντε­λι­κής χού­ντας.

Αλλά πόση ση­μα­σία έχει πια το ίδιο το Μου­ντιάλ, αυ­στη­ρά πο­δο­σφαι­ρι­κά; Τα τε­λευ­ταία χρό­νια, δεν υπήρ­ξε μέρα που να μην παί­ζε­ται και κυ­ρί­ως να μην με­τα­δί­δε­ται πο­δό­σφαι­ρο από την τη­λε­ό­ρα­ση και το ίντερ­νετ, κάπου, σε όλες τις ηπεί­ρους, και πρω­τί­στως, στις με­γά­λες δια­φη­μι­στι­κές αγο­ρές της Ευ­ρώ­πης και της Ασίας και δη της Κίνας. Και όταν γρά­φει κα­νείς «παί­ζε­ται πο­δό­σφαι­ρο», όχι μόνο εντός γραμ­μών, αλλά και εκτός, με τον πα­ρα­δο­σια­κό και δια­δι­κτυα­κό στοι­χη­μα­τι­σμό, σχε­τι­κά και­νού­ριο «φρού­το» στην πα­γκό­σμια επι­χεί­ρη­ση πο­δό­σφαι­ρο, να έχει εκτο­ξευ­θεί σε δυ­σθε­ώ­ρη­τα ύψη, αδειά­ζο­ντας τα άδεια πορ­το­φό­λια των αφι­σιο­νά­δος του τζό­γου. Για να έχου­με μια τάξη με­γέ­θους, μόνο στη Ελ­λά­δα, ο στοι­χη­μα­τι­σμός που σχε­τί­ζε­ται με το πο­δό­σφαι­ρο, πα­ρά­νο­μος και νό­μι­μος, υπο­λο­γί­ζε­ται στα 4-5 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ τον χρόνο, το ένα τρίτο της όλης στοι­χη­μα­τι­κής πίτας, που ανέρ­χε­ται στα 15 δισ. ευρώ.

Το Μου­ντιάλ μοιά­ζει πα­ρά­ται­ρο, έπει­τα από ένα διαρ­κές όβερ­ντουοζ πο­δο­σφαί­ρου, της «υπερ­δο­σο­λο­γί­ας» που έχουν συ­ντα­γο­γρα­φή­σει ομο­σπον­δί­ες, τη­λε­ο­πτι­κά κα­νά­λια και δια­δί­κτυο και εται­ρεί­ες στοι­χη­μα­τι­σμού σε αρ­μο­νι­κή συ­νύ­παρ­ξη και συ­νερ­γα­σία.

Το ίδιο το Μου­ντιάλ ανή­κει στα­θε­ρά ως διορ­γά­νω­ση και ως τρό­παιο στην Coca Cola, που ου­σια­στι­κά συν­διοι­κεί τη FIFA, μετά το 1982, και σε δεύ­τε­ρο πλάνο, την Adidas, την εται­ρεία με την με­γα­λύ­τε­ρη «γκάμα» εθνι­κών ομά­δων στο πε­λα­το­λό­γιό της. Ήταν η πρώτη με­γά­λη και κα­θο­ρι­στι­κή από­φα­ση του Βρα­ζι­λιά­νου με­γα­λο­ερ­γο­λά­βου κα­τα­σκευών, Ζοάο Χα­βε­λάν­ζε, ο οποί­ος ανήλ­θε στο ύπατο αξί­ω­μα του προ­έ­δρου της FIFA, το 1974. Ο Χα­βε­λάν­ζε, που έγινε πρό­ε­δρος και με τις πλά­τες της τότε βρα­ζι­λιά­νι­κης χού­ντας, ομο­λο­γού­σε κυ­νι­κά ότι ανήλ­θε στη διοί­κη­ση της διε­θνούς ομο­σπον­δί­ας για να που­λή­σει πρώτα στις εται­ρεί­ες και μετά στους θε­α­τές το προ­ϊ­όν με το όνομα πο­δό­σφαι­ρο.

Φέτος, τον γε­ω­γρα­φι­κό «με­σά­ζο­ντα» στο εμπό­ριο, κάνει η Ρωσία, που απέ­κτη­σε την… τιμή να γίνει η διορ­γα­νώ­τρια χώρα του Πα­γκο­σμί­ου Κυ­πέλ­λου, ως επι­βρά­βευ­ση για το επι­χει­ρη­μα­τι­κό θρά­σος των ολι­γαρ­χών της και τον «δη­μο­κρα­το­ρι­κό» προ­σα­να­το­λι­σμό του που­τι­νι­κού Κρεμ­λί­νου, που ευ­ελ­πι­στεί σε μια ψι­μυ­θιο­ποί­η­ση του πο­λι­τι­κού του προ­φίλ. Όπως νω­ρί­τε­ρα είχε συμ­βεί η ανά­λο­γη επι­βρά­βευ­ση, με πο­λι­τι­κές προ­ε­κτά­σεις και οι­κο­νο­μι­κές δια­στά­σεις, για τη Νότια Αφρι­κή και τη Βρα­ζι­λία και επί­κει­ται η εν μέσω σα­ρά­ντα κυ­μά­των δω­ρο­δο­κιών διορ­γά­νω­ση στο Κατάρ, γε­γο­νός, που, ας το θυ­μη­θού­με, στοί­χι­σε με­τα­ξύ άλλων την προ­ε­δρία του Ζεπ Μπλά­τερ, ο οποί­ος απο­πέμ­φθη­κε ως ενορ­χη­στρω­τής της δια­φθο­ράς, αν και η FIFA συ­νέ­χι­σε το business as usual.

Το Μου­ντιάλ πάει εκεί όπου βρέ­χει προς ώρας λεφτά, για να βγά­λει πε­ρισ­σό­τε­ρα (λεφτά), συν­θέ­το­ντας -μαζί με την γνω­στή ΔΟΕ των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων- ίσως τον πλέον «ύπου­λο» θεσμό του πα­γκό­σμιου «ηλε­κτρο­νι­κού κο­πα­διού» -τα βου­βά­λια των χρη­μα­τα­γο­ρών και των πο­λυ­ε­θνι­κών μπου­κά­ρουν στο λι­βά­δι-διορ­γα­νώ­τρια χώρα και βο­σκά­νε λαί­μαρ­γα για όσο διά­στη­μα προη­γεί­ται και όσο διά­στη­μα τε­λεί­ται η εκά­στο­τε διορ­γά­νω­ση, μέχρι την συ­ντε­ταγ­μέ­νη ανα­χώ­ρη­σή τους για άλλα λι­βά­δια-διορ­γα­νώ­τριες χώρες και την εκεί βό­σκη­ση.

Η ρω­σι­κή κυ­βέρ­νη­ση, έπει­τα από πολ­λές πα­λι­νω­δί­ες ως προς τα οι­κο­νο­μι­κά στοι­χεία, έχει ανα­κοι­νώ­σει ότι μόνο για τα 12 γή­πε­δα και τα πο­λυ­τε­λή ξε­νο­δο­χεία -πολ­λά εκ των οποί­ων κα­τα­σκευά­στη­καν εξο­λο­κλή­ρου- δα­πα­νή­θη­καν πε­ρί­που 11 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια ευρώ. Αυτός είναι ο πρώ­τος, επί­ση­μος απο­λο­γι­σμός που ως γνω­στόν, θα έχει εμ­φα­νή από­στα­ση από τον τε­λι­κό απο­λο­γι­σμό. Πα­ράλ­λη­λα η κε­ντρι­κή τρά­πε­ζα της χώρας έχει πα­ρα­δε­χθεί πως ανα­μέ­νει αύ­ξη­ση του πλη­θω­ρι­σμού, σε υπη­ρε­σί­ες και κα­θη­με­ρι­νά αγαθά, κοντά στο 4%-5% τις ημέ­ρες του Μου­ντιάλ, ακρι­βώς λόγω της προ­κλη­θεί­σας, κα­τα­να­λω­τι­κής ζή­τη­σης – μια επι­πλέ­ον πίεση για τα φτωχά πορ­το­φό­λια. Και πάνω από τη διορ­γά­νω­ση, επι­κρε­μά­ται ο φόβος του ρα­τσι­σμού. Μόλις τον πε­ρα­σμέ­νο Μάρ­τιο, οι μαύ­ροι παί­κτες της Γαλ­λί­ας υπέ­στη­σαν ρα­τσι­στι­κή επί­θε­ση από Ρώ­σους ακρο­δε­ξιούς, στο φι­λι­κό ματς των δύο χωρών. Η FIFA κα­θη­σύ­χα­σε ενό­ψει Μου­ντιάλ και επέ­βα­λε πρό­στι­μο στη ρω­σι­κή ομο­σπον­δία, 29.000 ευρώ – για να δούμε αν το πρό­στι­μο έπια­σε τόπο.

Κατά βάση όμως το Μου­ντιάλ, όπως και οι Ολί­μπικ Γκέιμς είναι αθλη­τι­κός και εμπο­ρι­κός ιμπε­ρια­λι­σμός, με απτές, οι­κο­νο­μι­κές και κοι­νω­νι­κές συ­νέ­πειες.

Στη Νότια Αφρι­κή, το Μου­ντιάλ κλη­ρο­δό­τη­σε στη χώρα τη γι­γά­ντω­ση της δια­φθο­ράς των κρα­τι­κών αξιω­μα­τού­χων και την κα­τα­σπα­τά­λη­ση του δη­μό­σιου χρή­μα­τος που με ση­μα­ντι­κή κα­θυ­στέ­ρη­ση οδή­γη­σε με­τα­ξύ άλλων σκαν­δά­λων στην (με το μέτρο…) εσω­τε­ρι­κή εκ­κα­θά­ρι­ση του κόμ­μα­τος του Εθνι­κού Κο­γκρέ­σου και την εκ­πα­ρα­θύ­ρω­ση του Ζούμα από την προ­ε­δρία της χώρας, μόλις πριν από με­ρι­κούς μήνες.

Στη Βρα­ζι­λία, το Ερ­γα­τι­κό Κόμμα και η κυ­βέρ­νη­ση της προ­έ­δρου Ρού­σεφ βρέ­θη­καν, τότε, το 2013-14, αντι­μέ­τω­πα με ογκώ­δεις δια­δη­λώ­σεις καθώς οι Βρα­ζι­λιά­νοι δεν μπο­ρού­σαν να χω­νέ­ψουν τη δα­πα­νη­ρό­τα­τη ανα­κα­τα­σκευή γη­πέ­δων «με προ­δια­γρα­φές FIFA», την ίδια στιγ­μή που υπερ­δι­πλα­σιά­ζο­νταν οι τιμές ει­σι­τη­ρί­ων στα (ιδιω­τι­κο­ποι­η­μέ­να) λε­ω­φο­ρεία των ερ­γα­τι­κών συ­νοι­κιών και ανα­κοι­νώ­νο­νταν πε­ρι­κο­πές στο σύ­στη­μα δη­μό­σιας ασφά­λι­σης και παι­δεί­ας – όπως εύ­στο­χα πε­ριέ­γρα­φε το βα­σι­κό σύν­θη­μα των δια­δη­λω­τών της επο­χής «θέ­λου­με νο­σο­κο­μεία και σχο­λεία με προ­δια­γρα­φές FIFA».

Η κυ­βέρ­νη­ση της Μπρα­ζί­λια ξό­δε­ψε επί­ση­μα 14 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια για τη διορ­γά­νω­ση, την εξω­φρε­νι­κά δα­πα­νη­ρό­τε­ρη της ιστο­ρί­ας, που κατά άλλες πηγές, σκαρ­φά­λω­σε ακόμη ψη­λό­τε­ρα, στα 18-20 δισ. δο­λά­ρια. Μόνο για τα 18 γή­πε­δα, ο προ­ϋ­πο­λο­γι­σμός τι­νά­χτη­κε στον αέρα, καθώς από το 1,1 δισ. δο­λά­ρια, που οι Βρα­ζι­λιά­νοι ιθύ­νο­ντες προ­ϋ­πο­λό­γι­ζαν το 2009, σπα­τα­λή­θη­καν πάνω από 4 δισ., κυ­ρί­ως για ανα­κα­τα­σκευ­ές. Ένα επι­πλέ­ον δισ. (πάντα σε δο­λά­ρια) δα­πα­νή­θη­κε για τα επι­πρό­σθε­τα μέτρα ασφα­λεί­ας στο (αντι)τρο­μο­κρα­τι­κό κλίμα μό­νι­μης έκτα­κτης ανά­γκης που επι­κρα­τεί στις μέρες μας. Ένα αντί­στοι­χο ποσό θα αδειά­σει τε­λι­κά από τα τα­μεία και η Ρωσία.

Από την άλλη πλευ­ρά, το 2014, οι αξιω­μα­τού­χοι της FIFA, άνοι­γαν σα­μπά­νιες και έτρω­γαν μπρι­ζό­λες τσου­ρά­σκο, ένα εκλε­κτό βρα­ζι­λιά­νι­κο πιάτο (ρω­σι­κό χα­βιά­ρι θα φάνε φέτος…), καθώς η κερ­δο­φο­ρία της ομο­σπον­δί­ας έσπα­γε το φράγ­μα των 5 δι­σε­κα­τομ­μυ­ρί­ων δο­λα­ρί­ων, μια εξί­σου πρω­το­φα­νής επί­δο­ση για τους εν λόγω πα­ρά­γο­ντες του πα­γκο­σμιο­ποι­η­μέ­νου, πο­δο­σφαι­ρι­κού θε­ά­μα­τος που συ­νή­θως ελά­χι­στη προ­τε­ραία σχέση με το σπορ έχουν. Τα πα­ρα­πά­νω κέρδη κα­τα­γρά­φη­καν μόλις τις 30 μέρες που κρά­τη­σε η διορ­γά­νω­ση, με άλλα λόγια, η FIFA έβγα­ζε στη Βρα­ζι­λία πε­ρί­που 166 εκα­τομ­μύ­ρια την ημέρα, από πω­λή­σεις τη­λε­ο­πτι­κών δι­καιω­μά­των και ανα­μνη­στι­κών, από τα ει­σι­τή­ρια και τις πα­ράλ­λη­λες εκ­δη­λώ­σεις, την εμπο­ρι­κή ενοι­κί­α­ση των ση­μά­των της και τη δια­φή­μι­ση.

Σκο­τώ­νουν τους πο­δο­σφαι­ρι­στές, προ­τού γε­ρά­σουν
Πριν, κατά τη διάρ­κεια και μετά το Μου­ντιάλ, το πο­δό­σφαι­ρο είναι μια βιο­μη­χα­νία (και) με θύ­μα­τα.

Στον τε­λι­κό του Μου­ντιάλ της Νό­τιας Αφρι­κής, το 2010, ο σκό­ρερ της τρο­παιού­χου Ισπα­νί­ας και εμ­βλη­μα­τι­κός αρ­χη­γός της Μπαρ­τσε­λό­να, Αντρές Ινιέ­στα, πέ­τυ­χε το νι­κη­τή­ριο γκολ και πα­νη­γύ­ρι­σε ση­κώ­νο­ντας την φα­νέ­λα του. Από μέσα, φα­νε­ρώ­θη­κε ένα λευκό μπλου­ζά­κι με με­γά­λα, μαύρα γράμ­μα­τα, «Ντάνι Χάρκε, είσαι στη μνήμη μου», έγρα­φε και ολό­κλη­ρη η Ισπα­νία ανα­τρί­χια­σε. Ο Ντάνι Χάρκε ήταν ο 26χρο­νος αρ­χη­γός της μι­ση­τής αντι­πά­λου της Μπάρ­τσα, Εσπα­νιόλ, που είχε πε­θά­νει έναν χρόνο νω­ρί­τε­ρα, από οξύ καρ­δια­κό επει­σό­διο.

Φα­να­τι­κοί οπα­δοί της Εσπα­νιόλ, που μι­σούν θα­νά­σι­μα κα­θε­τί που ση­μαί­νει μπλα­ου­γκρά­να, πα­ρα­δέ­χο­νται ακόμη και σή­με­ρα ότι εκεί­νη την στιγ­μή, ξέ­σπα­σαν σε κλά­μα­τα και λά­τρε­ψαν τον Ινιέ­στα, σαν να ήταν ένας δικός τους άν­θρω­πος. Ο Χάρκε είχε πε­θά­νει στη διάρ­κεια πε­ριο­δεί­ας της ομά­δας του στην Ιτα­λία, ενό­ψει της έναρ­ξης του ισπα­νι­κού πρω­τα­θλή­μα­τος και η κη­δεία του είχε με­τα­τρα­πεί σε λαϊκή δια­δή­λω­ση της κυα­νό­λευ­κης πλευ­ράς της Κα­τα­λο­νί­ας.

Νω­ρί­τε­ρα, φέτος, από την ίδια αιτία (καρ­δια­κή προ­σβο­λή) και στον ύπνο του, πέ­θα­νε ο ιτα­λός αρ­χη­γός της Φιο­ρε­ντί­να, Ντα­βί­ντε Αστό­ρι, τρια­ντα­ε­νός ετών, πα­ρα­μο­νές του αγώνα της ομά­δας του με την Ου­ντι­νέ­ζε. Πέντε μέρες μετά τον Αστό­ρι, έχασε τη ζωή του, από καρ­δια­κή προ­σβο­λή στον ύπνο του, ο 18χρο­νος Τομάς Ρο­ντρί­γκεζ της γαλ­λι­κής Τουρ. Τον πε­ρα­σμέ­νο Νο­έμ­βριο, ξανά από καρ­διά, πέ­θα­νε ο αμυ­ντι­κός της Σέριφ, Ντιό­τα­ναν Τεϊ­σέι­ρα, 25 ετών, Βρα­ζι­λιά­νος με σλο­βα­κι­κό δια­βα­τή­ριο. Πέ­ρυ­σι, τέ­τοια εποχή, πέ­θαι­νε από καρ­δια­κή προ­σβο­λή ο Ιβο­ρια­νός αμυ­ντι­κός, Σεΐκ Τιοτέ, κατά τη διάρ­κεια προ­πό­νη­σης, με την (κι­νε­ζι­κή) ομάδα της Πεϊ­τζίνγκ Εντερ­πράι­ζις. Ήταν 30 ετών. Πριν από 15 χρό­νια, ήταν ο Φοέ, στον ημι­τε­λι­κό του Κυ­πέλ­λου Συ­νο­μο­σπον­διών της Γαλ­λί­ας, αρ­γό­τε­ρα, ο Μα­τσού­ντα, ο Ο’ Ντό­νελ, ο Σερ­ζί­νιο και ο Φέχερ, ο Που­έρ­τα και ο Μο­ρο­ζί­νι, ο Μπρού­νο Μπό­μπαν ή ο Πα­τρίκ Εκένγκ.

Από το 2007 έως σή­με­ρα, μόνο στα ευ­ρω­παϊ­κά γή­πε­δα, τους χώ­ρους προ­πό­νη­σης και τα ξε­νο­δο­χεία όπου κα­τα­λύ­ουν οι απο­στο­λές, έχουν πε­θά­νει πάνω από 70 πο­δο­σφαι­ρι­στές, σχε­δόν όλοι τους, κάτω από 30 ετών και σχε­δόν όλοι τους από καρ­δια­κή προ­σβο­λή. Μια μα­κά­βρια λίστα χωρίς τέλος.

Γιατί συμ­βαί­νει αυτό; Τα τε­λευ­ταία δέκα χρό­νια, δεν υπάρ­χει έτος κατά το οποίο δεν ανα­κοι­νώ­νε­ται ο θά­να­τος κά­ποιου πο­δο­σφαι­ρι­στή και από άποψη στα­τι­στι­κής, πε­θαί­νουν επτά-οκτώ κάθε χρόνο, πάντα μι­λά­με για θα­νά­τους που βλέ­πουν το φως της δη­μο­σιό­τη­τας, καθώς ο αριθ­μός είναι σί­γου­ρα με­γα­λύ­τε­ρος, ει­δι­κά στα πε­ρι­φε­ρεια­κά πρω­τα­θλή­μα­τα των άλλων ηπεί­ρων. Γιατί όμως συμ­βαί­νει αυτό στην πο­δο­σφαι­ρι­κή Ευ­ρώ­πη;

Η πιο προ­φα­νής αιτία, είναι η κα­τα­κό­ρυ­φη αύ­ξη­ση των αγω­νι­στι­κών υπο­χρε­ώ­σε­ων του μέσου πο­δο­σφαι­ρι­στή τις τε­λευ­ταί­ες δύο δε­κα­ε­τί­ες. Μέσα στην ίδια αγω­νι­στι­κή χρο­νιά, δη­λα­δή από τα τέλη πε­ρί­που του Αυ­γού­στου έως τον επό­με­νο Μάιο, ένας μέ­τριας κλά­σης πο­δο­σφαι­ρι­στής σε ένα μέ­τριας δυ­να­μι­κό­τη­τας ευ­ρω­παϊ­κό πρω­τά­θλη­μα θα κλη­θεί να παί­ξει σε του­λά­χι­στον 50 παι­χνί­δια, τα μισά για το πρω­τά­θλη­μα και τα άλλα μισά είτε για το πλαί­σιο προ­ε­τοι­μα­σί­ας είτε για το Κύ­πελ­λο, χώρια η πι­θα­νό­τη­τα κλή­σης σε ματς της εθνι­κής του ομά­δας. Στα γή­πε­δα της Αγ­γλί­ας, της Ισπα­νί­ας ή της Ιτα­λί­ας, ο ίδιος πο­δο­σφαι­ρι­στής θα κλη­θεί να αγω­νι­στεί του­λά­χι­στον 60-80 φορές σε τρεις δια­φο­ρε­τι­κές διορ­γα­νώ­σεις (Πρω­τά­θλη­μα, Κύ­πελ­λο, Λιγκ Καπ). Αν μά­λι­στα ανή­κει σε ομάδα που παί­ζει και Ευ­ρώ­πη και δεν έχει δύο «ισά­ξιες» εν­δε­κά­δες για να δια­μορ­φω­θεί το λε­γό­με­νο ρο­τέι­σιον τότε τα (επί­ση­μα) ματς του κάθε συλ­λό­γου ξε­περ­νούν τα 100 ανά­λο­γα με το ση­μείο αφε­τη­ρί­ας και το ση­μείο τερ­μα­τι­σμού της αγω­νι­στι­κής χρο­νιάς, π.χ. πάλαι ποτέ Ιντερ­τό­το, κα­λο­και­ρι­νά προ­κρι­μα­τι­κά και τε­λι­κοί Τσά­μπιονς και Γιου­ρό­πα Λιγκ. Με άλλα λόγια, θα αγω­νί­ζε­ται του­λά­χι­στον δυο φορές την εβδο­μά­δα χωρίς να υπο­λο­γί­ζο­νται οι προ­πο­νή­σεις ή τα τα­ξί­δια, εντός και εκτός χώρας.

Η αύ­ξη­ση των αγω­νι­στι­κών σχε­τί­ζε­ται με την εντα­τι­κο­ποί­η­ση των πρω­τα­θλη­μά­των με άξονα την πα­ρα­γω­γή τη­λε­ο­πτι­κού θε­ά­μα­τος και τη συ­να­κό­λου­θη εισ­ροή χρή­μα­τος στα τα­μεία των εθνι­κών και διε­θνών πο­δο­σφαι­ρι­κών ομο­σπον­διών από τις πω­λή­σεις δια­φη­μι­στι­κών και εμπο­ρι­κών δι­καιω­μά­των και τον στοι­χη­μα­τι­σμό, που σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα ο τζί­ρος του αγ­γί­ζει το 1 τρισ. ευρώ τον χρόνο. Με άλλα λόγια, οι πα­ρά­γο­ντες του πο­δο­σφαί­ρου, σαν άλλοι πρό­ε­δροι και διευ­θύ­νο­ντες σύμ­βου­λοι επι­χεί­ρη­σης ξε­ζου­μί­ζουν τους ερ­γα­ζό­με­νους-πο­δο­σφαι­ρι­στές μέχρι, στην κυ­ριο­λε­ξία, τε­λι­κής πτώ­σε­ως. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­τά­στα­σης, για να αλ­λά­ξου­με και ήπει­ρο ανα­φο­ράς, το γε­γο­νός ότι το 2014, η πα­νί­σχυ­ρη βρα­ζι­λια­νι­κή πο­δο­σφαι­ρι­κή ομο­σπον­δία, η CBF, ένα οιο­νεί κρά­τος εν κρά­τει στη χώρα της σά­μπας, όπου το πο­δό­σφαι­ρο ισο­δυ­να­μεί με κάτι πε­ρισ­σό­τε­ρο από θρη­σκεία, αρ­νή­θη­κε να ανα­βά­λει τα το­πι­κά, τα πο­λι­τεια­κά και το εθνι­κό πρω­τά­θλη­μα πο­δο­σφαί­ρου της χώρας στη διάρ­κεια του Μου­ντιάλ, επι­κα­λού­με­νη απώ­λεια εσό­δων! Έτσι, τα πρω­τα­θλή­μα­τα διε­ξά­γο­νταν πα­ράλ­λη­λα με το Μου­ντιάλ ακόμη και σε με­ρι­κά από τα γή­πε­δα της διορ­γά­νω­σης, ενώ οι δεύ­τε­ρης κλά­σης βρα­ζι­λιά­νοι πο­δο­σφαι­ρι­στές αδυ­να­τού­σαν να ξε­κλέ­ψουν χρόνο για να δουν τους διά­ση­μους, διε­θνείς συ­να­δέλ­φους τους. Το ίδιο συ­νέ­βη και στη διάρ­κεια των Ολυ­μπια­κών Αγώ­νων του Ρίο, το 2016.

Το δεύ­τε­ρο επι­βα­ρυ­ντι­κό στοι­χείο για τους πο­δο­σφαι­ρι­στές έγκει­ται ακρι­βώς σε αυτό το ση­μείο, που οι πε­ρισ­σό­τε­ροι οπα­δοί και τη­λε­θε­α­τές ξε­χνούν, τυ­φλω­μέ­νοι από την λάμψη των με­γά­λων αστέ­ρων της μπά­λας.

Δεν είναι όλοι οι πο­δο­σφαι­ρι­στές Κρι­στιά­νο Ρο­νάλ­ντο, Λιο­νέλ Μέσι ή Νεϊ­μάρ.

Σί­γου­ρα δεν έχουν τις πο­δο­σφαι­ρι­κές τους ικα­νό­τη­τες και κατά συ­νέ­πεια τα εξω­φρε­νι­κά και μυ­θώ­δη συμ­βό­λαιά τους, δεν έχουν τους απει­ρά­ριθ­μους χο­ρη­γούς, δεν γί­νο­νται κα­τα­σκευα­σμέ­να εί­δω­λα εκα­τομ­μυ­ρί­ων οπα­δών-πε­λα­τών. Δεν τους ντύ­νει η Νάικ ή η Άντι­ντας, δεν τους τα­ΐ­ζουν τα Λέης, δεν τους ξυ­ρί­ζει η Ζιλέτ, δεν τους λού­ζει η Ούλ­τρεξ, δεν τους χα­ρί­ζει αυ­το­κί­νη­το η Άου­ντι και βίλα με πι­σί­να ο Φλο­ρε­ντί­νο Πέρεθ. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πο­δο­σφαι­ρι­στές ανά την υφή­λιο επί­σης δεν έχουν την πο­λυ­τέ­λεια να φο­ρο­δια­φύ­γουν, αν και εφό­σον πλη­ρώ­νο­νται.

Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πο­δο­σφαι­ρι­στές αγω­νί­ζο­νται για το με­ρο­κά­μα­το, που ενί­ο­τε είναι ψί­χου­λα, με­ρι­κά δο­λά­ρια και ένα συμ­βό­λαιο συν­δε­δε­μέ­νο με την επί­τευ­ξη στό­χων ή την αγω­νι­στι­κή πα­ρου­σία ανά αγώνα. Από τα λα­σπω­μέ­να γή­πε­δα της Βρα­ζι­λί­ας έως τους πά­γους της Ισλαν­δί­ας και από την β’ κα­τη­γο­ρία της Τουρ­κί­ας έως το πρω­τά­θλη­μα σόκερ των ΗΠΑ. Οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πο­δο­σφαι­ρι­στές δεν έχουν την φρο­ντί­δα ει­δι­κών δια­τρο­φο­λό­γων και δεν πλη­ρώ­νει η ομάδα τους ένα επι­τε­λείο ει­δι­κών γυ­μνα­στών για να τους κρατά μο­νί­μως σε φόρμα και σε αυ­στη­ρή δί­αι­τα. Επί­σης, και πιο ση­μα­ντι­κό, οι πε­ρισ­σό­τε­ροι πο­δο­σφαι­ρι­στές προ­έρ­χο­νται από πάμ­φτω­χες χώρες της πε­ρι­φέ­ρειας (Λα­τι­νι­κή Αμε­ρι­κή, Αφρι­κή, Ανα­το­λι­κή Ευ­ρώ­πη) και ακόμη και αν αγω­νί­ζο­νται από πολύ μικρή ηλι­κία, σπά­νια έχουν τη δυ­να­τό­τη­τα να απευ­θυν­θούν σε για­τρό και συ­νή­θως το όποιο καρ­διο­α­να­πνευ­στι­κό πρό­βλη­μα τους ακο­λου­θεί από γεν­νη­σι­μιού ή έχει προ­κύ­ψει στην πο­ρεία, δια­πι­στώ­νε­ται με με­γά­λη κα­θυ­στέ­ρη­ση.

Όπως συ­νέ­βη με τον Με­ξι­κα­νό επι­θε­τι­κό, Αντό­νιο ντε Νί­γκρις, ο οποί­ος έμαθε ότι πά­σχει από καρ­δια­κή δυ­σπλα­σία το κα­λο­καί­ρι του 2009, στα 31 του χρό­νια, από το ια­τρι­κό επι­τε­λείο της τουρ­κι­κής Αν­κα­ρα­γκιου­τσού, η οποία αρ­νή­θη­κε με τη σειρά της να του ανα­νε­ώ­σει το συμ­βό­λαιο, φο­βού­με­νη ότι ο παί­κτης δεν ήταν ικα­νός για να βγά­λει ενε­νή­ντα λεπτά αγώνα. Ο ντε Νί­γκρις όμως ήθελε ένα τε­λευ­ταίο, καλό συμ­βό­λαιο για να εξα­σφα­λί­σει την οι­κο­γέ­νειά του και μια τε­λευ­ταία ευ­και­ρία για να παί­ξει με την εθνι­κή ομάδα της χώρας του στο Μου­ντιάλ της Νό­τιας Αφρι­κής. Η Λά­ρι­σα τού έδωσε και τα δύο, πι­στεύ­ο­ντας στις δυ­να­τό­τη­τές του. Όμως, εκεί­νο το πρωί του Νο­έμ­βρη του 2009, η καρ­διά του τον πρό­δω­σε και ο Ντε Νί­γκρις πέ­θα­νε από έμ­φραγ­μα προ­τού ξε­κι­νή­σει το Μου­ντιάλ.

Γιατί, δυ­στυ­χώς, κά­ποιοι πο­δο­σφαι­ρι­στές, πε­θαί­νουν, προ­τού γε­ρά­σουν, σαν με­ρι­κά κου­ρα­σμέ­να και εξα­ντλη­μέ­να άλογα των ιπ­πο­δρό­μων.

rproject.gr

Τα σχόλια είναι κλειστά.